Legislator Case Law & Legislation
423/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order citing missed statutory deadlines for property owner protection.

Case Number 423/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Thessaly Region's appeal against a First Instance Court decision rejecting its request to annul an eviction order. The region argued the eviction lacked legal basis, but the court found the owners had failed to file a request to maintain the expropriation within the mandatory one-year deadline following the initial decision. The court ruled that only the property owner can invoke the annulment of the eviction, not the expropriating authority, due to the specific legislative intent to protect owners who missed procedural time limits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 7 § 1 and 11 § 3 of the Expropriation Law; The expropriating authority cannot invoke the annulment of an eviction order when the property owner has failed to request the maintenance of the expropriation within the statutory one-year period, as the law intends to protect the owner's rights exclusively.

Keywords

AI generated
expropriation law eviction order annulment statutory time limits property owner protection procedural deadlines expropriation maintenance civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 7 § 1 of the Expropriation Law
Art. 11 § 3 of the Expropriation Law
Art. 179 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 423 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Περιφέρειας Θεσσαλίας, διαδόχου ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Φώτου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Κ. , συζύγου Γ. Β. , 2) Α. Β. του Γ. , 3) Ν. Β. του Γ. , κατοίκων ... Βόλου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 01-04-2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1330/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε ότι κρίθηκε απορριπτέο και ανέβαλλε κατά τα λοιπά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 05-02-2019 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Μουζάκη ανέγνωσε την από 04-02-2016 έκθεση της τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 01-04-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την από 05-02-2019 κλήση των αναιρεσιβλήτων νομίμως φέρεται προς συζήτηση, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, της από 01-04-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 28/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 12/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί της παραπεμφθείσας σ' αυτή με την υπ' αριθμ. 293/ 2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α2 Τμήματος) συναφούς υπόθεσης, μέχρι την έκδοση της οποίας είχε αναβληθεί, κατ' άρθρο 249 εδ.α' ΚΠολΔ, η εξέτασή του με την προηγούμενη υπ' αριθμ. 1330/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.

Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος ήδη Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ' ου η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του λόγω της δέσμευσης που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.

Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτρίωσης που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης, ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.

Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.).

Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (ΑΠ 469/2016, ΑΠ 40/2015).

Επίσης, με την υπ' αριθ. 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου της Επικρατείας (αριθ. 3689/2009) έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτρίωσης προθεσμίας του ενάμιση έτους ερμηνεύοντας στενώς, λόγω της απόλυτης διατυπώσεως της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι σε περίπτωση μη καταβολής της αποζημιώσεως εντός της προβλεπομένης σε αυτήν προθεσμίας του ενάμισι έτους, "η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως", την, κατ' εξαίρεση της συνταγματικής διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 17, θεσπιζομένη με την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν.δ/τος 797/1971 ρύθμιση - η οποία, άλλωστε, δεν επαναλήφθηκε με τον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΦΕΚ Α' 17), υπό την έννοια ότι η αυτοδικαίως επερχομένη άρση της απαλλοτριώσεως, λόγω μη συντελέσεώς της εντός ενάμισι έτους από την δημοσίευση της αποφάσεως περί προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως ή, σε περίπτωση απ' ευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, από την δημοσίευση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως, θεωρείται μη γενομένη μόνον στην περίπτωση που ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλει έγγραφη δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών ότι επιθυμεί την διατήρηση της απαλλοτριώσεως εντός έτους από την πάροδο της ανωτέρω τασσομένης για την συντέλεσή της προθεσμίας του ενάμισι έτους.

Και τούτο διότι μόνον από την υποβολή της δηλώσεως αυτής συνάγεται σαφώς και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες, τόσο για τον καθ'ου όσο και για τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, η βούληση του πρώτου, ο οποίος δικαιούται να ζητήσει και τη βεβαίωση περί της αυτοδικαίας άρσης της, για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ώστε να αίρεται, για λόγους ασφαλείας του δικαίου, κάθε αμφιβολία ως προς την νομική κατάσταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης. Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας".

Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδ. στ' και ζ' του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27-10-2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31-12-2012.

Συνεπώς, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα ανωτέρω έχει αρθεί αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον άνευ άλλου δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά.

Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ, 3α ν. 4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από το θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτρίωσης, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση.

Και αν το αίτημα του καθ' ου η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας. Η υποβολή της άνω δήλωσης απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για ανάκληση της απαλλοτρίωσης, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (ΟλΑΠ 7/2007).

Η αυτοδίκαιη ως άνω ανάκληση της απαλλοτρίωσης, αποβλέπουσα αποκλειστικώς στο συμφέρον του καθ'ού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει σε βάρος του η κηρυχθείσα σε βάρος του απαλλοτρίωση, επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του μπορεί από αυτόν και μόνον να προταθεί, όχι δε και από τον υπέρ ού η απαλλοτρίωση.

Κατά συνέπειαν η προθεσμία αυτή ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρέλευσής της επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο, που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της εν λόγω αποζημίωσης ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη της καθορισθείσης αποζημίωσης.

[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκείμενη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα:

«| Με την υπ' αριθμ. …/21-12-2006 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι το εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Θεσσαλίας", που δημοσιεύτηκε νομότυπα, κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα, για δημόσια ωφέλεια, εδαφική έκταση 60763,56 τ.μ., στην περιοχή ... Μαγνησίας, για τη διαπλάτυνση της επαρχιακής ...

κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2882/2001, καθορίστηκε οριστικά η τιμή μονάδας αποζημίωσης και αναγνωρίστηκαν οι καθ' ων η ανακοπή ως δικαιούχοι της αποζημίωσης, με την υπ' αριθμ. ... /7-5-2011 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Προηγούμενα με την υπ' αριθμ. …/12-1-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου προσδιορίστηκε προσωρινά η αποζημίωση των απαλλοτριούμενων εκτάσεων.

Με βάση τα ανωτέρω, οι καθ' ων η ανακοπή, με την από με αριθ. καταθέσεως 970/2011 αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, στρεφόμενοι κατά του υπόχρεου προς καταβολή της αποζημιώσεως, ανακόπτοντος-καθ' ου η αίτηση ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Θεσσαλίας", ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση της ανακοπτόμενης, με αριθ.1005/30.10.2011 διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει, στις μεν πρώτη και δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 14.049,46 ευρώ, στους δε πρώτη και τρίτο εξ αυτών το ποσό των 64.228,50 ευρώ, ήτοι το μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους, νομιμοτόκως από την επίδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής.

Ενόψει των περιστατικών αυτών, η άπρακτη παρέλευση της 18μηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, που προαναφέρθηκε, δηλαδή από 12-01-2009 έως 12-07-2010, δεν επέφερε απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για τους δικαιούχους - καθ' ων η ανακοπή, οι οποίοι όχι μόνο δεν επικαλούνται την άπρακτη παρέλευσή της αλλά, αντίθετα, με την από προαναφερθείσα αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, επιδιώκουν την καταδίκη του υπόχρεου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Θεσσαλίας" στην καταβολή της αποζημίωσης που καθορίστηκε.

Εξάλλου, από την άσκηση της αιτήσεως αυτής με σαφήνεια συνάγεται η βούληση των δικαιούχων αυτής να μην ασκήσουν το προς το συμφέρον τους θεσπιζόμενο δικαίωμα να καταστήσουν ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη άρση της. Πέραν αυτών, ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, γιατί η απαίτηση αποζημίωσης για την οποία εκδόθηκε, αποσβέστηκε, με την αυτοδίκαιη ανάκληση της επίδικης απαλλοτρίωσης, που επήλθε στις 11-07-2010, οπότε συμπληρώθηκε δεκαοκτάμηνο από τις 12-09-2009, που δημοσιεύτηκε η 4/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, χωρίς μέσα στο δεκαοκτάμηνο αυτό να καταβληθεί ή να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η προσωρινώς καθορισμένη αποζημίωση, που αποτελεί ένσταση αποσβεστική της απαιτήσεως, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και μπορεί να προταθεί, γιατί η προβαλλόμενη απόσβεση της απαίτησης και τα θεμελιωτικά κατά νόμο πραγματικά περιστατικά της (αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης) έλαβαν χώρα πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το εκκαλούν, ως ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και υπόχρεο για καταβολή της αποζημίωσης, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να τον προτείνει και τούτο γιατί, η αυτοδίκαιη άρση (ανάκληση) της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις λόγω μη καταβολής ή μη παρακατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημιώσεως που ορίστηκε μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τις διατάξεις αυτές, δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και πρέπει να προτείνεται.

Μπορεί δε να προταθεί μόνο από τον καθ' ου η απαλλοτρίωση και όχι τον υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως. Η ως άνω αυτοδίκαιη ανάκληση αποβλέπει μόνο στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η κηρυγμένη εις βάρος του απαλλοτρίωση επί μακρόν εκκρεμής προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του [...] |».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ήδη αναιρεσείουσα Περιφέρεια Θεσσαλίας , δεν νομιμοποιούνταν να προτείνει τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής της και ορθά επομένως απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ο λόγος αυτός, με τον οποίο η αναιρεσείουσα Περιφέρεια Θεσσαλίας ζήτησε την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενη ότι χωρίς νόμιμη αιτία εκδόθηκε η διαταγή αυτή πληρωμής, αφού κατά το χρόνο που ζητήθηκε η έκδοσή της είχε ήδη αρθεί αυτοδικαίως η αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων ενόψει και του ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ενδιαφέρθηκαν για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, αφού δεν κατέθεσαν σχετική αίτηση προς την αρμοδία υπηρεσία μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας του ενάμισι έτους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με συνέπεια να απορρίψει το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Περιφέρειας Θεσσαλίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 7§1 και 11§3 του Κ.Α.Α.Α. (ν. 2882/2001), αφού κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν νομιμοποιείτο και η αναιρεσείουσα Περιφέρεια Θεσσαλίας να προτείνει ως λόγο ακύρωσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου των εφεσιβλήτων, επειδή όχι μόνον παρήλθε άπρακτη η προβλεπόμενη για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης προθεσμία του ενάμισι έτους από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, αλλά παρήλθε ακολούθως άπρακτη και η εν συνεχεία αυτής προθεσμία του ενός έτους για την υποβολή από τους αναιρεσίβλητους αίτησης προς διατήρηση της απαλλοτρίωσης.

Η θέση αυτή, πέρα από τα προαναφερόμενα, είναι σύμφωνη και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4024/2011 (σελ.23 αυτής), σχετικά με την αντικατάσταση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 με την παρ. 3α του άρθρου 39 του ν.4024/2011, στην οποία ρητά αναφέρεται "ότι σκοπός της συνταγματικής ρύθμισης, κατά τη νομολογία, είναι η προστασία του ιδιοκτήτη και μόνον αυτός μπορεί να επικαλεστεί την άρση και όχι ο υπέρ ού η απαλλοτρίωση" (βλ και ΟλΑΠ 12/2018).

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, ως προς το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος, καθώς και η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, αφού οι λοιποί λόγοι της έχουν απορριφθεί ήδη με την με αριθ. 1330/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας που παρουσιάζει η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (αρθ.179,183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-04-2015 αίτηση της ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ως καθολικής διαδόχου ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ