Supreme Court dismisses appeal against seizure of charity property as it lacks independent legal status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that seized property for a charitable foundation. The State argued the property should be subject to its supervision, but the court found the foundation's purpose matched the bequest's intent. Consequently, the property was deemed part of the foundation's assets rather than a separate entity requiring state oversight.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739 et seq. in conjunction with Article 825 of the Code of Civil Procedure; The property seized for a charitable foundation constitutes the foundation's assets and is not subject to the Minister of Finance's supervision if the foundation's purpose aligns with the bequest's designated purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 423 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στα Ιωάννινα, ως ασκούντος την εποπτεία επί των περιουσιών που έχουν καταληφθεί υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων (Ν. 4182/2013), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Φιλανθρωπικού Ιδρύματος με την επωνυμία "ΕΛΕΗ ΑΡΤΑΣ", που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Γιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων και επί της οποίας εκδόθηκε η 76/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 25-4-2018 κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας.
Εκδόθηκε η 308/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 22-3-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9/24-3-2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 308/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. σε συνδ. με 825 του ΚΠολΔ). Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείoν επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020, ΚΥΑ Δ1α/Γ.Π.οικ. 17698/20-3-2021 ( Β'843) και 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021, λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζονται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο (ΑΠ 118/2024, ΑΠ 357/2024).
Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο φιλανθρωπικό ίδρυμα, με την επωνυμία "ΕΛΕΗ ΑΡΤΑΣ", άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την, από 10-1-2017 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 122/2017), αίτηση, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας, στις ...-1971, στο Χαλάνδρι Αθηνών, Λ. Α., με την αναφερόμενη σε αυτή ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κατέλιπε υπέρ αυτού το περιγραφόμενο σε αυτή ακίνητο για κοινωφελή σκοπό, όπως ειδικότερα εκτίθεται και ότι αποδέχθηκε την κληρονομιά του ως άνω αποβιώσαντος.
Ότι στη διαθήκη δεν ορίζεται ειδικός τρόπος διαχείρισης του ως άνω κληροδοτήματος και συνεπώς αυτό αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης. Ότι η βούληση του διαθέτη να λειτουργήσει το ως άνω κληροδότημα ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους.
Ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη θα ήταν, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, να γίνεται η διαχείριση αυτού από το αιτούν (φιλανθρωπικό ίδρυμα), οι σκοποί του οποίου ταυτίζονται με αυτόν του κληροδοτήματος, όπως ειδικότερα εκτίθενται σε αυτή. Με το ιστορικό αυτό, το αιτούν, επικαλούμενο έννομο συμφέρον, ζήτησε:
α) να βεβαιωθεί ότι η βούληση του διαθέτη για τη σύσταση κληροδοτήματος ως κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, άλλως συντρέχει αδυναμία πραγμάτωσης κατά το μεγαλύτερο μέρος της και β) να καθοριστεί ο επωφελέστερος και ασφαλέστερος τρόπος αξιοποίησης της κληρονομιαίας περιουσίας που κατέλιπε ο διαθέτης και ειδικότερα να αναγνωριστεί ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη ήταν, αν γνώριζε τη πραγματική κατάσταση, η κληρονομιαία περιουσία του να μην αποτελέσει κεφάλαιο αυτοτελούς σκοπού, αλλά να υπηρετήσει το σκοπό του αιτούντος και η διαχείριση αυτής να γίνεται από το Δ.Σ.
του αιτούντος και ο σκοπός αυτής να εξυπηρετεί το σκοπό του αιτούντος. Με τη με αριθ. 76/2018 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης λόγω μη επίδοσης αυτής, όπως απαιτείται, στο Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας, που εποπτεύει τη κοινωφελή περιουσία.
Με την, από 25-4-2018, κλήση του αιτούντος, η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση κατά την οποία η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας (στην οποία είχε επιδοθεί η αίτηση ως αρμόδια αρχή, κατ' άρθρο 1 παρ. 4 και 2 παρ. 3 περ. α' του ν. 4182/2013), άσκησε με τις προτάσεις, παραδεκτά κατ' άρθρο 1, 2 παρ. 3 και 69 παρ.1 εδ.
δ'του ν. 4182/2013 (αντίστοιχη καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 126 του ΑΝ 2039/1939), την από 19-9-2018 κύρια παρέμβαση, με την οποία αιτείται την απόρριψη της αίτησης. Επί της αίτησης και της συνεκδικασθείσας κύριας παρέμβασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αίτηση και απέρριψε την κύρια παρέμβαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στη προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών, ακόμη και εναντίον των πράξεων της πολιτείας που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και, σύμφωνα με αυτήν, δεν επιτρέπεται, καταρχάς, η μεταβολή σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφέλειας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο (Ολ.ΑΠ 1241/1979, ΑΠ 1355/2017, ΑΠ 1547/2010).
Κατ' εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (109) του Συντάγματος, η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση του καταλειφθέντος ή δωρηθέντος περιουσιακού στοιχείου, υπέρ του ίδιου ή άλλου (συγγενούς) κοινωφελούς σκοπού, στην ίδια περιοχή που όρισε ο διαθέτης ή ο δωρητής ή στην ευρύτερη περιφέρειά της, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, ως προς τον ορισθέντα σκοπό, καθώς και ότι η θέληση αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου, όπως ο νόμος ορίζει (ΑΠ 388/2020, ΑΠ 989/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις νεότερες και νυν ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3, 10 παρ. 1 και 50 παρ.1, 2 και 3 εδ. α` και β` του ν. 4182/2013 (ΦΕΚ Α` 185) "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις", οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 102 εδ. α` στις 10-11-2013, καταργώντας τον Α.Ν. 2039/1939 (άρθρο 82 παρ. 8 του ν. 4182/2013) και καταλαμβάνοντας ως προς το κανονιστικό τους περιεχόμενο και τις υφιστάμενες κοινωφελείς περιουσίες ανεξάρτητα από το τρόπο σύστασής τους (άρθρο 82 παρ. 1 του ν. 4182/2013), ορίζονται, μεταξύ άλλων: "1. "Κοινωφελής περιουσία":
το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που διατίθενται με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή για κοινωφελή σκοπό. Ως "κοινωφελής περιουσία" νοείται επίσης και το νομικό πρόσωπο που τα διαχειρίζεται και εκπροσωπεί, εφόσον υπάρχει. Οι όροι "κοινωφελής περιουσία", "περιουσία" και "εθνικό κληροδότημα" ταυτίζονται.... 3. "Κοινωφελής σκοπός":
κάθε εθνικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εκπαιδευτικός, πολιτιστικός και γενικά επωφελής για την κοινωνία, εν όλω ή εν μέρει, σκοπός" [άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 4182/2013]. "Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών αξιοποιούνται κατά τον τρόπο που όρισε ο διαθέτης ή δωρητής. Απαγορεύεται η μεταβολή τόσο των παραπάνω κοινωφελών σκοπών όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησής της" [άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 4182/2013]. "1.
Περιουσία, η οποία διατίθεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του παρόντος αποτελεί ίδρυμα που διοικείται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στη συστατική πράξη, όταν η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ανατίθεται σε φυσικά πρόσωπα ή σε νομικά πρόσωπα που συνιστώνται με αυτήν. Ομοίως αποτελεί αυτοτελές ίδρυμα η διάθεση περιουσίας σε υφιστάμενα νομικά πρόσωπα για κοινωφελείς σκοπούς, όταν ορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησής της. 2.
Περιουσία, η οποία καταλείπεται σε υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα, με επιδιωκόμενο σκοπό που προσδιορίζεται επαρκώς και είναι διαφορετικός από αυτόν που επιδιώκει το υφιστάμενο νομικό πρόσωπο, χωρίς να καθορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης, αποτελεί ομάδα περιουσίας διακεκριμένη από την περιουσία του νομικού προσώπου ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης. 3.
Αν δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ή δεν συνάγεται επαρκώς από τη συστατική πράξη ο επιδιωκόμενος σκοπός, θεωρείται ότι η περιουσία έχει καταλειφθεί για την εξυπηρέτηση του σκοπού, που επιδιώκει κατά τον προορισμό του το νομικό πρόσωπο και εντάσσεται στην υπόλοιπη περιουσία του. Αν ο σκοπός είναι όμοιος, ο δε οριζόμενος ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης διαφέρει μόνο σε επουσιώδη σημεία από τον τρόπο διοίκησης του υφιστάμενου νομικού προσώπου που προσδιορίζεται από το καταστατικό ή τον οργανισμό του, τότε εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, ο δε κατά τα ανωτέρω ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης τηρείται κατά το δυνατόν" [άρθρο 50 παρ. 1, 2 και 3 εδ.
α' και β` του ν. 4182/2013]. Όταν, δηλαδή, με διαθήκη ή άλλη πράξη διατίθενται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομία, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ κοινωφελών σκοπών, η επίτευξη των τελευταίων μπορεί να επιδιώκεται, είτε με τη σύσταση αυτοτελούς ιδρύματος, στο νομικό πρόσωπο του οποίου περιέρχεται η καταλειφθείσα περιουσία, κατ` άρθρο 50 του ν. 4182/2013, είτε με τη μεταβίβαση της περιουσίας αυτής σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με τον όρο της εκπλήρωσης από αυτό του ταχθέντος κοινωφελούς σκοπού, οπότε πρόκειται για μη αυθύπαρκτο, άλλως "υποτελές", ίδρυμα ή "κεφάλαιο αυτοτελούς διαχειρίσεως" και η αφιερούμενη περιουσία αποτελεί ιδιαίτερη περιουσιακή ομάδα, υποκείμενη, κατά το άρθρο 53 παρ.
παρ. 1-2 του ίδιου νόμου, στην εποπτεία της αρμόδιας αρχής, δηλαδή του Υπουργού Οικονομικών και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, του άνω νόμου, οι οποίοι ασκούν τις σχετικές αρμοδιότητες δια των οικείων Διευθύνσεων (υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς).
Από το σύνολο δε των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Η, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 109 του Συντάγματος συνταγματική προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών (και δωρητών) εκτείνεται, αφενός μεν στον οριζόμενο με τη διαθήκη (ή τη δωρεά) σκοπό, αφετέρου δε στο τρόπο διαχείρισης της περιουσίας που έχει διατεθεί ή δωριθεί, διότι οι ορισμοί αυτοί μαζί με το σκοπό, αποτελούν ουσιώδες μέρος του περιεχομένου και των όρων της διαθήκης ή της δωρεάς (Ολ.ΑΠ 8/1994, ΣτΕ 1354/2000), καθώς και της διοίκησης του τυχόν συνιστώμενου ιδρύματος, έτσι ώστε να αποκλείονται επεμβάσεις εκ μέρους του κράτους, οι οποίες μεταβάλλουν το σκοπό ή το τρόπο εκπλήρωσης του σκοπού, όπως αυτοί ορίστηκαν από τους διαθέτες ή τους δωρητές (ΣτΕ 3636/1999). 2.
Το κριτήριο χαρακτηρισμού ενός σκοπού ως κοινωφελούς, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 4182/2013 (άρθρ. 1 του Α.Ν. 2039/1939), αναζητείται κυρίως στο αν ο σκοπός αυτός εξυπηρετεί, σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση το κοινό γενικά και όχι ορισμένο κύκλο προσώπων, δηλαδή αποβλέπει στην εξυπηρέτηση γενικότερης ανάγκης, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν με την εκπλήρωση του σκοπού παρέχεται ωφέλεια που θεραπεύει τις ανάγκες ευρύτερης ομάδας ατόμων, έτσι ώστε η εκπλήρωση του σκοπού να ενδιαφέρει κατ` εξοχήν το κοινωνικό σύνολο.
Η παραπάνω έννοια συνεπικουρείται και από τη γενικότητα της διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 1 του ήδη ισχύοντος ν. 4182/2013, ως προς το είδος του σκοπού, όπου χαρακτηρίζεται ως κοινωφελής σκοπός "πας" και "κάθε", αντίστοιχα, σκοπός που παρέχει ωφέλεια στο κοινό και αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένοι σκοποί, όπως φιλανθρωπικός, κρατικός και θρησκευτικός.
Έτσι, η έννοια του κοινωφελούς σκοπού είναι ευρύτατη και περιλαμβάνει κάθε σκοπό πλην του καθαρά ιδιωτικού (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2183/2009). 3. Η περιουσία που διατίθεται για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού σε υφιστάμενο ίδρυμα, σωματείο οποιασδήποτε φύσεως, οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικό πρόσωπο κ.λ.π., χωρίς να καθορίζεται ειδικότερος τρόπος για τη διοίκησή της, τότε μόνο αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, που διακρίνεται της υπόλοιπης περιουσίας του νομικού προσώπου, όταν ο κοινωφελής σκοπός της είναι ειδικός, δηλαδή διαφορετικός σε σχέση με το σκοπό, τον οποίο, κατά το προορισμό του, επιδιώκει το δεχόμενο τη περιουσία αυτή νομικό πρόσωπο και ο ειδικός αυτός σκοπός προσδιορίζεται ή τουλάχιστον επαρκώς συνάγεται από τη συστατική πράξη.
Στη περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται συγχώνευση της περιουσίας αυτής με την περιουσία του νομικού προσώπου, καθώς η εν λόγω περιουσία διοικείται μεν από το νομικό πρόσωπο, στο οποίο και ανατίθεται η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού, υπέρ του οποίου διατίθεται η περιουσία αυτή, πλην όμως, αυτή υπόκειται σε διαχείριση αυτοτελώς και διακεκριμένως της λοιπής περιουσίας του νομικού προσώπου που ενεργείται με βάση ίδιο προϋπολογισμό.
Στη περίπτωση, αντίθετα, που ο κοινωφελής σκοπός της διατιθέμενης περιουσίας ταυτίζεται με αυτόν του (υφιστάμενου) νομικού προσώπου ή δεν προσδιορίζεται στη συστατική πράξη, από την οποία και δεν μπορεί να συναχθεί με επάρκεια σκοπός ειδικός σε σχέση με το σκοπό, που, κατά τον προορισμό του, επιδιώκει το νομικό πρόσωπο, η διατιθέμενη περιουσία θεωρείται τότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 50 του ν. 4182/2013, ότι καταλείφθηκε για να εξυπηρετήσει το σκοπό του νομικού προσώπου και, συνεπώς, η περιουσία αυτή δεν προστατεύεται από τις διατάξεις των ως άνω νόμων (ΑΠ 788/2022, ΑΠ 215/2021, ΑΠ 338/2020, ΑΠ 1150/2019, ΑΠ 344/2010).
Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 4182/2013, "αν υπάρχει αμφιβολία περί του περιεχομένου της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ` αυτού, αυτή επιλύεται από το αρμόδιο κατ` άρθρο 825 του ΚΠολΔ δικαστήριο". Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο αποφαίνεται, επίσης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί του εάν η βούληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της και καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας, καθώς και το σκοπό και την περιοχή για την οποία πρέπει αυτή να διατεθεί" (παρ.3).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με την προαναφερόμενη απόφαση το αρμόδιο δικαστήριο, στα πλαίσια της μεταβολής αυτής, αποφαίνεται και περί του τρόπου της επωφελέστερης αξιοποίησης της εν λόγω περιουσίας (ή μέρους της) ή της επιτρεπόμενης διάθεσης αυτής (ή μέρους της)(ΑΠ 215/2021, ΑΠ 217/2021, ΑΠ 338/2020).
Τέλος, κατά το άρθρο 82 παρ. 1 του ν. 4182/2013. οι διατάξεις του εν λόγω Κώδικα εφαρμόζονται και στις κοινωφελείς περιουσίες που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του, ανεξάρτητα από τον τρόπο σύστασής τους.
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται, για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων (άρθρ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατ`ακριβή λεκτική αντιγραφή:'' ........
ο Λ. Α., κάτοικος όσο ζούσε Άρτας, που απεβίωσε στην Αθήνα, στις ...-1971, με την από 1-11-1969 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 2111/28-12-1971 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλειπε μέρος της ακίνητης περιουσίας του και ειδικότερα ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 141 τ.μ., που βρίσκεται στη πόλη της Άρτας και επί της οδού ..., στο αιτούν φιλανθρωπικό ίδρυμα, με σκοπό τα έσοδα από αυτό να διατίθενται κατ' έτος κατά ποσοστό 5/6 σε άπορα και φτωχά παιδιά, ηλικίας από 2 έως 10 ετών, των οποίων οι γονείς ή ένας από αυτούς κατάγονται από την Άρτα και κατά ποσοστό 1/6 σε φτωχά παιδιά που διαμένουν στην Άρτα ανεξαρτήτου τόπου καταγωγής.
Το αιτούν αποδέχθηκε την ως άνω κληρονομιά με την υπ' αριθμ. ...-1972 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Άρτας Κ. Π., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άρτας (τόμ. 139, αρ. 97). Στην ανωτέρω διαθήκη δεν ορίζεται τρόπος διοίκησης της ως άνω περιουσίας και συνεπώς αυτή αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, διακρινόμενη από την περιουσία του αιτούντος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα έσοδα από τη μίσθωση του ως άνω ακινήτου από το αιτούν δεν επαρκούσαν για εκπλήρωση του ως άνω σκοπού του διαθέτη. Για το λόγο αυτό το αιτούν δεν προέβαινε σε αυτοτελή διοίκηση και διαχείριση της εν λόγω περιουσίας ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης με βάση ξεχωριστό προϋπολογισμό, αλλά ενέγραφε τα έσοδα του εν λόγω ακινήτου στο δικό του προϋπολογισμό και έδινε βοηθήματα σε απόρους σε άρθρο των εξόδων με την ένδειξη "βοηθήματα Α.".
Ειδικότερα τα έσοδα από τη μίσθωση του ως άνω ακινήτου ανερχόταν για το έτος 2011 στο ποσό των 6.146,48 ευρώ, για το έτος 2012 στο ποσό των 10.244,10 ευρώ, για το έτος 2013 στο ποσό των 8.195,28 ευρώ, για το έτος 2014 στο ποσό των 8.680,58 ευρώ, για το έτος 2015 στο ποσό των 14.300 ευρώ, για το έτος 2016 στο ποσό των 13.000 ευρώ και για το έτος 2017 στο ποσό των 11.700 ευρώ, ενώ τα έξοδα αυτού και συγκεκριμένα οι δαπάνες συντήρησης και επισκευής των ζημιών του, οι αποδιδόμενοι φόροι επί των μισθωμάτων στο Δημόσιο, ο ΕΝΦΙΑ καθώς και η δαπάνη που θα απαιτούσε για την αυτοτελή διαχείριση του ως άνω ακινήτου, δηλαδή για σύνταξη και έγκριση του προϋπολογισμού, απολογισμού και ισολογισμού, υπερέβαιναν τα ως άνω έσοδα αυτού και δεν θα μπορούσε να εκπληρωθεί η ως άνω βούληση του διαθέτη.
Συγκεκριμένα για το έτος 2016 τα έσοδα από τη μίσθωση του εν λόγω ακινήτου ανήλθαν στο ποσό των 13.000 ευρώ, ενώ ο φόρος που αναλογεί σε αυτά (μισθώματα) ανήλθε στο ποσό των 9.275,11 ευρώ, στον οποίο πρέπει να προστεθεί ο ΕΝΦΙΑ ποσού 629 ευρώ, καθώς και τα έξοδα αυτοτελούς διαχείρισης αυτού. Κατά το ίδιο έτος το αιτούν έδωσε βοηθήματα σε άπορες οικογένειες με ανήλικα τέκνα με την ένδειξη "βοηθήματα Α." το ποσό των 6.900 ευρώ.
Ακολούθως το έτος 2017 τα έσοδα από τη μίσθωση του εν λόγω ακινήτου ανήλθαν στο ποσό των 11.700 ευρώ, ενώ ο φόρος που αναλογεί σε αυτά (μισθώματα) ανήλθε στο ποσό των 9.609 ευρώ, στον οποίο πρέπει να προστεθεί ο ΕΝΦΙΑ ποσού 629 ευρώ, καθώς και τα έξοδα αυτοτελούς διαχείρισης αυτού. Κατά το ίδιο έτος το αιτούν έδωσε βοηθήματα σε άπορες οικογένειες με ανήλικα τέκνα με την ένδειξη "βοηθήματα Α." το ποσό των 5.700 ευρώ.
Επίσης για τα έτη 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015 έδωσε βοηθήματα σε άπορες οικογένειες με ανήλικα τέκνα με την ένδειξη "βοηθήματα Α." τα ποσά των 2.300, 6.000, 6.000, 6.000 και 1.400 ευρώ αντίστοιχα. Η ύπαρξη οικονομικών ελλειμμάτων στον απολογισμό του εν λόγω κληροδοτήματος προκύπτει από τον προσκομιζόμενο με επίκληση από το αιτούν πίνακα όπου καταγράφονται για έτη 2009 έως και 2016 τα έσοδα και τα έξοδα του κληροδοτήματος κατ' έτος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σκοπός του αιτούντος κοινωφελούς ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού της εσωτερικής υπηρεσίας αυτού που εγκρίθηκε με το από 5- 11-1929 Προεδρικό Διάταγμα, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο με αριθμό φύλλου 398/12-11-1929 (τεύχ. Α) ΦΕΚ είναι "ο υπό των διαθηκών των ευεργετών και των δι' ειδικών δηλώσεων Δωρητών καθοριζόμενος.
Επιδιώκεται δε 1) δια της προικίσεως απόρων εναρέτων κορασίδων, 2) της χορηγίας βοηθημάτων εις πένητας ή ανικάνους προς εργασία, 3) δια της χρηματικής ενισχύσεως εις μαθητάς απόρους και χρηστοήθεις, 4) δια της συντηρήσεως των νόθων και 5) εν γένει δια της φιλανθρώπου αντιλήψεως κατά το γράμμα και το πνεύμα των διαθηκών και των δηλώσεων των ευεργετών και δωρητών των "Ελεών Άρτης".
Πάντες οι ανωτέρω σκοποί αφορώσι μόνο χριστιανούς της κοινότητας Άρτης και τίθενται εις εφαρμογήν κατά τα ειδικότερον υπό του Συμβουλίου οριζόμενα". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εκπλήρωση της βούλησης του διαθέτη είναι αδύνατη, γιατί τα έσοδα από τη μίσθωση του εν λόγω ακινήτου δεν επαρκούν για τη διαχείριση της εν λόγω περιουσίας ως κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης διακεκριμένης της λοιπής περιουσίας του αιτούντος.
Υπό αυτές τις συνθήκες η βούληση του διαθέτη θα μπορούσε να εκπληρωθεί εάν οριστεί ως τρόπος επωφελέστερης και ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας του η διοίκηση και διαχείριση αυτής να γίνεται από το ΔΣ του αιτούντος με βάση το δικό του προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό και όχι υπό αυτοτελή διαχείριση διακεκριμένη της λοιπής περιουσίας του αιτούντος επί τη βάσει ιδίου προϋπολογισμού.
Ο δε σκοπός του αιτούντος είναι παρεμφερής με αυτόν που ήθελε ο διαθέτης. Εξάλλου από το έτος 1972, που το αιτούν επελήφθη του εν λόγω ακινήτου, μέχρι και σήμερα δεν έχει υποβάλει ξεχωριστό προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό, αλλά περιλαμβάνει τα έσοδα και τα έξοδα του ακινήτου στις οικονομικές καταστάσεις του ιδρύματός του.
Η ρύθμιση αυτή ταυτίζεται με τη βούληση του διαθέτη διότι αυτός με την εν λόγω περιουσία στόχευε να βοηθήσει οικονομικά φτωχά παιδιά από την Άρτα, σκοπός δε του αιτούντος φιλανθρωπικού ιδρύματος είναι μεταξύ άλλων και η χρηματική ενίσχυση απόρων μαθητών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα το αιτούν έδινε με την ένδειξη "βοηθήματα Α." διάφορα χρηματικά ποσά σε άπορες οικογένειες με ανήλικα τέκνα.
Αν ο ως άνω διαθέτης γνώριζε τα προαναφερόμενα κρίνεται ότι θα ήθελε το ως άνω ακίνητο να μην αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης αλλά να αποτελεί περιουσία του αιτούντος, που να διοικείται από το ΔΣ αυτού και να εξυπηρετεί το σκοπό αυτού και ειδικότερα το σκοπό που εξυπηρετούσε μέχρι σήμερα δηλαδή να δίνονται χρηματικά ποσά ως οικονομική βοήθεια σε άπορες οικογένειες με ανήλικα τέκνα με την ένδειξη "βοηθήματα Α."......''.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο κατ` ουσία την από 10-1-2017 αίτηση του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και απορρίπτοντας την ασκηθείσα με τις προτάσεις κύρια παρέμβαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1, 3 και 50 παρ. 1, 2, 3 του ν. 4182/2013 και 109 παρ. 2 του Συντάγματος, χωρίς να δεχθεί διαφορετική ερμηνεία από αυτήν που εκείνες προβλέπουν.
Το Εφετείο, αντικρούοντας το αίτημα του κυρίως παρεμβαίνοντος, με το οποίο αυτό ζητούσε την απόρριψη της αίτησης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι στην από 1-11-1969 διαθήκη του Λ. Α., δεν ορίζεται τρόπος διοίκησης της περιουσίας του διαθέτη (μίσθωση ακινήτου) και συνεπώς αυτή αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, διακρινόμενη από την περιουσία του αιτούντος, τα έσοδα όμως από τη μίσθωση του εν λόγω ακινήτου δεν επαρκούν για τη διαχείριση της εν λόγω περιουσίας ως κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης διακεκριμένης της λοιπής περιουσίας του αιτούντος και την ευόδωση του σκοπού του, ούτε προβλέπεται δυνατότητα βελτίωσής τους στο μέλλον.
Ειδικότερα, τα έσοδα από τη μίσθωση του ακινήτου, κατά τα έτη 2011-2017, σε αντιστοιχία με τα έξοδά του (δαπάνες συντήρησης και επισκευής των ζημιών του, φόροι επί των μισθωμάτων στο Δημόσιο, ΕΝΦΙΑ, δαπάνη που απαιτείται για την αυτοτελή διαχείριση του), υπερέβαιναν τα ως άνω έσοδα αυτού και δεν θα μπορούσε να εκπληρωθεί η βούληση του διαθέτη για διάθεση των εσόδων από τη μίσθωση του ακινήτου "κατά έτος κατά ποσοστό 5/6 σε άπορα και φτωχά παιδιά, ηλικίας από 2 έως 10 ετών, των οποίων οι γονείς ή ένας από αυτούς κατάγονται από την Άρτα και κατά ποσοστό 1/6 σε φτωχά παιδιά που διαμένουν στην Άρτα ανεξαρτήτως τόπου καταγωγής", ως κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης.
Κατά τη προσβαλλόμενη απόφαση από την αντιπαραβολή του κανονισμού του αιτούντος φιλανθρωπικού ιδρύματος, που εγκρίθηκε με το από 5-11-1929 Προεδρικό Διάταγμα και δημοσιεύτηκε νόμιμα, προς το περιεχόμενο της διαθήκης, προκύπτει ότι ο κοινωφελής σκοπός για τον οποίο ορίσθηκε ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί το δωρηθέν στο αναιρεσίβλητο περιουσιακό στοιχείο, ταυτίζεται με το σκοπό, τον οποίο επιδιώκει σύμφωνα με το καταστατικό του αυτό (φιλανθρωπικό ίδρυμα).
Ο σκοπός αυτός, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδρυτικού κανονισμού, είναι μεταξύ άλλων, ο υπό της διαθήκης του ευεργέτη, η χρηματική ενίσχυση άπορων παιδιών και μαθητών, προίκιση άπορων κοριτσιών και η χορηγία βοηθημάτων σε φτωχούς και ανίκανους για εργασία. Στη προκείμενη περίπτωση δηλαδή δεν πρόκειται περί ειδικού κοινωφελούς σκοπού, διαφορετικού από το σκοπό που επιδιώκει το υφιστάμενο ήδη κατά το χρόνο της διαθήκης ίδρυμα, αλλά περί σκοπού που ταυτίζεται με τον επιδιωκόμενο από το ίδρυμα σκοπό.
Επομένως, το κληρονομηθέν στο αναιρεσίβλητο φιλανθρωπικό ίδρυμα από το διαθέτη ισόγειο ακίνητο, με σκοπό τα έσοδα από αυτό να διατίθενται κατ' έτος κατά ποσοστό 5/6 σε άπορα και φτωχά παιδιά, ηλικίας από 2 έως 10 ετών, των οποίων οι γονείς ή ένας από αυτούς κατάγονται από την Άρτα και κατά ποσοστό 1/6 σε φτωχά παιδιά που διαμένουν στην Άρτα ανεξαρτήτως τόπου καταγωγής, δεν αποτελεί ίδρυμα ούτε αυτοτελές αφού δεν ορίσθηκε ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης αυτού, ούτε υποτελές, δηλαδή κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, αφού ο σκοπός για τον οποίο διατέθηκε συμπίπτει με τον επιδιωκόμενο από το ίδρυμα σκοπό.
Το προαναφερόμενο κληρονομηθέν ακίνητο, ενσωματώθηκε κατά τη βούληση του διαθέτη, στην περιουσία του αιτούντος και αποτέλεσε ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο, με αποτέλεσμα να μη αποτελεί κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, υποκείμενο στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, με το μοναδικό αναιρετικό λόγο περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω άρθρων, αποδίδοντας στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ` αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 22-3-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9/24-3-2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 308/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων (ειδική διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ