423/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated423/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 17-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 423 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 423/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας ολλανδικού δικαίου με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Σαράντη και Ελένη Σκουφάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2258/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 904/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 17-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 904/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την από 14-07-2011 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ελληνικής εταιρείας, κατά της υπ’ αριθ. 2258/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή της για αξιώσεις της από σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας/διανομής κατά της αναιρεσίβλητης, ολλανδικής εταιρείας, ως απαράδεκτη, κατ’ αποδοχή της ένστασης της τελευταίας περί έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας αυτού, ερειδόμενη σε, περιλαμβανόμενη στη μεταξύ τους σύμβαση, ρήτρα παρέκτασης, που προβλέπει δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Ολλανδίας και αντίστοιχη απόρριψη της αντένστασης της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της συμφωνίας αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, ενώ κατά το άρθρο 4 εδ. τελευταίο του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση αν δεν έχει δικαιοδοσία. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ.2 παρ. 1, 4 παρ.1, 5 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, που αντικατέστησε την από 27-9-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών και έχει κυρωθεί και από την Ολλανδία, συνάγεται ότι καθιερώνεται ως θεμελιώδης βάση διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγομένου και επί νομικών προσώπων η έδρα τους και περαιτέρω, θεσπίζονται ειδικές (συντρέχουσες) βάσεις δικαιοδοσίας, οι οποίες αναφέρονται περιοριστικά στον Κανονισμό.
Όμως η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της βούλησης να κατισχύσει της βούλησης των μερών. Ειδικότερα, στο άρθρο 23 του άνω Κανονισμού ορίζεται ότι " αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάσουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία.
Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί: α) είτε γραπτά, είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση....". Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού σκοπός του οποίου είναι η αναγνώριση της αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών εντός του συστήματος του Κανονισμού 44/2001 προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή, που επιτρέπει στα μέρη να παρεκκλίνουν από τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας διατάξεις του Κανονισμού και να υποβάλλουν τις διαφορές τους στο δικαστήριο που αυτά θα συμφωνήσουν, αποσκοπεί στον καθορισμό, με σαφή και ακριβή τρόπο, ενός δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους, σύμφωνα με τη σύμπτωση βούλησής τους, εκφραζόμενη κατά τις οριζόμενες στην άνω διάταξη αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις.
Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή των δικαστηρίων του κράτους που επιλέχθηκαν, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικά. Η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας έχει αποκλειστικά δικονομικές επενέργειες, που συνίστανται στον αποκλεισμό ή στη θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου και το κύρος και η ισχύς της θα κριθεί από το δίκαιο της χώρας του δικαστή που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή τη lex fori (ΑΠ 1542/2014).
Ο δικονομικός όμως χαρακτήρας της ανωτέρω συμφωνίας, δεν αποκλείει στην περίπτωση της κατάχρησης της ελευθερίας της επιλογής δικαστηρίου των συμβαλλομένων και της αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη ή τη δημόσια τάξη, τον έλεγχο του κύρους και της ισχύος της. Περαιτέρω, με τη Σύμβαση της Ρώμης του 1980 "Σύμβαση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας περί εφαρμοστέου Δικαίου στις συμβατικές ενοχές" που κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988 και εφαρμόζεται για συμβάσεις συναπτόμενες μέχρι την 16-12-2009, καθόσον από τότε εφαρμόζεται ο Κανονισμός ΕΚ 593/2008 (Ρώμη I) ορίζεται, με το άρθρο 3, το οποίο φέρει τον τίτλο "Ελεύθερη επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου" ότι "1.
Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή τους τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασής τους. 3. Η επιλογή από τα συμβαλλόμενα μέρη αλλοδαπού δικαίου, έστω και αν συνοδεύεται από επιλογή αλλοδαπού δικαστηρίου, δεν είναι δυνατόν, όταν, κατά το χρόνο της επιλογής, όλα τα άλλα δεδομένα της περίπτωσης εντοπίζονται σε μια μόνο χώρα, να θίξει την εφαρμογή εκείνων των διατάξεων από τις οποίες το δίκαιο της χώρας αυτής δεν επιτρέπει παρέκκλιση με σύμβαση και που αναφέρονται παρακάτω ως "διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, 4.
Η ύπαρξη και το κύρος της συμφωνίας των συμβαλλομένων ως προς την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 11", με το άρθρο 7, το οποίο φέρει τον τίτλο "Κανόνες αναγκαστικού δικαίου [αμέσου εφαρμογής]" ότι "1. Κατά την εφαρμογή του δικαίου συγκεκριμένης χώρας σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, είναι δυνατόν να δοθεί ισχύς, στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις άλλης χώρας με την οποία η περίπτωση παρουσιάζει στενό σύνδεσμο, αν και στο μέτρο που, σύμφωνα με το δίκαιο της τελευταίας αυτής χώρας, οι διατάξεις αυτές είναι εφαρμοστέες οποιοδήποτε δίκαιο και αν διέπει τη σύμβαση.
Για να αποφασισθεί αν θα δοθεί ισχύς σε αυτές τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις [διατάξεις αμέσου εφαρμογής], θα ληφθεί υπόψη η φύση και ο σκοπός τους, καθώς και οι συνέπειες της εφαρμογής ή μη εφαρμογής τους. 2. Οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης δεν μπορούν να θίξουν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου της χώρας του δικάζοντος δικαστή, που ρυθμίζουν αναγκαστικά την περίπτωση ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα μέρη απολαμβάνουν ευρύτατη συμβατική ελευθερία και εφόσον έχουν καταρτίσει εγκύρους ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου, το δίκαιο που ορίζει η ρήτρα αυτή θα διέπει και την κύρια σύμβαση, με όριο πάντως την ανυπαρξία πρόθεσης καταστρατήγησης του δικαίου του δικάζοντος δικαστή.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Τέλος ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999.).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε προτείνει πρωτοδίκως την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, επικαλούμενη ρήτρα στην μεταξύ αυτής και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής που λύθηκαν με καταγγελία της πρώτης, περί αποκλειστικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων του Άμστερντάμ της Ολλανδίας και η τελευταία (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) σε αντίκρουση της ένστασης αυτής επικαλέσθηκε πρωτοδίκως, κατ’ αντένσταση και επανέφερε με λόγο έφεσης ότι υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, διότι η ρήτρα αυτή ήταν καταχρηστική και συνεπώς άκυρη, ως αντιβαίνουσα α) στις διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 281 ΑΚ, β) στη γενική αρχή απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος, που προβλέπεται στο άρθρο 17 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 54 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, συνδυαζόμενη με την παραβίαση της γενικής αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της μη καταστρατήγησης του ευρωενωσιακού δικαίου, γ) στο κατοχυρωμένο στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δ) στο κατοχυρωμένο στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη καταχράστηκε την ελευθερία επιλογής δικαστηρίου, καθόσον η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αποτελούσε το ασθενέστερο μέρος της συναλλαγής, μη έχοντας διαπραγματευτική δύναμη και δυνατότητα αντίδρασης, διότι διαφορετικά θα λυόταν η μεταξύ τους σύμβαση, ότι τα ολλανδικά δικαστήρια δεν είχαν σχέση με τις διαφορές από την ένδικη σύμβαση, αφού κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Κανονισμού αρμόδια είναι τα δικαστήρια της έδρας του εμπορικού διανομέα και επιπλέον ότι ο συνδυασμός επιλογής ολλανδικών δικαστηρίων, και του ολλανδικού ως ουσιαστικού δικαίου, με δεδομένο ότι αυτό δεν αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας και περαιτέρω ζημίας στον αποκλειστικό διανομέα σε αντίθεση με το ελληνικό, έχει ως αποτέλεσμα την ιδιαίτερη προσβολή του προστατευμένου από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας επί της περιουσίας της, αφού υφίσταται κίνδυνος να απωλέσει τις παραπάνω αξιώσεις της και οδηγεί σε καταστρατήγηση του κανόνα της ημεδαπούς δημόσιας τάξης και άμεσης εφαρμογής κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ.2 της Σύμβασης της Ρώμης, του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, που εφαρμόζεται αναλογικά και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής.
Το Εφετείο από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι συνήψαν την από 1-8-2004 σύμβαση διανομής καθώς και την από 29-6-2007 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Στην ενότητα XVIII της πρώτης σύμβασης ορίζεται ότι "Αυτή η σύμβαση διέπεται από τους νόμους της Ολλανδίας και κάθε αντιδικία που θα προκύψει σε σχέση με αυτή, και η οποία δεν μπορεί να διακανονισθεί φιλικά θα υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αρμόδιου δικαστηρίου του Άμστερνταμ Ολλανδίας", ενώ στην ενότητα XVI της δεύτερης σύμβασης ορίζεται ότι "Αυτή η σύμβαση διέπεται από τους νόμους της Ολλανδίας και κάθε αντιδικία που θα προκύψει σε σχέση με αυτή, και η οποία δεν μπορεί να διακανονισθεί φιλικά θα υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αρμόδιου δικαστηρίου του Άμστερνταμ Ολλανδίας".
Η εναγομένη, με τα από 26- 6-2009 και 29-10-2009 έγγραφα κατήγγειλε αμφότερες τις άνω συμβάσεις. Η διαφορά των διαδίκων που ανέκυψε από την καταγγελία των συμβάσεων αυτών δεν κατέστη δυνατό να επιλυθεί συμβιβαστικά και ως εκ τούτου ανακύπτει ζήτημα δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου εισήχθη η ένδικη αγωγή.
Η παραπάνω ρήτρα η οποία καθιδρύει αποκλειστική αρμοδιότητα, κατά παρέκταση, των δικαστηρίων του Άμστερνταμ της Ολλανδίας, κράτους μέλους της Ε.Ε., στο οποίο έχει την έδρα της η εναγομένη, πληροί, από πλευράς τύπου, όλες τις οριζόμενες, από τις διατάξεις των άρθρων 42, 43, 44 ΚΠολΔ και 23 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, προϋποθέσεις για την εγκυρότητά της, καθόσον καταρτίστηκε εγγράφως, αναφέρεται σε διαφορές που έχουν περιουσιακό αντικείμενο και προέρχονται από ορισμένη έννομη σχέση, δηλαδή τις ένδικες συμβάσεις διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας και περιέχει ρητή μνεία του τοπικά αρμόδιου δικαστηρίου, δηλαδή του δικαστηρίου του Άμστερνταμ Ολλανδίας, χωρίς κάποια επιφύλαξη ή εξαίρεση.
Επιπλέον είναι απόλυτα σαφής, μη χρήζουσα ούτε επιδεχόμενη αντίθετης ερμηνείας κατά τη lex fori περί συντρέχουσας αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων, καθώς τα συμβαλλόμενα μέρη, εάν ήθελαν κάτι τέτοιο, θα το είχαν ρητά προβλέψει. Εξάλλου, από την ως άνω ρήτρα, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Άμστερνταμ συμφωνήθηκε να υπάγονται όλες οι διαφορές που απορρέουν από τις μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες συμβάσεις, χωρίς να αποκλείονται αυτές που στηρίζονται στην αδικοπραξία, δηλαδή τόσο αυτές που έχουν ως νομική βάση τις συμβάσεις διανομής και αντιπροσωπείας, όσο και τις συναφείς αξιώσεις, που απορρέουν από τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, αλλά στηρίζονται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ενόψει και του ότι δεν γίνεται διάκριση γι’ αυτές.
Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσης ότι η παραπάνω ρήτρα δεν καλύπτει τις αδικοπρακτικής φύσεως ένδικες αξιώσεις της περί διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, οι εν λόγω αξιώσεις της γεννήθηκαν εξ αιτίας και με αφορμή την καταγγελία των συμβάσεων από την εναγομένη και ως εκ τούτου αποτελούν συναφείς με αυτές (συμβάσεις) αδικοπρακτικές αξιώσεις.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η παραπάνω ρήτρα, όπως εξάλλου και οι υπόλοιποι όροι των ένδικων συμβάσεων, αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και πραγματικής σύμπτωσης της βούλησης αμφοτέρων των μερών και δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγομένη και μάλιστα κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της οικονομικής υπεροχής της έναντι της ενάγουσας, αφού, όπως προέκυψε και από την, μετά λόγου γνώσεως, επ’ ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης, σχέδιο των συμβάσεων απεστάλη από την τελευταία στην έδρα της ενάγουσας στην Αθήνα, η οποία με χρονική άνεση ανέγνωσε και μελέτησε όλους τους όρους, χωρίς να εκφράσει την οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη ως προς τον επίμαχο όρο, αλλά αντίθετα τον αποδέχθηκε, αν και θα μπορούσε να εκφράσει τη διαφωνία της, και να επιδιώξει και επιτύχει την τροποποίηση ή την απάλειψή του, χωρίς αυτό να επηρεάσει τη συμφωνία τους στους λοιπούς όρους των συμβάσεων και την εν τέλει σύναψη αυτών ενόψει και της μακρόχρονης, από του έτους 1978, εμπορικής συνεργασίας τους.
Περαιτέρω η επίμαχη ρήτρα παρέκτασης, είναι αλήθεια ότι συνεπάγεται αυξημένη δικαστική δαπάνη για την ενάγουσα για παράσταση στο αλλοδαπό δικαστήριο της Ολλανδίας, όπως, εξάλλου, κάθε τέτοια συμφωνία για το ένα εκ των συμβαλλομένων μερών. Το γεγονός όμως αυτό δεν καθιστά αδύνατη ούτε δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας, δεδομένου ότι πρόκειται για μια εταιρία, συσταθείσα και λειτουργούσα στην Ελλάδα από το έτος 1968, με μεγάλο κύκλο εργασιών και κέρδη, όπως αναφέρει και η ίδια στην αγωγή της, ώστε η δαπάνη της νομικής παράστασης στο ως άνω αλλοδαπό δικαστήριο να μην της δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα, ούτε ως προς την εξεύρεση νομικού παραστάτη και μαρτύρων για να καταθέσουν στην αλλοδαπή.
Εξάλλου, ενόψει και της μακρόχρονης συνεργασίας της με την εναγομένη, αρχικά εδρεύουσα στην Ελβετία και από του έτους 1997 στην Ολλανδία, οι εκπρόσωποι της ενάγουσας είναι εξοικειωμένοι με μεταβάσεις στο εξωτερικό για συζητήσεις και διαπραγματεύσεις επί των συναπτομένων συμβάσεων, που δεν εγίνοντο μόνον δι’ αλληλογραφίας, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ, όπως αναφέρει στην αγωγή της μετά την καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων από την εναγομένη και πριν αποστείλει σ’ αυτήν την από 28-1-2010 έγγραφη διαμαρτυρία της, με πρόταση φιλικού διακανονισμού της διαφοράς τους, είχε καταφύγει στη νομική βοήθεια Ολλανδών δικηγόρων της σχετικά με την αποζημίωση που θα μπορούσε να αξιώσει από την εναγομένη.
Επομένως, η οποιαδήποτε δυσχέρεια για τη διεξαγωγή δικαστικού αγώνα στην αλλοδαπή, και εν προκειμένω στην Ολλανδία, δεν αποτελεί εμπόδιο στο να αποτολμήσει η ενάγουσα την άσκηση αγωγής εναντίον της εναγόμενης στο αρμόδιο δικαστήριο του Άμστερνταμ, ώστε έτσι να στερηθεί των νομίμων δικαιωμάτων της. Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, η επίδικη συμφωνία παρέκτασης δεν αντιβαίνει προς τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ώστε να είναι άκυρη κατ’ άρ. 178 ΑΚ, ούτε αντίκειται στη γενική αρχή του ευρωενωσιακού δικαίου της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος ή στην αντίστοιχη απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε να είναι άκυρη κατ’ άρθρο 174 ΑΚ.
Επίσης, δεν προσβάλλει το δικαίωμα της ενάγουσας επί της περιουσίας της ούτε και αυτό για δίκαιη δίκη και αποτελεσματική προσφυγή στο δικαστήριο, αφού δεν παραβιάζεται κανένα δικονομικό της δικαίωμα και δεν στερείται την πρόσβαση της στο δικαστήριο, που η ίδια ελευθέρως συμφώνησε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του.
Τέλος, η επίμαχη ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας δεν αντίκειται στην ημεδαπή δημόσια τάξη, ήτοι στους θεμελιώδεις κανόνες και αρχές που κρατούν στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις που διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 33 ΑΚ, αλλ’ ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο κανόνα αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ.
Επομένως, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης, ότι η εν λόγω ρήτρα είναι άκυρη, λόγω αντίθεσής της α) στις γενικές αρχές του ευρωενωσιακού δικαίου και δη στην αρχή της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος συνδυαζόμενη με την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της μη καταστρατήγησης του κοινοτικού δικαίου, στην αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη καθώς και του δικαιώματος στην ιδιοκτησία-περιουσία της, β) στις διατάξεις των άρθρων 281 και 178 ΑΚ και γ) στις διατάξεις των άρθρων 3 και 33 ΑΚ.
γιατί η εναγόμενη εκμεταλλευόμενη και καταχρώμενη την οικονομική έναντι αυτής υπεροχή της και την οικονομική εξάρτηση της ενάγουσας από αυτήν, επέβαλε τη ρήτρα αυτή, χωρίς διαπραγμάτευση, προκειμένου να απωλέσει (η ενάγουσα) το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας και περαιτέρω ζημίας, το οποίο θα είχε αν η διαφορά τους εκδικάζονταν από τα ελληνικά δικαστήρια, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι αδυνατεί να υπερασπιστεί τα έννομα δικαιώματά της στην αλλοδαπή, λόγω έλλειψης ειδικών δικηγόρων που να γνωρίζουν και το ελληνικό δίκαιο και λόγω μη εύρεσης μαρτύρων προθύμων να μεταβούν και να καταθέσουν ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Να σημειωθεί ότι τους ίδιους ως άνω λόγους ακυρότητας η ενάγουσα συνδέει και με την επιλογή, δια των ως άνω συμβάσεων, του εφαρμοστέου, στις σχετικές έννομες σχέσεις των διαδίκων, δικαίου, ήτοι του ολλανδικού τοιούτου, ισχυριζόμενη ότι το ολλανδικό δίκαιο, σε αντίθεση με το ελληνικό, δεν αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας στους αποκλειστικούς διανομείς, όπως εν τοις πράγμασι ήταν αυτή δυνάμει της από 1-8-2004 σύμβασης, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται και εξ αυτού του λόγου το δικαίωμα επί της περιουσίας της, στην οποία εντάσσεται και η πελατεία, την οποία εισέφερε στο δίκτυο της εναγόμενης.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός αφορά αποκλειστικά το εφαρμοστέο δίκαιο, ζήτημα, το οποίο το παρόν δικαστήριο, το οποίο, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την επίδικη διαφορά, δεν μπορεί, κατά νόμον να ερευνήσει, ενώ το γεγονός της επιλογής ως εφαρμοστέου δικαίου του ολλανδικού, ακόμη και αν δεν αναγνωρίζεται από το τελευταίο δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας στους αποκλειστικούς διανομείς, δεν καθιστά την επίμαχη ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας άκυρη για τους λόγους που επικαλείται η ενάγουσα, πολλώ μάλλον που η Ολλανδία, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη της την κοινοτική οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους.
Εν όψει όλων αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ότι υφίσταται έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων για την ένδικη διαφορά των διαδίκων, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγόμενης και απέρριψε, κατόπιν τούτου, την αγωγή, ως απαράδεκτη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλ’ ούτε και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι’ αυτό και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν." Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή εγκυρότητα της ρήτρας παρέκτασης αρμοδιότητας υπέρ των ολλανδικών δικαστηρίων, απορρίπτοντας τους θεμελιωτικούς της αντένστασης ακυρότητας της ρήτρας αυτής σε συνδυασμό με τη ρήτρα επιλογής ως εφαρμοστέου αλλοδαπού δικαίου, ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, λόγω αντίθεσής τους στις γενικές αρχές του ευρωενωσιακού δικαίου, ορθά ερμήνευσε και στη συνέχεια εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 23 του Κανονισμού 44/2001, και 3 παρ. 3 της Σύμβασης της Ρώμης, διέλαβε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, η επίμαχη ρήτρα για την οποία τηρήθηκαν όλες οι παράμετροι που απαιτεί ο Κανονισμός (έγγραφος τύπος, σαφής και ακριβής διατύπωση του περιεχομένου της, συναίνεση των μερών), αποτελεί έκφραση της αρχής της αυτονομίας της βούλησης των συμβαλλομένων που κατοχυρώνει το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001 και συνεπώς δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που δεν επιτρέπει σε ένα πρόσωπο να στερείται την πρόσβαση στο δικαστήριο χωρίς τη βούλησή του.
Περαιτέρω, αυτή δεν αντιβαίνει και στις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ενωσιακές αρχές και θεμελιώδη ενωσιακά δικαιώματα, που καλύπτονται και δεν αφίστανται και των διατάξεων των άρθρων 178,179 και 281 ΑΚ, αφού κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ανωτέρω συμφωνία παρέκτασης υπέρ των ολλανδικών δικαστηρίων έγινε κατόπιν διαπραγματεύσεων και χωρίς εκμετάλλευση της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη, ενόψει του ότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων "σχέδιο των συμβάσεων απεστάλη από την τελευταία στην έδρα της πρώτης στην Αθήνα, η οποία με χρονική άνεση μελέτησε όλους τους όρους, χωρίς να εκφράσει αντίρρηση ή επιφύλαξη αν και θα μπορούσε να εκφράσει τη διαφωνία της και να επιτύχει την απάλειψη ή την τροποποίησή τους, χωρίς αυτό να επηρεάσει τη συμφωνία τους στους λοιπούς όρους των συμβάσεων και την εν τέλει σύναψη αυτών ενόψει και της μακρόχρονης από του έτους 1978 εμπορικής συνεργασίας τους".
Η επιλογή δε ως αποκλειστικώς αρμοδίων του τόπου εγκατάστασης της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας, δεν καθιστά την ρήτρα παρέκτασης καταχρηστική, ούτε αντιβαίνουσα στην αρχή της αναλογικότητας και συνεπώς άκυρη, αφού, κατά τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσείουσα είναι εταιρεία με μεγάλο κύκλο εργασιών και κέρδη, με μακρόχρονη συνεργασία με την αναιρεσίβλητη, που εδρεύει από το 1997 στην Ολλανδία, οι εκπρόσωποι της είναι εξοικειωμένοι με μεταβάσεις στο εξωτερικό για συζητήσεις και διαπραγματεύσεις επί των συναπτομένων συμβάσεων που δεν εγίνοντο μόνον δι’ αλληλογραφίας και συνεπώς η οποιαδήποτε δυσχέρεια και η αυξημένη δικαστική δαπάνη που θα απαιτηθεί, δεν καθιστά αδύνατη ούτε δυσχεραίνει, ούτε αποτελεί εμπόδιο στο να αποτολμήσει την άσκηση αγωγής κατά της αναιρεσίβλητης στο αρμόδιο δικαστήριο του Άμστερνταμ, ώστε να στερηθεί έτσι των νομίμων δικαιωμάτων της και να καθιστούν τη συμφωνία παρέκτασης αντίθετη στα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη ή τη δημόσια τάξη.
Εξάλλου ούτε ο συνδυασμός επιλογής ολλανδικών δικαστηρίων και ολλανδικού δικαίου ως εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου καθιστά άκυρη ως καταχρηστική τη ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας, διότι η υπαγωγή της επίδικης σύμβασης διανομής στο επιλεγέν ολλανδικό δίκαιο δεν έχει καταστρατηγικό χαρακτήρα υπό την έννοια να μην εφαρμοσθεί το ελληνικό δίκαιο και συγκεκριμένα η αναλογικά εφαρμοζόμενη και στους αποκλειστικούς διανομείς διάταξη του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, η οποία έχει κριθεί νομολογιακά ότι αποτελεί κανόνα αμέσου εφαρμογής και η οποία προβλέπει αποζημίωση πελατείας και περαιτέρω αποζημίωσης και στους αποκλειστικούς διανομής σε αντίθεση με το ολλανδικό δίκαιο που, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν προβλέπει τέτοιο δικαίωμα στους τελευταίους, (αν και από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών), έτσι ώστε να επέρχεται μείωση των δικαιωμάτων της και ιδιαίτερη προσβολή στο προστατευόμενο από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δικαίωμα επί της περιουσίας της, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρξε κατά την κατάρτιση της σύμβασης έλλειμμα διαπραγμάτευσης και εκμετάλλευση προέχουσας θέσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ενόψει άλλωστε και του γεγονότος ότι το επιλεγέν ως εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο είναι αυτό του προμηθευτή και όχι τρίτου, μη έχοντος οποιονδήποτε σύνδεσμο με τα διάδικα μέρη και της διαφορές τους.
Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι σύμφωνο προς το πνεύμα του δικαίου να μπορεί ευχερώς το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο να αποφαίνεται επί της αρμοδιότητάς του, βάσει των κανόνων του Κανονισμού, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως. Έτσι η επιλογή του υποδειχθέντος δικαστηρίου εκτιμάται μόνον ενόψει των παραμέτρων που άπτονται των επιταγών του άρθρου 23 του Κανονισμού 44/2001 και αποκλείονται ως εκ τούτου παράμετροι που αφορούν πλην άλλων, και τους ουσιαστικούς κανόνες περί ευθύνης που τυγχάνουν εφαρμογής ενώπιον του επιλεγέντος δικαστηρίου (βλ.
υπόθεση T. C.H.T. (1999) υπό το πρίσμα του σχεδόν όμοιου άρθρου 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών). Ως εκ τούτου ορθά το Εφετείο έκρινε ότι το γεγονός της επιλογής ως εφαρμοστέου δικαίου του ολλανδικού, ακόμη και αν δεν αναγνωρίζεται από το τελευταίο δικαίωμα αποζημιώσεως πελατείας στους αποκλειστικούς διανομείς δεν καθιστά άκυρη την επίμαχη ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας, ούτε προσβάλλεται και εκ του λόγου αυτού το δικαίωμα επί της περιουσίας της στην οποία εντάσσεται και η πελατεία την οποία εισέφερε στο δίκτυο της αναιρεσίβλητης.
Άλλωστε ο ισχυρισμός αυτός αφορά αποκλειστικά το εφαρμοστέο δίκαιο, ζήτημα που ερευνάται από το δικαστήριο της ουσίας εφόσον έχει δικαιοδοσία να δικάσει την επίδικη διαφορά, στα πλαίσια δε αυτά και κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης, προσφέρεται η δυνατότητα στον αλλοδαπό δικαστή, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, να δώσει ισχύ στις αμέσου εφαρμογής διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, ευθέως και αναλογικά εφαρμοζόμενου στους αποκλειστικούς διανομείς.
Το γεγονός και μόνον της επιλογής ως εφαρμοστέου του ολλανδικού δικαίου ακόμη και αν δεν αναγνωρίζεται από το τελευταίο δικαίωμα πελατείας και περαιτέρω αποζημίωσης στους αποκλειστικούς διανομείς, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν καθιστά την επίμαχη ρήτρα παρέκτασης άκυρη, πολύ περισσότερο μάλιστα που η Ολλανδία ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη της την κοινοτική οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών αναφορικά με τους εμπορικούς αντιπροσώπους.
Τέλος ούτε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία στην οποία περιλαμβάνεται και η περιουσία μπορεί να θεμελιώσει η δυνατότητα ενδεχομένως ευνοϊκότερης μεταχείρισης στην Ελλάδα ως προς την αποζημίωση της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά του επιδιωκόμενου από τους συμβαλλόμενους με την επίδικη ρήτρα παρέκτασης σε συνδυασμό με την επιλογή αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου σκοπού, ούτε ειδικότερος προσδιορισμός των αντικειμενικών περιστάσεων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι δεν υπήρξε καταχρηστική εκμετάλλευση της προέχουσας θέσης της αναιρεσίβλητης.
Καμία ασάφεια δεν υπάρχει τέλος στην αιτιολόγηση του πορίσματος του Εφετείου ότι η εν επίδικη ρήτρα δεν αντίκειται στις αρχές του ευρωενωσιακού δικαίου. Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και κατά το οικείο μέρος τους είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου η αιτίαση του πρώτου λόγου, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της από 1-8-2004 σύμβασης διανομής και ειδικότερα όρο αυτής περί περιορισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι η εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφων είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος είναι αβάσιμος διότι ρητά το Εφετείο επικαλείται τη σύμβαση διανομής την οποία έτσι και έλαβε υπόψη.
Ομοίως αβάσιμη είναι και η αιτίαση του ίδιου ως άνω λόγου, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας, διότι ο συνδυασμός επιλογής ολλανδικών δικαστηρίων και ολλανδικού δικαίου, θα έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της αμέσου εφαρμογής διάταξης του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε.
Τέλος, με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων στην ένδικη υπόθεση, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 33 και 3 του ΑΚ, αφού κατά τις παραδοχές αυτές η επίμαχη ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας δεν αντίκειται στην ημεδαπή δημόσια τάξη, ήτοι στους θεμελιώδεις κανόνες και αρχές που κρατούν στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις που διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 33 ΑΚ, αλλ’ ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο κανόνα αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά τον οποίο το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά το προβαλλόμενο με την έφεση αίτημα, το οποίο ήδη υποβάλλεται και με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να τεθεί δηλαδή προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, κατ’ άρθρο 267 ΣΛΕΕ, αναφορικά με το άρθρο 23 Καν. 44/2001, 4 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης και τα άρθρα 17-19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα, 3 και 33 ΑΚ, 9 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ. 4 του Ν. 3557/2007, καθόσον, δεν συντρέχει λόγος υποβολής τέτοιου ερωτήματος στο ΔΕΕ σχετικά με τα παραπάνω ζητήματα.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητη ς (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 904/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ