Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague objection and lack of evidence regarding statute of limitations. The court rejects claims of procedural violations and unfair trial. The appellant loses the case and pays legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court rejected their statute of limitations objection as vague and distorted evidence, claiming violations of fair trial rights under the ECHR. The court found these arguments inadmissible because the lower court had already rejected the objection as vague without examining the substance, and the appellant failed to substantiate their claims in the appeal document.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 566(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds raised in the appeal petition do not correspond to the grounds in the appeal document, or if the lower court's rejection of an objection as vague precludes further examination of the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 423 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 423/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Σαλαμίνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΣΦΑ) Α.Ε." ως διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΠΑ) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μιχαήλ Καρκούλια και Βασίλειο Φουρλή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας το μεν αυτοτελώς, το δε ως μέλος της Σύμπραξης Εταιρειών που αποτελείται από: α) την Εταιρεία με την επωνυμία "...", β) την Εταιρεία με την επωνυμία "..." και γ) την Εταιρεία με την επωνυμία "...", 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." ως διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Σάχνικα που ανακάλεσε την από 14/10/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 28/2/1997 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης ως άνω αναιρεσίβλητης, την από 5/12/1997 πρόσθετη παρέμβαση της τρίτης ως άνω αναιρεσίβλητης, την από 10/10/2007 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ως άνω αναιρεσίβλητης, την από 8/12/1997 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης ως άνω αναιρεσίβλητης και την από 2/8/2007 πρόσθετη παρέμβαση της τέταρτης ως άνω αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1267/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6/8/2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 404/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 24/1/2020 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βρυσηίς Θωμάτου ανέγνωσε την από 14/3/2016 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6/8/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 1267/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24-1-2020 κλήση της αναιρεσείουσας, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, η από 6-8-2015 (αριθμ. καταθ. 771/ 2015) αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 404/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, κατά τη δικάσιμο της 23-1-2017, λόγω έλλειψης επίδοσής της, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την ιδιότητα της προσθέτως παρεμβάσας υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1267/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 24-3-2011 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 35/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την τελευταία απόφαση, αφού συνεκδικάστηκαν, η από 1-10-1996 (αριθμ. καταθ. 8102/1-10-1996) αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, με αντικείμενο την επιδίκαση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας της, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης σε βάρος της και οι με αριθμούς κατάθεσης, 12259/18-12-2007, 11347/8-12-1997 και 8208/22-8-2007 πρόσθετες υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, παρεμβάσεις των, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, απορρίφθηκε η ως άνω (αναγνωριστική) αγωγή, ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, λόγω παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων και έγιναν δεκτές οι πρόσθετες παρεμβάσεις.
Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 741/2013, ΑΠ 1075/2011, ΑΠ 1236/2006).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 1918/2009, ΑΠ 652/2009). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ της εναγομένης - ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά την πρωτοβάθμια δίκη και είχαν μετάσχει της δευτεροβάθμιας δίκης, αφού η έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας είχε στραφεί και κατ' αυτών, είναι μεν απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ. 2 ΚΠολΔ), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώ οι λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην, όμως, εκτιμάται ως κλήση για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, από τις άνω αναιρεσίβλητες, παραστάθηκε η τέταρτη, ενώ δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Από τα έγγραφα που η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει και εκείνα που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει ότι, οι ως άνω απολιπόμενες αναιρεσίβλητες, κλήθηκαν νομότυπα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα στην προκείμενη δίκη, για την ορισθείσα με την από 24-1-2020 κλήση δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ειδικότερα, από τη με αριθμό 4330Δ/18-12-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Π., και τις κάτω απ' αυτήν, από 18-12-2020 απόδειξη του αξιωματικού υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Αμαρουσίου Α. Δ. και από 21-12-2020 βεβαίωση παραλαβής της υπαλλήλου των ΕΛΤΑ Χ. Γ., την οποία προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αντίγραφο της από 24-1-2020 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 18-10-2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων, με θυροκόλληση στην έδρα της, στο ....
Επίσης, κλήθηκε νομότυπα και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία έχει την έδρα της σε γνωστή διεύθυνση, στη ... Ρωσίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων, 134 παρ. 1 και 3 και 136 παρ. 1 του ΚΠολΔ και αυτές της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων, που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, την οποία έχει επικυρώσει τόσο η Ελλάδα, με το ν. 1334/1983, όσο και η Ρωσία.
Σχετικά με την κλήτευση αυτής, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς, 4369Δ και 4370Δ/8-1-2021 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου πιο πάνω δικαστικού Επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και της από 24-1-2020 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκαν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τη διαβίβασή τους, στην ίδια.
Το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και η άνω κλήση (στην ελληνική γλώσσα και σε μετάφραση αυτής στη ρωσική) υποβλήθηκαν στην αρμόδια κεντρική αρχή λήψης δικογράφων της Ρωσίας (Υπουργείο Δικαιοσύνης που εδρεύει στη ...) από την οποία και παραλήφθηκαν την 1-3-2021. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενα σε πλήρη μετάφραση από 25-5-2021 Πρακτικά Δικαστικής Ακρόασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της πόλης της ...ς, την από 25-5-2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο συνήλθε δημόσια στο ακροατήριό του κατόπιν της παραγγελίας του άνω Εισαγγελέα με θέμα την επίδοση στην εν λόγω αναιρεσίβλητη των άνω δικαστικών εγγράφων και το με αριθμό πρωτοκ. 06-83699/20-7-2021 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τα έγγραφα αυτά επιδόθηκαν στο νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, K.
V. F., δυνάμει του συνημμένου στο τελευταίο έγγραφο πληρεξουσίου. Έτσι, εφόσον ακολούθησε πραγματική περιέλευση των εγγράφων στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, στις 25-5-2021, η επίδοση προς αυτή θεωρείται ότι συντελέστηκε. Επομένως, μετά την παράσταση της τέταρτης αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο και την κλήτευση των απολιπόμενων, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, είναι παραδεκτή η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εφόσον δε η δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.
α και γ του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, ''οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο''.
Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 (20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο) οφείλουν όλοι οι διάδικοι να καταθέσουν στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να υποστηριχθεί ή να αποκρουσθεί η αναίρεση, η κατάθεση δε και η ημερομηνία τους βεβαιώνεται με σημείωση επάνω στο φάκελο της δικογραφίας.
Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι οι προτάσεις, που περιέχουν ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Στην ίδια δε προθεσμία, πρέπει να κατατίθενται και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την ένσταση (ΑΠ 1555/2017). Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, η ένσταση είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Και ναι μεν, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως στα πλαίσια του παραδεκτού της αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), τη νομιμοποίηση των διαδίκων και το έννομο συμφέρον (άρθρα 68 και 73 ΚΠολΔ), με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης που παραδεκτά επισκοπεί, όμως, στην περίπτωση που το απαράδεκτο συνδέεται με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος, εάν ο τελευταίος κατέθεσε τις έγγραφες προτάσεις του σε προθεσμία μικρότερη των είκοσι ημερών, καθιστά δικονομικώς απαράδεκτη την προβολή με αυτές της σχετικής ένστασης, αλλά και τη λήψη για την απόδειξη της ίδιας ένστασης των προσκομιζόμενων από αυτόν με τις εκπρόθεσμες προτάσεις αποδεικτικών στοιχείων, που δεν περιλαμβάνονται στα κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγγραφα που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (ΟλΑΠ 412/1981, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 983/2010).
Σύμφωνα με αυτά, ο Άρειος Πάγος δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων, την έλλειψη νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος, όταν ο τελευταίος έπαυσε να νομιμοποιείται ως διάδικος επειδή συνέτρεξαν ειδικοί προς τούτο λόγοι (AΠ 433/2020, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 461/2018, ΑΠ 1381/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσίβλητη, με τις από 21-10-2021 προτάσεις της, που κατατέθηκαν στην γραμματεία του δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία, ήτοι τρεις ημέρες μετά τη δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση (18-10-2021), προβάλλει έλλειψη της ενεργητικής νομιμοποίησης - ικανότητας διαδίκου της αναιρεσείουσας, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, επικαλούμενη ότι η τελευταία, μετά τη λήξη της διαδικασίας εκκαθάρισής της και την καταχώριση στο ΓΕΜΗ (Γενικό Εμπορικό Μητρώο) στις 18-2-2020, του ισολογισμού λήξης της εκκαθάρισης, διαγράφηκε από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο και ως εκ τούτου, ως νομικό πρόσωπο έχει παύσει υφιστάμενο από τις 20-2-2020, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 1 περ.
ε και 107 παρ. 2 του ν. 4635/2019, που άρχισαν να ισχύουν κατά το άρθρο 116 παρ. 3 του νόμου αυτού από 30-1-2020, με τις οποίες ορίζεται, ότι, η καταχώριση της διαγραφής του νομικού προσώπου από το ΓΕΜΗ έχει συστατικό χαρακτήρα και επιφέρει την απώλεια της νομικής προσωπικότητας του διαγραφέντος προσώπου και ότι, αν παρά τη διαγραφή υπάρχει περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση, που παραλείφθηκαν στη διαδικασία της ολοκληρωθείσας εκκαθάρισης, η διαδικασία της εκκαθάρισης δεν αναβιώνει αυτόματα, αλλά μόνο κατόπιν απόφασης της αρμόδιας υπηρεσίας του ΓΕΜΗ περί επανεγγραφής της εταιρίας στο ΓΕΜΗ και αναβίωσης της διαδικασίας της εκκαθάρισης, μετά από αίτηση προσώπου που έχει έννομο συμφέρον.
Η ως άνω προβαλλόμενη ένσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, γιατί υποβλήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις οποίες, όπως από την επ' αυτών βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατέθεσε στις 21-10-2021, ήτοι τρεις ημέρες μετά την ορισθείσα δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, ημερομηνία, στην οποία προσκόμισε με τις προτάσεις και κατέθεσε και τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία επιχειρεί την για το λόγο αυτό απόκρουση της αναίρεσης.
Άλλωστε, η έλλειψη της επικαλούμενης πιο πάνω προϋπόθεσης του παραδεκτού της αναίρεσης, δεν προκύπτει από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία περιλαμβάνονται στα κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την αυτεπάγγελτη έρευνα αυτής από τον Άρειο Πάγο, ανεξάρτητα από το εκπρόθεσμο της κατάθεσης των προτάσεων και των σχετικών εγγράφων απόδειξης της ένστασης από την αναιρεσίβλητη.
Επιπλέον, η πρώτη αναιρεσίβλητη προβάλλει με τις ίδιες όπως παραπάνω προτάσεις της, ένσταση απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης και για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον για την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, διατείνεται για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της, ότι ο διαχειριστής και στη συνέχεια εκκαθαριστής αυτής, Ι.
Λ., τελώντας σε γνώση της προκείμενης δίκης, προέβη στην άμεση περάτωση της εκκαθάρισης αυτής στις 18-2-2020, γεγονός που συνιστά ρητή και ανεπιφύλακτη εκ μέρους της αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, και κατά συνέπεια στερείται εννόμου συμφέροντος για τη συγκεκριμένη δίκη. Και η ένσταση, όμως, αυτή με την οποία προβάλλεται ισχυρισμός, κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας εξέλιπε, εξαιτίας της περάτωσης της εκκαθάρισης και δεδομένου ότι τα επικαλούμενα γεγονότα δεν προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι ανωτέρω προτάσεις με τις οποίες προτείνεται, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το παραπάνω άρθρο προθεσμίας των 20 ημερών, πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ήδη αναφέρθηκε.
Επίσης, ισχυρισμό απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, μετά την περάτωση της διαδικασίας εκκαθάρισής της και τη διαγραφή της από το ΓΕΜΗ, προβάλλει και η τέταρτη αναιρεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις οποίες, όπως από την επ' αυτών βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατέθεσε στις 20-10-2021, ήτοι δύο ημέρες μετά την ορισθείσα δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, ημερομηνία, άλλωστε στην οποία προσκόμισε με τις προτάσεις και κατέθεσε και τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία επιχειρεί την για το λόγο αυτό απόκρουση της αναίρεσης.
Και η ένσταση, όμως, αυτή της τέταρτης αναιρεσίβλητης, με την οποία προβάλλεται ισχυρισμός, κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, καθόσον οι προτάσεις με τις οποίες προβάλλεται, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το παραπάνω άρθρο προθεσμίας των 20 ημερών, πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, στις 18-10-2021, αλλά μετά από αυτή, στις 20-10-2021.
Κατά τα λοιπά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης, ''για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών'', η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, ''παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...''.
Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια, α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης, όταν το πολιτικό δικαστήριο, που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, υπερβεί τη λογική προθεσμία εκδίκασης, εάν η υπέρβαση αυτή δεν είχε αρνητική επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και διότι σε κάθε περίπτωση, η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι, ''η έκδοση της τελεσιδίκου αποφάσεως δεν έλαβε χώρα εντός του ευλόγου χρόνου ...., αφού ...
απαιτήθηκε συνολικά χρονικό διάστημα δέκα εννέα (19) ετών και αποκλειστικά για την εκδίκαση της εφέσεως ... απαιτήθηκε χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών ... με δεδομένο ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν είχαμε υπερβολικό αριθμό διαδίκων, ούτε παρεμπίπτον ζήτημα, ούτε διακοπή της δίκης εξαιτίας θανάτου κάποιου εκ των παραγόντων της δίκης...'' και ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, που αναφέρεται στην υπερβολική διάρκεια της πολιτικής διαδικασίας, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε διότι, πέραν του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδίκασης της υπόθεσής της είχε αρνητική επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η υπέρβασή της είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο και δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως αόριστη, ή μη νόμιμη, ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ ΑΠ 44/1990, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 99/2020, AΠ 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης στο κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της, κατά της ένστασης παραγραφής της αγωγικής της αξίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, αντένστασής της περί αναστολής της παραγραφής, ως εκ του ότι εμποδίστηκε από λόγους ανώτερης βίας στην άσκηση διακοπτικής του χρόνου παραγραφής διαδικαστικής πράξης, διότι περιέχει ανεπαρκείς δικαιολογίες.
Ο λόγος αυτός, είναι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο απέρριψε την αντένσταση της αναιρεσείουσας, ως αόριστη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την έχει απορρίψει ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1409/2018).
Εξάλλου, ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης προϋποθέτει και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή εγγράφου από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 - 465 ΚΠολΔ, δέχθηκε ως περιεχόμενό του, κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε (ΑΠ 312/2020, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1071/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο απέρριψε την, κατά της ένστασης παραγραφής της αγωγικής της αξίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, αντένστασή της περί αναστολής της παραγραφής, λόγω του ότι απετράπη με δόλιες ενέργειες της τελευταίας να ασκήσει την αξίωσή της, χωρίς να λάβει υπόψη τα έγγραφα που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και του Πρωτοδικείου και συγκεκριμένα, 1) την ανταλλαγείσα μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσίβλητης αλληλογραφία, 2) την από 5-8-1994 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της ίδιας, γ) τις με αριθμούς 10397 και 10404/4-12-2013 ένορκες βεβαιώσεις και 4) τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο απέρριψε την άνω αντένσταση ως αόριστη, χωρίς να εισέλθει στην έρευνα της ουσίας. Επίσης, με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αμέσως παραπάνω έγγραφα, παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα παραπάνω έγγραφα.
Ωστόσο και ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την άνω αντέσταση ως αόριστη. Οι διαλαμβανόμενες στις προτάσεις της αναιρεσείουσας αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Εφετείο απορρίπτοντας την αντένστασή της, περί αναστολής της παραγραφής ως εκ του ότι εμποδίστηκε από λόγους ανώτερης βίας στην άσκηση διακοπτικής της παραγραφής διαδικαστικής πράξης, χωρίς επαρκή αιτιολογία και της αντένστασης της περί της αναστολής της παραγραφής, λόγω του ότι απετράπη με δόλιες ενέργειες της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρίς να λάβει υπόψη το περιεχόμενο των αποδεικτικών εγγράφων που προσκόμισε, παραβίασε το δικαίωμα της σε δίκαιη δίκη, υπό την ειδικότερη έκφανση της υποχρέωσης αιτιολογίας των αποφάσεων, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, αλλά και το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη, υπό την ειδικότερη έκφανση της πρόσβασης σε δικαστήριο για την προστασία της περιουσίας της, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με τις οποίες επιχειρείται η θεμελίωση λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβαλλόμενες με τις προτάσεις και όχι με το δικόγραφο της αναίρεσης, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες.
Κατ' ακολουθία, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων για καθεμία από τις πρώτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, ενώ όσον αφορά τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, δεν ορίζονται δικαστικά έξοδα, καθόσον λόγω της ερημοδικίας τους δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-8-2015 και με αριθμό κατάθεσης 771/2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1267/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την καθεμία από αυτές. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ