423/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated423/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον η τρίτη από τους αναιρεσείοντες Ε. - Ε. Α. δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Full text
Απόφαση 423 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 423/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Φ. Α. του Π., κατοίκου ..., 2. Φ. Α. του Π., κατοίκου ... 3.Ε.-Ε. χήρας Π. Α. , κατοίκου ...,4. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"που εδρεύει στο ..., νομίμως εκπροσωπούμενη. Οι 1ος 2ος και 4η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Αθανασόπουλο, η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Ρηγάκο Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" εδρεύουσα στην Παλλήνη, νομίμως εκπροσωπουμένη, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ιωάννη Ρηγάκο και Άγγελο Καραχάλιο Υπέρ του ήδη αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 71/2015 Του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-6-2017 αίτησή τους και τους από 13-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 16-10-2019 πρόσθετη παρέμβασή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα (ΑΠ 897/2011,71/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../10/2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Α. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18/12/2019), με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των αναιρεσειόντων δικηγόρο Δημήτριο Κορμπάκη.
Επομένως, εφόσον η τρίτη από τους αναιρεσείοντες Ε. - Ε. Α. δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η από 30/06/2017 αίτηση και οι από 13/11/2019 πρόσθετοι λόγοι των Φ. Α., Φ. Α. , Ε.-Ε. Α. και Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατά του Ε. Κ. ,για αναίρεση της 71/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Η εν λόγω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 569 παρ.2 ΚΠολΔ), πρέπει, αφού συνεκδικαστούν (άρθρ. 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν ως προς το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ). Με τα άνω δικόγραφα πρέπει να συνεκδικασθεί και η πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε, η εταιρεία με την επωνυμία " ... ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", υπέρ του αναιρεσιβλήτου, η οποία έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει στην εκκρεμή κύρια δίκη ,ως ειδική διάδοχος του τελευταίου, με την αγορά από αυτόν, κατά τη διάρκεια της δίκης, του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../20-08-2019 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μ. Ε., όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύεται. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και είναι νόμιμη (άρθρα 80,81παρ. 1,325 αριθμ.2, 246, 573 παρ1 ΚΠολΔ).
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που έχει στη νομή του κινητό ή ακίνητο πράγμα, δηλονότι εκείνος που απέκτησε και ασκεί πάνω σ' αυτό φυσική εξουσία (κατοχή), για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), ενώ αν απέκτησε τη νομή του με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας σ' εκείνον του δικαιοπαρόχου του.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041 και 1042 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη, δηλαδήt που χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό επί μια τριετία και ακίνητο επί μια δεκαετία, αποκτά την κυριότητα του πράγματος (τακτική χρησικτησία).
Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων, ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας: "Το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, βρίσκεται εντός των ορίων οικισμού της πρώην Κοινότητας και ήδη τοπικής κοινότητας Ημεροβιγλίου του Δήμου Θήρας και έχει έκταση 12 τ.μ μετά του υπεδάφους που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια αυτού, το οποίο απεικονίζεται στο συνημμένο στην υπό κρίση αγωγή σχεδιάγραμμα, μεταξύ των σημείων 16 και 17 και συνορεύει δυτικά με πλευρά τριών (3) μέτρων με ιδιοκτησία τετάρτης εναγομένης ανατολικά, βόρεια και νότια με πλευρές τριών (3) τεσσάρων (4) και τεσσάρων (4) μέτρων αντίστοιχα με ιδιοκτησία του ενάγοντος.
Το μείζον ακίνητο (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο) είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει έκταση 257,70 τ.μ., εμφαίνεται στο από μηνός Ιουλίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Κ., απεικονίζεται περιμετρικά με τους αριθμούς 1-2-..,.-20-1 και συνορεύει βόρεια εν μέρει σε πλευρά 18-19-20-1-2-3-4, συνολικού μήκους 21,97 μ., με ιδιοκτησία Α.
Δ. και εν μέρει, σε πλευρά 6-7, μήκους 1,40 μ., με ιδιοκτησία Ι. Γ., ανατολικά εν μέρει σε πλευρά 4-5-6, συνολικού μήκους 15,02 μ και εν μέρει σε πλευρά 7-8, μήκους 1,97 μ., με ιδιοκτησία Ι. Γ., νότια, σε πλευρά προσώπου 8-9-10-11-12- 13-14, συνολικού μήκους 21,04 μ., με δημοτική οδό μεταβλητού πλάτους 1,20 έως 1,50 μ., νοτιοανατολικά, σε πλευρά προσώπου 14-15, μήκους 2,15 μ., με δημοτική οδό μεταβλητού πλάτους 1,20 έως 1,50 μ., και δυτικά, σε πλευρά 15-16-17-18, συνολικού μήκους 8,20 μ., με ιδιοκτησία με ιδιοκτησία της τετάρτης εναγομένης.
Το παραπάνω μείζον ακίνητο (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο) περιήλθε αρχικά στη Μ., πρώην συζύγου Σ. Β., το γένος Ι. (Ζ.) και Π. Σ., λόγω αγοράς από τους Ι. και Ν. Α. του Α., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../14.4.1942 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Π. Ζ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θήρας.
Έκτοτε, η εν λόγω δικαιοπάροχος του ενάγοντος κατείχε και νεμόταν το ακίνητο αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, και δη μέχρι μεν την εισαγωγή του ΑΚ [23-2-1946] με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει σαν δικό της και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας των άλλων, έκτοτε δε με διάνοια κυρίου, ενεργώντας σ' αυτό όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις νομείς που προσιδίαζαν στη φύση και στη θέση του, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως βούληση της, έχοντας αποκτήσει την κυριότητα του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ειδικότερα, ασκούσε αυτοπροσώπως και δια αντιπροσώπου (άρθρο 980 παρ. 1 ΑΚ) όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου και μάλιστα κατά τρόπο φανερό και ανεμπόδιστο κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1942 έως το έτος 1973, που απεβίωσε. Συγκεκριμένα, η Μ. Β. αρχικά είχε παραχωρήσει το εν λόγω ακίνητο στον αδερφό της, Α.
Σ. για να διαμένει με την οικογένεια του στην επ' αυτού υφιστάμενη τότε οικία, έως το έτος 1956, οπότε και κατεδαφίστηκε από το σεισμό, ενώ στη συνέχεια το περιέφραξε και έκτοτε, το επισκεπτόταν, το φρόντιζε και το επέβλεπε. Η Μ. Β., η οποία απεβίωσε αδιάθετη στις 23.6.1973, κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της, Ι.
Β., ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά, που περιελάμβανε και το ακίνητο (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο), με την υπ' αριθμ. .../21.12.1973 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ.- Π., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θήρας, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../ 13.12.1975 συμπληρωματική πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ιδίου Υποθηκοφυλακείου.
Από το έτος 1973, οπότε και ο Ι.Β. υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του, συνέχισε να νέμεται το ακίνητο, με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του μέχρι το θάνατό του, το έτος 1994 και ειδικότερα το επέβλεπε και το περιποιόταν, ενίσχυσε την υπάρχουσα περίφραξη με σιδηροπασσάλους με βάση από τσιμέντο, ενώ διεξήγαγε και πολυετή δικαστικό αγώνα ιδίως κατά τον Π.
Α., πατέρα των δύο πρώτων εναγομένων και σύζυγο της τρίτης εξ αυτών, όταν ο πρώτος αμφισβήτησε την κυριότητά του σε τμήμα του επιδίκου, ισχυριζόμενος ότι αυτό ανήκει στην όμορη στα δυτικά ιδιοκτησία της συζύγου του, τρίτης εναγομένης, και διατάραξε αυτήν (την κυριότητα του) αφαιρώντας πασσάλους από την υφιστάμενη περίφραξη.
Συγκεκριμένα, ο Ι. Β. άσκησε την από 22.2.1977 αρνητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου κατά του Π. Α., σωρεύοντας στο δικόγραφο και αγωγή αναγνωρίσεως κυριότητας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παύσει κάθε διατάραξή της στο μέλλον.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 281/1977 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε κύριος του ακινήτου ο Ι. Β. και απαγορεύθηκε στον Π. Α. κάθε παρούσα και μελλοντική πράξη προσβολής επ' αυτού. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκαν αποδείξεις για τις δαπάνες επισκευής των ζημιών, που προκλήθηκαν από τον Π.
Α., επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 280/1978 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος το ποσό των 7.280 δραχμών. Σημειώνεται ότι η ως άνω αγωγή έγινε στο σύνολο της δεκτή κατ' ουσίαν μετά από ομολογία των πραγματικών περιστατικών της από τον εναγόμενο αυτής.
Παρά την προρρηθείσα ομολογία του Π. Α., αυτός προσέβαλε την ανωτέρω οριστική απόφαση με την από 23.10.1978 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, επί της οποίας εκδόθηκαν διαδοχικά τρεις μη οριστικές αποφάσεις, που διέτασσαν αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Στο μεταξύ, στις 12.12.1994 απεβίωσε ο Ι.
Β., ο οποίος κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του, η οποία αποποιήθηκε την κληρονομιά του και τους υιούς του, Π. και Γ. Β., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιαία περιουσία του, μεταξύ της οποίας και μείζον ακίνητο (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο) με την υπ' αριθμ. .../26.6.1995 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ι.
Γ.- Α., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θήρας, αποκτώντας έτσι με παράγωγο τρόπο την συγκυριότητα του μείζονος ακίνητου (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο) κατ' ισομοιρία. Οι ανωτέρω παρέλαβαν τη σύννομή του μείζονος ακίνητου (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο) και συνέχισαν έκτοτε να ασκούν με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο τις πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα τους, επιβλέποντας, τοπογραφώντας και φροντίζοντας το επίδικο, το οποίο επισκέπτονταν συχνά και στο οποίο τοποθέτησαν πινακίδα αναγράφουσα "ιδιοκτησία Β.", έως και το έτος 2007, οπότε και το μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως, στον ενάγοντα της υπό κρίση αγωγής, δυνάμει του με αριθμό ...2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε.
Θ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας. Στα πλαίσια της άσκησης της σύννομης τους οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, Π. και Γ. Β., συνέχισαν τον δικαστικό αγώνα του πατέρα τους και ειδικότερα, μετά τη διεξαγωγή της σχετικής πραγματογνωμοσύνης, επανέφεραν προς συζήτηση με την από 4.8.1997 κλήση τους την προαναφερόμενη έφεση κατά της ως άνω με αριθμό 281/1977 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την οποία άσκησε ο Π.
Α., ο οποίος στο μεταξύ, ήτοι το έτος 1996 είχε αποβιώσει. Στη δίκη αυτή υπεισήλθαν στη θέση του αρχικώς εκκαλούντος, Π. Α., ως καθολικοί διάδοχοι του, οι υιοί του Φ. και Φ. Α. καθώς και η σύζυγος του, Ε.-Ε. Α., ήτοι οι τρεις πρώτοι των εναγομένων της υπό κρίση αγωγής. Στην συζήτηση της ανωτέρω έφεσης, η οποία έλαβε χώρα στις 5.12.1997, κλήθηκε να παραστεί, όπως και έγινε και η τέταρτη εναγόμενη εταιρεία.
Τούτο διότι, ενόσω εκκρεμούσε η συζήτηση της εν λόγω εφέσεως και συγκεκριμένα το 1996, η τρίτη εναγόμενη Ε. - Ε. Α., χήρα του αρχικώς εναγομένου κυρία του όμορου στα δυτικά του επιδίκου ακινήτου, συνέστησε μαζί με το δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει του με αριθμό .../22.2.1996 συμβολαίου σύστασης ανώνυμης εταιρείας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε.
Μ., την τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", και στη συνέχεια εισέφερε σ' αυτή το όμορο του επιδίκου ακίνητο ιδιοκτησίας της, δυνάμει του με αριθμό .../ 24.3.1996 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας, Ε. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θήρας. Επί της εν λόγω εφέσεως εκδόθηκε η με αριθμό 58/1998 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία έκανε δεκτή την από 22.2.1977 αρνητική αγωγή του απώτερου δικαιοπάροχου του ενάγοντος της υπό κρίση αγωγής και αρχικώς ενάγοντος, Ι.
Β., τον αναγνώρισε ως αποκλειστικό κύριο του μείζονος ακινήτου (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο) και απαγόρευσε στους εναγομένους της (ήτοι στους εναγομένους της υπό κρίση αγωγής) κάθε μελλοντική προσβολή του επίδικου ακινήτου. Η τελεσίδικη αυτή απόφαση εξαφανίσθηκε ως προς την τέταρτη εναγόμενη εταιρεία "...
ΑΕ", δυνάμει της με αριθμ. 1563/2007 απόφασης του Αρείου Πάγουν, καθόσον έκρινε πως η κλήση των καθολικών διαδόχων του αρχικώς ενάγοντος,. Ι. Β. με την οποία επαναφέρθηκε η σχετική υπόθεση για περαιτέρω μετ' απόδειξη μετ'απόδειξη συζήτηση στο Εφετείο Αιγαίου, ήταν απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της εταιρείας "...
Α Ε", ως ειδικής διαδόχου, προς την οποία μεταβιβάσθηκε το ακίνητο μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας. Το δεδικασμένο από την απόφαση αυτή του Εφετείου Αιγαίου, (που αποφάνθηκε τελεσίδικα για το δικαίωμα της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου τον ενάγοντα, Ι. Β. στο μείζον ακίνητο τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο), δεν καλύπτει και την ένσταση ιδίας κυριότητας που πρόβαλαν οι εναγόμενοι της υπό κρίση αγωγής, ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο αποκτήθηκε από την τέταρτη των εναγομένων με παράγωγο τρόπο, άλλως με τακτική χρησικτησία και συγκεκριμένα α) με παραγωγό τρόπο, δυνάμει του με αριθμό .../ 24.3.1996 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας, Ε.
Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα από τότε από την τρίτη των εναγομένων, που ήταν κυρία μείζονος ακινήτου (τμήμα του οποίου αποτελούσε το επίδικο) το οποίο και αυτή είχε αποκτήσει με παράγωγο τρόπο β) με τακτική χρησικτησία με νόμιμο τίτλο το με αριθμό .../ 24.3.1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας, Ε. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, με καλή πίστη και νομή που ασκήθηκε από την απόκτησή του μέχρι το έτος 2009 που ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή δεδομένου ότι είναι τρίτα πρόσωπο σε σχέση με τους διαδίκους της δίκης εκείνης στο εφετείο και διατηρούν την ένσταση ιδίας κυριότητας που έχουν κατά της ένδικης αξιώσεως και που στηρίζεται σε δικαίωμα που δεν απόκτησαν με την κληρονομική διαδοχή από τον αρχικώς εναγόμενο στην δίκη εκείνη, του οποίου κατέστησαν διάδοχοι μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 2007, όπως προαναφέρθηκε, οι Π. και Γ. Β. μεταβίβασαν το μείζον ακίνητο (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο), δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Θ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας, στον ενάγοντα.
Ο τελευταίος αφού παρέλαβε τη νομή συνέχισε έκτοτε να ασκεί με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, άλλως μόνο με διάνοια τις πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του, επιβλέποντας, τοπογραφώντας και φροντίζοντας το μείζον ακίνητο (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο), επέτρεψε μάλιστα σε ιδιοκτήτρια όμορου ακινήτου να διατηρεί μέσα σ' αυτό εξωτερική σωλήνα νερού μεγάλου διαμετρήματος, προκειμένου να τροφοδοτείται με νερό η ξενοδοχειακή μονάδα της.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου, τόσο με παράγωγο τρόπο (αγορά), όσο και με πρωτότυπο, (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), προσμετρώντας στη δική του νομή αυτή των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του, αφού τόσο αυτός όσο και οι δικαιοπάροχοι του το νεμήθηκαν με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο, και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, άλλως μόνο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας χωρίς να καταλυθεί η κυριότητα του στο επίδικο ακίνητο από τους εναγομένους.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι το επίδικο τμήμα του μείζονος ακινήτου ανήκε στην κυριότητα της τρίτης εξ αυτών και από το 1996 στην κυριότητα της τέταρτης εξ αυτών, καθόσον αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ή τμήμα αυτού δεν εμπεριέχεται στον ανωτέρω τίτλο ιδιοκτησίας αυτής, καθόσον αυτό δεν περιλαμβανόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας της άμεσης δικαιοπαρόχου της, τρίτης εναγόμενης.
Συνεπώς ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η τέταρτη απ' αυτούς απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου του ακινήτου με παράγωγο τρόπο (δυνάμει του με αριθμό .../24.3.1996 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θήρας, Ε. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα), πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον η φερόμενη ως δικαιοπάροχός της, τρίτη εναγομένη ουδέποτε υπήρξε (αποκλειστική κυρία αυτού.
Επίσης, πρέπει ν' απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο έτερος ισχυρισμός των εναγομένων περί της από μέρους της τέταρτης εναγομένης κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (τακτική χρησικτησία), καθώς δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της τα παραγωγικά ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία αίτια και συγκεκριμένα δεν συντρέχει στο πρόσωπο της προϋπόθεση της ύπαρξης καλής πίστης κατά το χρόνο αποκτήσεως της νομής του επιδίκου, καθόσον αυτή γνώριζε ήδη, πριν πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση σ' αυτή ότι αυτό δεν ανήκε, κατά κυριότητα στην δικαιοπάροχο της και ότι υπήρχε διαμάχη γι' αυτό με τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα, δεδομένου ότι από τη σύστασή της μοναδικοί μέτοχοι και εκπρόσωποι της ήταν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε και ότι η άμεση δικαιοπάροχος της τέταρτης εναγόμενης ή η ίδια (η αντιπρόσωποι αυτής) ασκούσαν στο επίδικο ή σε τμήμα του εμφανείς πράξεις νομής δηλωτικές εξουσιάσεώς του, ή ότι απέβαλαν τον ενάγοντα ή τους δικαιοπαρόχους του από τη νομή τους, έως τον Φεβρουάριο του έτους 2009. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2009 οι εναγόμενοι, τόσο ατομικά όσο και ως εκπρόσωποι της τέταρτης εναγομένης άρχισαν να εκτελούν εργασίες εκσκαφών προς επέκταση υπόσκαφων χώρων, οι οποίοι βρίσκονται ακριβώς στο όριο των δύο οικοπέδων του ενάγοντος και της τέταρτης εναγομένης, όπου υπάρχει υψομετρική διαφορά 21/4 έως 3 μέτρων, από το οικόπεδο του ενάγοντος που βρίσκεται υψηλότερα από αυτό της τέταρτης εναγομένης.
Οι εργασίες αυτές αφορούσαν την εσωτερική επέκταση υπάρχοντος υπόσκαφου χώρου, κειμένου εντός της ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης, κατά 10 έως 12 τ.μ. κάτωθι της επιφάνειας του οικοπέδου του ενάγοντος, όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο στην υπό κρίση αγωγή σχεδιάγραμμα. Οι εργασίες αυτές, όπως αποδείχθηκε, δεν καλύπτονταν από την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομίας.
Όταν οι εναγόμενοι άρχισαν τις εργασίες επέκτασης των υπόσκαφων χώρων διαταράσσοντας τη νομή του ενάγοντος στο επίδικο, ο τελευταίος άσκησε αμέσως κατά των εναγομένων την με αριθμό κατ. 37/2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία της νομής του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θήρας. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 28/2009 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε προσωρινά ο ενάγων νομέας του επιδίκου και απαγορεύθηκε προσωρινά στους εναγομένους κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής του.
Ωστόσο, οι εναγόμενοι συνέχισαν τις εργασίες επέκτασης, έφραξαν μάλιστα, τις εισόδους των δύο υπόσκαφων χώρων, τους οποίους επέκτειναν κατά 12 τ.μ., αποβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τον ενάγοντα από τη νομή του ανωτέρω τμήματος του ακινήτου του. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι συγκεκριμένοι υπόσκαφοι χώροι επεκτάθηκαν κατά 12 τ.μ.
εντός της ιδιοκτησίας του ενάγοντος το έτος 2009 και δεν προϋπήρχαν από το έτος 1996, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ενισχύεται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος κατέθεσε ότι τα δύο υπόσκαφα των αντιδίκων τοΟ ενάγοντος, είχαν έως το 2009 μικρό βάθος, ήτοι το αριστερό βάθος 4 μέτρων περίπου και το δεξί βάθος λιγότερο από 2 μέτρα, εκτείνονταν δε ως την ξερολιθιά, η οποία αποτελούσε και αποτελεί έως και σήμερα το όριο των δύο ομόρων οικοπέδων των αντιδίκων.
Η κατάθεση αυτή κρίνεται πειστική, αφού είναι σαφής, στηρίζεται στην προσωπική αντίληψη του μάρτυρα, καθόσον αυτός επέβλεπε και περιποιούταν το επίδικο, από το έτος 1988 έως και σήμερα, αρχικά για λογαριασμό των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα και εν συνεχεία για λογαριασμό του τελευταίου. Αντίθετα η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων δεν κρίνεται πειστική, καθόσον αυτός βρισκόταν σε σχέση εξάρτησης με τους εναγομένους, είχε δε αναλάβει να εκτελέσει εργολαβική εργασία για λογαριασμό τους στο ακίνητο της τέταρτης εναγόμενης και έχοντας πληροφόρηση μόνον από τους ίδιους, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την πραγματικότητα σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου.
Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα έγγραφα, που ο ενάγων προσκομίζει και ιδίως με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες του επιδίκου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, τόσο του έτους 2007, όσο και του έτους 2009. Ειδικότερα από τη σύγκριση των εν λόγω φωτογραφιών των δύο διαφορετικών ετών ολοφάνερα προκύπτει ότι το έτος 2007 τα δύο υπόσκαφα είχαν μικρό βάθος και εκτείνονταν έως το όριο των δύο ακινήτων και ότι το έτος 2009 επεκτάθηκαν κατά επιπλέον 12 τ.μ.
εντός και κάτω από το οικόπεδο του ενάγοντος, στο υπέδαφος αυτού, όπως ο χώρος αυτός εμφαίνεται μεταξύ του σημείου 16 και 17 του συνημμένου στην υπό κρίση αγωγή σχεδιαγράμματος. Ενόψει όλων των προεκτεθέντων έπρεπε η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί ο ενάγων κύριος του επιδίκου εκτάσεως 12 τ.μ., (το οποίο αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου του ενάγοντα), μετά του χώρου του υπεδάφους του επιδίκου, το οποίο απεικονίζεται στο συνημμένο στην υπό κρίση αγωγή σχεδιάγραμμα", Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε την ασκηθείσα από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες έφεση κατά της 50/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, έκρινε, με την προσβαλλόμενη 71/2015 απόφαση ότι με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο, ήτοι το ... 2007 πωλητήριο σύμβόλαιο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία) ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου, εμβαδού 12τ.μ., που αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου του, ενώ απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας και αντίστοιχο λόγο εφέσεως των εναγομένων επικυρώνοντας κατά τούτο την εκκαλούμενη απόφαση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1041 - 1044 AΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό τους, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη, αναφορικά με την προβαλλόμενη καταλυτική της αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας την οποία απέρριψε κατ'ουσίαν, περιέχονται επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η τέταρτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ΑΕ, μοναδικοί μέτοχοι και νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας είναι οι τρεις εναγόμενοι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1996, οπότε, απέκτησε το όμορο, προς το επίδικο, ακίνητο (δύο υπόσκαφους χώρους), έως την άσκηση της ένδικης αγωγής κατ' έτος 2009, δεν νεμήθηκε δια των νομίμων εκπροσώπων της και μάλιστα καλόπιστα το επίδικο, καθόσον από τότε (1996) γνώριζε ότι τούτο ανήκε στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, Π.
και Γ. Β. και ότι δεν περιλαμβανόνταν στον τίτλο ιδιοκτησίας της και της δικαιοπαρόχου της τρίτης εναγομένης.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί τακτικής χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ, στις οποίες στήριξαν την, ένστασή τους περί ιδίας κυριότητας και β) από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, της ελλιπούς - ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ίδιας ένστασης, είναι αβάσιμος και, συνακόλουθα, απορριπτέος στο σύνολό του. Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του διαδίκου, ο οποίος όμως πράγματι δεν ομολόγησε (ΑΠ 115/2008, 1573/2007).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 566/2017, 596/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του αναιρεσιβλήτου δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση την από 08/05/1997 εξώδικη γνωμοδότηση, κατ' ορθό χαρακτηρισμό (και όχι έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) της Μ.
Κ.. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή , κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ., επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο , για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, " όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο , προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την πιο πάνω εξώδικη γνωμοδότηση - τεχνική έκθεση, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής, η οποία αποτελεί έγγραφο και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 390 ΚΠολΔ, Ολ.
ΑΠ 111/1981, ΑΠ 107/2010), όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση ,την από τον αριθμό 11β'( και όχι από τους αριθμούς 8α' και 10) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία του Π.
Α., πατέρα των δύο πρώτων από αυτούς και συζύγου της τρίτης, σε δικαστική αντιδικία που αυτός είχε με τον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου Ι. Β., που αφορούσε το επίδικο μείζον ακίνητο . Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος , καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία, τούτοι δε διότι , όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει διηγηματικά και μόνο αναφέρεται η διαδικαστική διαδρομή της μεταξύ των ανωτέρω προσώπων αντιδικίας, "που άρχισε με την άσκηση από τον Ι.
Β. (πρόκειται για τον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντα) εναντίον του Π. Α. ( πρόκειται για τον πατέρα των δυο πρώτων και σύζυγο της τρίτης των εναγομένων) της από 22/02/1977 αναγνωριστικής και αρνητικής της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγής, η οποία , ως συνομολογημένη, έγινε ,αρχικά, δεκτή από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 281/1977 απόφασή του , κατόπιν όμως το δικάσαν σε 2ο βαθμό Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την κατ'αυτής ασκηθείσα από τον εναγόμενο έφεση , κατά παραδοχή του σχετικού , περί ανύπαρκτης ομολογίας του ( εναγομένου) ,λόγου της έφεσης εξαφάνισε την εκκαλουμένη τάσσοντας αποδείξεις".
Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη ναι μεν δεν αναφέρει τον αριθμό (143/1979) της παραπάνω εφετειακής απόφασης, ωστόσο, χωρίς αμφιβολία , την έλαβε υπόψη , αφού ρητά, κατά τα προαναφερόμενα, διαλαμβάνει ότι μετά την άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης, 281/1977, απόφασης, που, ως συνομολογημένη , δέχθηκε την αγωγή, διατάχθηκαν αποδείξεις, διάταξη ,που προφανώς προϋποθέτει την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.
Εξάλλου, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", καθώς και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτό (Εφετείο), κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την απόρριψη ένσταση της ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα τις από 21/04/1977 και από 09/06/1978 προτάσεις του Π.
Α., (εναγομένου στην προαναφερόμενη από 22/02/1977 αγωγή) και την από 23/10/1978 έφεσή του κατά της 281/1977 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, οι διαλαμβανόμενες στο πρώτο και δεύτερο σκέλος του μοναδικού πρόσθετου λόγου αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση από προφανή παραδρομή αναφέρεται ως τίτλος κτήσης του όμορου, προς το επίδικο, ακινήτου (δύο υπόσκαφων χώρων) της 4ης των αναιρεσιβλήτων το .../24.03.1996 συμβόλαιο, αντί του ορθού .../22.02.1996, η ύπαρξη και το περιεχόμενο του οποίου δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης των διαδίκων.
Συνεπώς, η διαλαμβανόμενη στο τρίτο σκέλος του πρόσθετου λόγου αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε είναι αβάσιμη. Συνακόλουθα, ο πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του καταταθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στου δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 182 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 30-06-2017 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.71/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου , τους από 13/11/2019 πρόσθετους λόγους αυτής, με την από 16/10/2019 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Δέχεται την πρόσθετη παρέμβαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ