Legislator Case Law & Legislation
423/2019 AI generated

423/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 423/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

423/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ. του Ι. (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία ωφέλειας για το αναφερόμενο ακίνητό τους, του οποίου η πρώτη ήταν επικαρπώτρια και ο δεύτερος ψιλός κύριος αυτού, από την εκτέλεση του έργου για το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά τμήμα του, επειδή εξαιτίας του έργου αυτού το ως άνω ακίνητό τους, δεν ωφελείται αλλά βλάπτεται πολλαπλώς.

Keywords

AI generated
access road traffic offence motorway vignette road construction contribution road classification trunk road
AI generated
1249/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαϊου 2003 αίτηση διόρθωσης κτηματολογικού πίνακα κήρυξης απαλλοτρίωσης, άρσης του τεκμηρίου της ωφέλειας και της ένεκα αυτής επιβαλλόμενης αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης προς τρίτους της αναγκαστικά απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
251/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
895/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με άλλες αιτήσεις.
985/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2003 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και τις από 26/5/2003, 21/5/2003, 18/5/2003, 5/6/2003, 22/5/2003, 4/6/2003, 6/6/2003, 26/11/2003, 12/10/2003, 22/3/2003, 20/5/2003 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6620/2004 οριστική και οι 4299/2005 μη οριστική και 1585/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των υπ' αριθμό 6620/2004 και 1585/2006 αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/3/2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 25/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του (από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και την απόρριψη των λοιπών.
2118/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας παοζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με άλλες αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκε η 2568/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19/4/2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1335/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την υπ' αριθμό 2568/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1120/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/2/2007 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 423 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Ι. και 2) Χ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζηγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2003 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. συζ. Ι. Μ., προς την Ειδική Επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 της Διεύθυνσης Δ12 Απαλλοτριώσεων της Γ.Γ. Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και μέσω της ως άνω υπηρεσίας διαβιβάστηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1750/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-4-2003 (αριθμ. καταθ. ΒΑΒ 1929/03/29-12-2003) αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών οι αιτούντες 1) Μ. συζ. Ι. Μ. και 2) Χ. Μ. του Ι. (ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων), από τους οποίους η πρώτη απεβίωσε πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως στο Εφετείο (24-1-2017) και τη δίκη συνέχισαν οι νόμιμοι κληρονόμοι της δεύτερος των αιτούντων και η Χ.

Μ. του Ι. (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία ωφέλειας για το αναφερόμενο ακίνητό τους, του οποίου η πρώτη ήταν επικαρπώτρια και ο δεύτερος ψιλός κύριος αυτού, από την εκτέλεση του έργου για το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά τμήμα του, επειδή εξαιτίας του έργου αυτού το ως άνω ακίνητό τους, δεν ωφελείται αλλά βλάπτεται πολλαπλώς.

Επί της αιτήσεως αυτής, που αρχικά είχε κατατεθεί στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 της Διεύθυνσης Δ12 Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων της Γ.Γ. Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1750/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλόμενη), η οποία δέχθηκε την αίτηση κατά ένα μέρος και αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο της ωφέλειας για το αναφερόμενο σ' αυτή ακίνητο ούτε υποχρέωση για αυτοαποζημίωση ως προς το τμήμα της με αριθμό …..89 ιδιοκτησίας, που απαλλοτριώθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας, διόρθωσε δε τους οικείους κτηματολογικούς πίνακες ως προς την εν λόγω ιδιοκτησία, ώστε να αποζημιώνεται όλη η απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση αυτής.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Στο άρθρο 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών...". ορίζονται τα εξής: "1. Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δέκα πέντε μέτρων, διά συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων... 3.

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών. 4. Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι διά την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων...".

Εξάλλου, στο άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών", ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 εφαρμόζονται και διά τας προς βελτίωσιν υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένας νέας χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων αυτών. Αι κατά τα άνω βελτιούμενοι οδοί ή τμήματα αυτών ορίζονται δι' αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίων Εργων δημοσιευομένης διά της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως" και στην παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου ότι "Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977, όπως αυτές έχουν συμπληρωθεί και ισχύουν, εφαρμόζονται και επί επαρχιακών, δημοτικών ή κοινοτικών οδών για το μέχρι είκοσι (20) μέτρων πλάτος της οδού".

Τέλος, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω νόμου (653/1977), που αντικατέστησε το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 5269/1931, ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών στην περίπτωση διανοίξεως ή διαδοχικών ευρύνσεων οδών εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων πλάτους μέχρι τριάντα μέτρων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών καθίσταται φανερό ότι, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη οδών, όχι μόνο οι ιδιοκτήτες, που αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση (ΑΠ 216/2013).

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 3 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, λόγω αντιθέσεως στους υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω κανόνες, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό (Ολ.ΑΠ 7/2013). Αυτό προβλέπεται ρητά πλέον από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, που ισχύει από 19-1-2001 και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού.

Ειδικότερα, με την παρ. 2 του άνω άρθρου ορίζεται ότι ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως.

Η υποβολή της αιτήσεως δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτριώσεως. Στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή, στην παράγραφο δε 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται το έργο της Επιτροπής και σύμφωνα με αυτή ορίζεται ότι αυτή συγκαλείται από τον πρόεδρο και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων, προβαίνει το αργότερο εντός τριών μηνών στη σύνταξη εκθέσεως σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου.

Τέλος, στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο, ο Πρόεδρος του οποίου ορίζει δικάσιμο στις προθεσμίες που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη και το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, εκδίδει στη συνέχεια την απόφασή του (ΑΠ 216/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση η από 9-4-2003 αίτηση για άρση του τεκμηρίου ωφελείας στο απαλοτριωθέν ακίνητο των αιτούντων, κατατέθηκε στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 της Διεύθυνσης Δ12 Απαλλοτριώσεων της Γ.Γ. Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, ως φορέα του έργου "...", για την ολοκλήρωση της ….. διαδρομής, στις 10-4-2003.

Ειδικότερα με την ένδικη αίτηση ζητείται να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία ωφέλειας για το ως άνω ακίνητό τους, που είναι εντός σχεδίου της πόλεως ... και είχε πρόσοψη επί της ..., καθόσον βλάπτεται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση. Στη συνέχεια η αίτηση μέσω της ως άνω Υπηρεσίας διαβιβάσθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συζητήθηκε ενώπιον αυτού στις 24-1-2017, εκδόθηκε δε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η υπόθεση παραδεκτώς και αρμοδίως εισήχθη να δικασθεί σ' αυτό και ότι η αίτηση είναι παραδεκτή και νόμιμη, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αίτηση και αναγνωρίσθηκε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας για το αναφερόμενο ακίνητο ούτε υποχρέωση για αυτοαποζημίωση.

Το Εφετείο δέχθηκε κατά τα ανωτέρω την αίτηση αφού έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την εν λόγω αίτηση. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά δέχθηκε ότι η προκειμένη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη οδών, έχουν και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση, το τεκμήριο δε της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που είναι πλέον μαχητό, κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό Εφετείο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001.

Είναι, επομένως, αβάσιμα, τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης, απορριπτέος είναι ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/1977, 62 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979, 6 παρ. 3 του ν. 5269/1931 και 33 του ν 2971/2001, με τις οποίες, όπως έχει αναφερθεί, το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, που κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, αφορά τους ωφελούμενους ιδιοκτήτες που αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και ιδιοκτήτες, τα ακίνητα των οποίων έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση.

Τέλος, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια επίσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα διατείνεται το αναιρεσείον ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση των αναιρεσιβλήτων για άρση του τεκμηρίου ωφελείας για το επίδικο ακίνητό τους.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η διαδικασία του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 εφαρμόζεται, όπως προαναφέρθηκε, όχι μόνο επί απαλλοτριουμένων εκτός σχεδίου ακινήτων για τη διάνοιξη εθνικών οδών, αλλά και για τις νέες χαράξεις υφισταμένων οδών ή διαπλατύνσεις των οδών αυτών και εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων.

Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο λόγος αυτός και κατά το τρίτο μέρος του από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό αυτής, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 14-6-2002 πράξη νομοθετικού περιεχομένου που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 139/14-6-2002 τεύχος Α'), κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας που ανάγονται στην εκτέλεση του Ολυμπιακού έργου της Μαραθώνιας διαδρομής και ειδικότερα τη βελτίωση-διαπλάτυνση της ...

εδαφικής έκτασης 13.740 τ.μ. στο τμήμα αυτής από χ.θ. 5+616 έως χ.θ. 8+900 στην περιοχή του Δήμου ...... Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών, κηρύχθηκε δε κατεπείγουσα και επισπεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες έχουν πρόσωπο επί της ...

και οι περισσότερες είναι εντός σχεδίου. Μεταξύ των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών περιλαμβάνεται και η υπό στοιχεία Κ.Π. 189 εντός σχεδίου ιδιοκτησία, ως προς την οποία καθορίσθηκε με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, ως προσωρινή τιμή ποσό 700 ευρώ ανά τ.μ. και ως οριστική τιμή το ποσό των 500 ευρώ ανά τ.μ. Με τις ως άνω αποφάσεις ορίσθηκε επίσης προσωρινή και οριστική τιμή και για τα επικείμενα της υπό στοιχεία 189 ιδιοκτησίας, όπως αυτά αναγράφονται στον προαναφερόμενο διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα και με την με αριθμό 1008/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης αυτών οι αιτούντες...

Στην ως άνω ιδιοκτησία φέρεται κατά τον κτηματολογικό πίνακα, ως ιδιοκτήτρια η Μ. συζ. Ι. Μ., πρώτη των αιτούντων, ήδη αποβιώσασα την 5-3-20016. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ….200/10-10-1994 συνταχθείσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Γ. Μ., περιουσιακή παροχή (γονική) διαιρεμένης ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι η ένδικη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...

συνολικής έκτασης 638 τ.μ. που τμήμα αυτής 117,40 τ.μ. απαλλοτριώθηκε, όπως προκύπτει από τον προσκομιζόμενο διορθωμένο κτηματολογικό διάγραμμα, ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στο Χ. Μ. (δεύτερο αιτούντα) και κατά επικαρπία στην ήδη αποβιώσασα Μ. συζ. Ι. Μ.. Ήδη μετά το θάνατο αυτής συνενώθηκαν η ψιλή κυριότητα και η επικαρπία σε πλήρη κυριότητα στο πρόσωπο του δευτέρου των αιτούντων, ο οποίος δεν αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα.

Συνεπώς το αίτημα περί διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα ώστε να αναφέρεται σ' αυτόν και ο δεύτερος αιτών, ως δικαιούχος αποζημίωσης για τη με αριθμό ….89 ιδιοκτησία, πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο. Στην εν λόγω ιδιοκτησία υπάρχουν τα καταστήματα Κ3, Κ2, ΚΙ, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από Απριλίου 1991 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Σ.. Παραπλεύρως του καταστήματος ΚΙ υπάρχει η είσοδος προς τον λειτουργούντα όπισθεν θερινό κινηματογράφο "..."... Η ανωτέρω ιδιοκτησία, δηλαδή το οικόπεδο επί της ... μετά των καταστημάτων Κ3, Κ2, ΚΙ και του θερινού κινηματογράφου "..." εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλεως της 5ης πολεοδομικής ενότητας ... με το ΦΕΚ 428Δ/16-6-1989 και εμπίπτουν στο Ο.Τ.

Γ 689 (τομέας Α'). Σύμφωνα με το διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα από την παραπάνω ιδιοκτησία απαλλοτριώνονται 117,40 τ.μ. και η ιδιοκτησία υπέχει υποχρέωση αποζημίωσης για 36,80 και 21,90 τ.μ.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τη διαπλάτυνση της ... λόγω Ολυμπιακών Έργων, από την ένδικη ιδιοκτησία απαλλοτριώθηκε από την πρόσοψη αυτής τμήμα 117,40 τ.μ.

που ενσωματώνεται στη ... και αχρηστεύεται εξ ολοκλήρου ο προαύλιος χώρος των καταστημάτων, όπου τοποθετούντο κατόπιν νόμιμης άδειας, τραπεζοκαθίσματα, οι πινακίδες των κινηματογραφικών έργων που προβάλλονται στον κινηματογράφο και όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία των καταστημάτων (ψυγεία, εμπορεύματα κλπ), όπως αυτό προβλέπεται και επιτρέπεται με την υπ' αριθμ.

….20//9936/1-5 άδεια λειτουργίας καταστήματος-μπαρ. Καταστράφηκαν δε όλα τα προαναφερόμενα επικείμενα στο απαλλοτριωθέν τμήμα του προαύλιου χώρου, καθώς και ο τοίχος περιτοίχισης του οικοπέδου στη μεσημβρινή πλευρά που αποτελούσε και το διαχωριστικό όριο με τη γειτονική ιδιοκτησία Σ.. Ακόμη εκτός από το απαλλοτριωθέν τμήμα, η πρασιά των 5,00 μέτρων, η οποία προβλέπεται στο οικοδομικό τετράγωνο Γ 689 της 5ης πολεοδομικής ενότητας, αποκλείει την καθ' ύψος προσθήκη (υπεράνω των καταστημάτων), καθόσον τα υποστηλώματα της προσόψεως δεν μπορούν να συνεχισθούν για κατασκευή Α' ορόφου, αφού τα καταστήματα εμπίπτουν κατά το μήκος των εντός της υποχρεωτικής πρασιάς, η οποία, σύμφωνα με τον ΓΟΚ/2000 αποτελεί υποχρεωτικά ακάλυπτο χώρο.

Επίσης, με την καταστροφή του προαύλιου χώρου ο κινηματογράφος και ιδίως το μπαρ στερούνται προσόψεως που είναι απαραίτητη για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων και γενικά για την πελατεία και τη λειτουργία του κινηματογράφου και μειώνεται έτσι η εμπορική αξία του ακινήτου. Η απευθείας, όπως πριν, πρόσβαση στη νέα διαπλατυμένη οδό είναι δυσχερής, λόγω της διαμορφωμένης συνεχούς διαχωριστικής νησίδας μεταξύ των ρευμάτων κυκλοφορίας και της απόστασης των εξόδων της.

Συνοψίζοντας, αποδείχθηκε ότι η ευρισκόμενη στο εμπορικό κέντρο της ... ένδικη ιδιοκτησία δεν υφίσταται οποιαδήποτε ωφέλεια από τη διάνοιξη-διαπλάτυνση της ..., αλλά ζημιώθηκε, καθόσον δεν απέκτησε πρόσωπο σ' αυτή, αφού είχε και πριν, η ενσωμάτωση της απαλλοτριουμένης εδαφικής έκτασης, στέρησε από το ακίνητο τον προαύλιο χώρο και δεν είναι δυνατή πλέον η τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων για το μπαρ και διαφημιστικών πινακίδων για το θερινό κινηματογράφο που υπάρχει στην ένδικη ιδιοκτησία και γενικώς δυσχεραίνεται η προσέλευση των πελατών στον κινηματογράφο και τα καταστήματα, μειώνοντας έτσι την εμπορική αξία αυτών, ακόμη η πρόσοψη της ιδιοκτησίας, βρίσκεται πλέον σε άμεση επαφή και με δυσχερή πρόσβαση σε οδό ταχείας κυκλοφορίας, μειώνεται δε η οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση και να αναγνωρισθεί ότι για τη με αριθμό ….89 στον διορθωμένο από 23-23/10-2003 κτηματολογικό πίνακα ιδιοκτησία, δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας, ούτε υποχρέωση προς αυτοαποζημίωση και να διορθωθεί ο ως άνω κτηματολογικός πίνακας ως προς τις εδαφικές εκτάσεις, για τις οποίες ορίζεται αυτοαποζημίωση, ώστε η εν λόγω ιδιοκτησία να είναι πλήρως αποζημιούμενη, όπως η τιμή μονάδας καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 4151/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και να περιληφθεί ως δικαιούχος και ο δεύτερος Χ.

Μ.". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, όσον αφορά το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του επιδίκου ακινήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το εν λόγω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα η μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και συγκεκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στο πιο πάνω τμήμα, ιδιοκτησίας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που εναπομένει μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού πλέον, κατά τα εκτεθέντα, τεκμηρίου ωφελείας του ιδιοκτήτη του πιο πάνω ακινήτου και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, με κριτήρια καθοριστικά της έλλειψης ωφελείας αυτού, που αφορούν κυρίως την αφαίρεση εδαφικού τμήματος 117,40 τ.μ. από την πρόσοψη του ακινήτου, την εξ ολοκλήρου αχρήστευση του προαύλιου χώρου των καταστημάτων και του κινηματογράφου, όπου τοποθετούνταν, κατόπιν νόμιμης άδειας, τραπεζοκαθίσματα και οι πινακίδες των κινηματογραφικών έργων που προβάλλονται στον κινηματογράφο, η τοποθέτηση των οποίων δεν είναι πλέον δυνατή, ενώ δυσχεραίνεται η προσέλευση των πελατών στα καταστήματα και τον κινηματογράφο, τη μη απόκτηση προσώπου στη ..., αφού είχε και πριν, ενώ είναι πλέον δυσχερής η πρόσβαση στη λεωφόρο, λόγω της κατασκευής συνεχούς διαχωριστικής νησίδας μεταξύ των ρευμάτων κυκλοφορίας αυτής και τη μείωση της οικοδομησιμότητας του ακινήτου, λόγω του αποκλεισμού, κατά τις παραδοχές της, καθ' ύψος προσθήκης (υπεράνω των καταστημάτων), κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμα του ότι η απαλλοτριούμενη επίδικη ιδιοκτησία δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διαπλάτυνση της ως άνω λεωφόρου και δεν υφίσταται γι' αυτήν τεκμήριο ωφελείας από την απαλλοτρίωση.

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες και γι' αυτό οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση, η δικαστική δαπάνη, η οποία επιδικάζεται κατά το άρθρο 18 παρ. 4, καθώς και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ενώ κατά το άρθρο 9 παρ. 4 εδ.

α' του ίδιου νόμου, μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, κατά το άρθρο 7 του παρόντος νόμου, με βάση την τιμή που καθορίσθηκε έπειτα από κλήτευση ή παράσταση των φερόμενων ως ιδιοκτητών στα κτηματολογικά στοιχεία, κάθε εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου οποιουδήποτε τρίτου, είτε αυτός έλαβε μέρος είτε όχι, ακόμη και αν δεν κλητεύθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης, μετατρέπεται σε ενοχική αξίωση επί της αποζημίωσης που παρακατατέθηκε ή κατά εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση ή κατά του υπέρ ου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1710 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου και δικαιούχου της αποζημίωσης μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, αντικείμενο της κληρονομίας είναι η αποζημίωση και όχι το εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου που απαλλοτριώνεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε στις 10-6-2003 και συνεπώς το εμπράγματο δικαίωμα (επικαρπία) της Μ. συζ. Ι. Μ. επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου μετατράπηκε σε ενοχική αξίωση επί της αποζημίωσης που η ανωτέρω δικαιούταν από την απαλλοτρίωση, μετά δε το θάνατο αυτής στις 5-3-2016 οι κληρονόμοι της υπεισήλθαν στα δικαιώματά της προς άρση του τεκμηρίου ωφελείας και καταβολής σ' αυτούς της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στο κατά τα κτηματολογικά έγγραφα αυτοαποζημιούμενο τμήμα της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας.

Συνεπώς η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ως νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ως άνω θανούσας, νομίμως παρέστη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη συνεδρίασή του στις 24-1-2017 και δήλωσε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της ότι συνεχίζει, μετά του συγκληρονόμου της (α' των αναιρεσιβλήτων), τη διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου της ως άνω κληρονομουμένης (άρθρο 287 ΚΠολΔ). Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ενομιμοποιείτο να γνωστοποιήσει, κατά τα ανωτέρω, το λόγο διακοπής της δίκης και την επανάληψη αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 2882/2001, κύρια απαιτούμενη τεχνική κήρυξης της απαλλοτρίωσης είναι η σύνταξη κτηματολογικού πίνακα και κτηματολογικού διαγράμματος. Ο πίνακας πρέπει να αναφέρει τους εικαζόμενους (φερόμενους) ιδιοκτήτες, την έκταση, τον όγκο, την ποσότητα και την κατάσταση των συστατικών κατά είδος και ό,τι άλλο κρίνεται αναγκαίο για τη διαδικασία προσδιορισμού της αποζημίωσης και αναγνώρισης δικαιούχων.

Τα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, όσον αφορά τις παραλείψεις και τις ανακρίβειές τους, μπορούν να διορθωθούν κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 16 του ν. 2882/2001 διαδικασία. Ειδικότερα, στην παράγραφο 8 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι: "Κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα, λύεται κατά τη δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, υπό την προϋπόθεση να έχει υποβληθεί το σχετικό αίτημα, τουλάχιστον ενενήντα (90) ημέρες πριν από τη αρχική ή τη μετ' αναβολή δικάσιμο, στην αρχή που τα συνέταξε, προκειμένου να τηρηθεί η διαδικασία διόρθωσης των κτηματολογικών στοιχείων κατά τις προηγούμενες παραγράφους".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού πίνακα και διαγράμματος λύεται κατά τη διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, για να καταστεί δυνατή η ταχεία συντέλεση της απαλλοτρίωσης με την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5, 16 και 29 παρ. 9 του ν. 2882/2001 προκύπτει ότι, τυχόν ανακρίβειες των στοιχείων που περιέχονται στον κτηματολογικό πίνακα ή στο κτηματολογικό διάγραμμα, συνιστάμενες στην εσφαλμένη αναγραφή ή στην παράλειψη αναγραφής του ονοματεπωνύμου εικαζόμενου ιδιοκτήτη δεν επηρεάζουν το κύρος της πράξεως κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτρίωσεως, αφορώσης στο πράγμα και όχι το πρόσωπο του ιδιοκτήτη, αλλά δύνανται να συμπληρωθούν μεταγενεστέρως (ΣτΕ 2815/2011).

Η διόρθωση ή συμπλήρωση των στοιχείων εικαζόμενου ιδιοκτήτη μπορεί να γίνει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, από το Εφετείο με την απόφασή του για άρση ή μη του τεκμηρίου ωφέλειας ιδιοκτητών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, στην παράγραφο 7 εδ. β' του οποίου ορίζεται ότι: "Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση".

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα σε σχέση με το αίτημα διόρθωσης των στοιχείων του κτηματολογικού πίνακα: "Κατ' ακολουθίαν η αίτηση, που είναι εμπρόθεσμη, ασκηθείσα εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 33 παρ. 3 του ν. 2971/2001 και της εξάμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του ίδιου άρθρου όσον αφορά το αίτημα διόρθωσης των στοιχείων του κτηματολογικού πίνακα, δεδομένου ότι ο δεύτερος αιτών δεν κλήθηκε, ούτε έλαβε μέρος στις δίκες για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, αρμόδια εισήχθη να δικασθεί στο παρόν Δικαστήριο κατά τη διαδικασία του ως άνω άρθρου 33 του ν. 2971/2001....

Στην ως άνω ιδιοκτησία φέρεται κατά τον κτηματολογικό πίνακα, ως ιδιοκτήτρια η Μ. συζ. Ι. Μ., πρώτη των αιτούντων ήδη αποβιώσασα την 5-3-2016. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αρ. ….200/10-10-1994 συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Γ. Μ., περιουσιακή παροχή (γονική) διαιρεμένης ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι η ένδικη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...

και ... συνολικής έκτασης 638 τ.μ. που τμήμα αυτής 117,40 τ.μ. απαλλοτριώθηκε, όπως προκύπτει από τον προσκομιζόμενο διορθωμένο κτηματολογικό διάγραμμα, ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στον Χ. Μ. (δεύτερο αιτούντα) και κατά επικαρπία στην ήδη αποβιώσασα Μ. συζ. Ι. Μ.. Ηδη μετά το θάνατο αυτής η ψιλή κυριότητα και η επικαρπία Μ.

τράπηκε σε πλήρη κυριότητα στο πρόσωπο του δευτέρου των αιτούντων, ο οποίος δεν αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα.

Συνεπώς το αίτημα περί διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα ώστε να αναφέρεται σ' αυτόν και ο δεύτερος αιτών, ως δικαιούχος αποζημίωσης για τη με αριθμό 189 ιδιοκτησία, πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο... Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση... και να διορθωθεί ο ως άνω κτηματολογικός πίνακας ως προς τις εδαφικές εκτάσεις, για τις οποίες ορίζεται αυτοαποζημίωση, ώστε η εν λόγω ιδιοκτησία να είναι πλήρως αποζημιούμενη όπως η τιμή μονάδας καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 4151/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και να περιληφθεί ως δικαιούχος και ο δεύτερος αιτών Χ. Μ.". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, που είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και ορθά διόρθωσε τον κτηματολογικό πίνακα ως προς την αναγραφή σ' αυτόν των στοιχείων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που, αν και ήταν ψιλός κύριος της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, δεν είχε περιληφθεί σ' αυτόν και δεν είχε κληθεί στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως το πρώτο εδάφιό της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 1 του ν. 4070/2012 και το τρίτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου: "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, αμοιβή των πληρεξουσίων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου...".

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, επιτελούν σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005, 17/2000), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ως άνω ν. 2882/2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που καθορίζει στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης, ήτοι 1% και 0,50% αντιστοίχως, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ.

και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίσθηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίσθηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του ν. 4070/2012 είναι εφαρμοστέα σε κάθε μεταγενέστερη της έναρξης ισχύος του νόμου δίκη με αντικείμενο αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, ως προς τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις της δίκης απαλλοτρίωσης, έστω και αν αυτή είναι ήδη συντελεσμένη, ήτοι στη δίκη περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 εκτός της προθεσμίας του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (ΑΠ 1803/2017, ΑΠ 631/2017).

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικασθεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 63 επ. του ν. 4194/2013) γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αυτός υποβάλλεται.

Για το λόγο αυτό κατά το καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφ' ετέρου το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 315/2013).

Η διάταξη δε αυτή (άρθρο 22 του ν. 3693/1957) δεν ισχύει στις δίκες απαλλοτριώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και του καθορισμού αποζημίωσης για τα εναπομείναντα και εκείνα που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Συντάγματος (ΑΠ 183/2017, ΑΠ 212/2017, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 2161/2013, ΑΠ 346/2012, ΑΠ 395/2010, αντιθ.

ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 1333/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με τη δικαστική δαπάνη που επέβαλε σε βάρος του καθού η αίτηση-αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: "Τέλος, πρέπει να επιβλήθει στο καθού η αίτηση η δικαστική δαπάνη των αιτούντων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, καθόσον και η προκειμένη δίκη της άρσης του τεκμηρίου της ωφέλειας, περιλαμβάνεται στις δίκες των απαλλοτριώσεων.

Συνεπώς το υπόχρεο προς αποζημίωση και των λοιπών τμημάτων της απαλλοτριούμενης έκτασης καθού, πρέπει, γενομένου δεκτού ως βασίμου του σχετικού αιτήματος των αιτούντων, να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης εν γένει των δικαιούχων της αποζημίωσης, για την παρούσα δίκη, η οποία δαπάνη περιλαμβάνει ειδικότερα:

α) την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης, έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) την αμοιβή του για τη σύνταξη της αίτησης και των προτάσεων των εντολέων του, που ανέρχονται συνολικά σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης των εδαφικών εκτάσεων της απαλλοτριούμενης έκτασης, που εφέροντο κατά τον κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενες σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 68 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), θα επιδικασθεί όμως μειωμένη κατά το ήμισυ, δηλαδή 1,5%, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012....".

Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι, με το να το υποχρεώσει να καταβάλει στους αιτούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους τα ως άνω ποσά για δικαστικά έξοδα, παραβίασε τους περιεχόμενους στο άρθρο 18 παρ. 1 και 4 του ν. 2882/2001, στο άρθρο 33 του ν. 2971/2001 και στο άρθρο 22 του ν. 3693/1957 κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ότι στην προκειμένη δίκη έπρεπε να καθορισθεί η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αιτούντων κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, η οποία προβλέπει μειωμένη δικαστική δαπάνη σε δίκες με διάδικο το Δημόσιο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο με την κρίση του αυτή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις (άρθρα 18 παρ. 1 και 4 ν. 2882/2001 και 33 ν. 2971/2001), ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν εφαρμόζονται σε δίκες απαλλοτριώσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας, όπως είναι η προκειμένη.

Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ερευνώμενο λόγο πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Θα επιβληθεί, όμως, μειωμένη κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (ΑΠ 1803/2017, ΑΠ 631/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1750/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ