Legislator Case Law & Legislation
424/2008 AI generated

424/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 424/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

424/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αντίθετη αίτηση (ανταίτηση) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ασκείται με την προϋπόθεση ότι αφορά το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης που έχει εισαχθεί με εμπρόθεσμη και παραδεκτή αίτηση στο Εφετείο, δηλαδή αναφέρεται στα ίδια ακριβώς κεφάλαια με την κύρια αίτηση, γιατί διαφορετικά θα ήταν απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 424 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 424/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Έλλη Ανδριανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Νομικό του Σύμβουλο Παν. Σπανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2002 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και με τις από 17-10-2002, 24-10-2002, 1-11-2002, 8-11-2002, 22-11-2002 και 11-12-2002 αιτήσεις, ανταιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 320/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, διάβασε την από 25-11-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Πλαστήρα Αναστασάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 5 του από 6.5.2001 ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001, αν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται, δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αντίθετη αίτηση (ανταίτηση) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ασκείται με την προϋπόθεση ότι αφορά το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης που έχει εισαχθεί με εμπρόθεσμη και παραδεκτή αίτηση στο Εφετείο, δηλαδή αναφέρεται στα ίδια ακριβώς κεφάλαια με την κύρια αίτηση, γιατί διαφορετικά θα ήταν απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε με αυτή ως απαράδεκτη η εμπροθέσμως ασκηθείσα με τις έγγραφες προτάσεις ανταίτηση των καθ' ων και ήδη αναιρεσειόντων, διότι αφορούσε κεφάλαια διαφορετικά από εκείνα της αίτησης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα την αποζημίωση για την άυλη οικονομική αξία της λειτουργούσας στο απαλλοτριούμενο ακίνητο επιχείρησης (πρατήριο υγρών καυσίμων), ενώ αντιθέτως η αίτηση είχε ως αντικείμενο τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το μεν με το να απορρίψει το αίτημά τους για αποζημίωση της άυλης οικονομικής αξίας της λειτουργούσας στο απαλλοτριούμενο ακίνητο επιχείρησης, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 και 25 του ν. 2882/2001, ως ερχόμενες σε αντίθεση με τα άρθρα 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το δε με το να απορρίψει την ανταίτησή τους ως απαράδεκτη επειδή αφορούσε κεφάλαιο διαφορετικό από εκείνο της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (όπως αυτές ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν "με τις τελευταίες αποφάσεις του ΕΔΔΑ και ειδικά την από 19.9.2002 -υπόθεση Αζάς") και υπερισχύουν εκείνων του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, όπως ισχύουν μετά το ν. 2985/2002, είναι απορριπτέος στην μεν πρώτη περίπτωση ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης, αφού οι αναιρεσείοντες δεν υπέβαλαν, όπως άλλοι αιτούντες, αυτοτελή αίτηση με αντικείμενο τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για την ασκούμενη στο απαλλοτριωθέν ακίνητο επιχειρηματική δραστηριότητα στη δε δεύτερη περίπτωση ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι οι διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 όπως ίσχυαν και όπως ισχύουν μετά το ν. 2985/2002 δεν έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, αφετέρου δε διότι ανεξάρτητα από τη φύση και το είδος της πολιτειακής πράξης που τυχόν αποτέλεσε σε συγκεκριμένη περίπτωση το γενεσιουργό αίτιο της παραβίασης της Σύμβασης, το Ε.Δ.Δ.Α.

δεν έχει την ικανότητα με τις αποφάσεις του να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά ελέγχει μόνο, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ και των πρόσθετων πρωτοκόλλων αυτής σε συγκεκριμένη υπόθεση.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730/1999 με την οποία ορίζεται ότι στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης, αλλά ορίζεται στο 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο 2.500.000 δραχμές, προκύπτει ότι με την εν λόγω διάταξη στην ουσία τροποποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5, 100 παρ. 1 επ.

του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικα περί Δικηγόρων", με τις οποίες προβλέπονται υψηλότερα ποσοστά για τον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου επί απαλλοτριώσεων. Η τροποποίηση αυτή δεν αντιστρατεύεται τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος ούτε εκείνες της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος, αλλά περιορίσθηκε επιτρεπτώς, για λόγους δημοσίου συμφέροντος και χωρίς να εισάγεται διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 και 2) το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του δικηγόρου (Ολ.

ΑΠ 20/2005, ΑΠ 915/2003, ΑΠ. 436/2006). Επομένως, το Εφετείο, με το να προσδιορίσει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 9 του ν. 2730/1999, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. , για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 20.5.2004 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 320/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ