Legislator Case Law & Legislation
423/2016 AI generated

423/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 423/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 423 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2016

Legislator headnote

AI generated

423/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 423 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2016

Keywords

AI generated
insufficiency of economic reasons insufficient economic hardship insufficient economic integration dismissal for economic reasons de facto expropriation development charges
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 423 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Κ. Ζ. συζ. Η., 2) Ι. Α., 3) Ε. συζ. Ι. Α. , το γένος Ε. Ζ., 4) Γ. Α., 5) Ι. Α., 6) Χ. Α. συζ. Χ., το γένος Ι. Α., 7) Ν. Δ. του Π., 8) Γ. Δ. του Π., 9) Ε. - Κ. Ν. του Γ., 10) Μ. Χ. του Ι., 11) Ε. Κ. Ρ., 12) Π. Χ. του Ι., 13) Π. Ρ. του Π., 14) Π. Ρ. του Π., 15) Α. Ρ. του Π., 16) Β. Π. χας Π., 17) Κ. Ζ. του Α., 18) Π. συζ. Α. Ζ., το γένος Κ. Κ., 19) Μ. Χ. του Σ., 20) Α. Χ. του Β., 21) Β. Φ. συζ. Α. Χ., 22) Β. Χ., 23) Σ. Χ. του Α. και 24) Β. Χ. του Α., όλων κατοίκων ... , εκ των οποίων οι 1η, 4ος, 5ος, 6η, 9η, 10η, 11η, 13ος, 14η, 15η, 16η, 17ος και 18η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι 19η, 20η, 22η, 23ος και 24ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Φαρμακίδη - Μάρκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 2ος, 3η, 7ος, 8ος, 12ος και 21η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 196/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις από 28-7-2009 και 16-9-2009 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου κύρια παρέμβαση ορισμένων εξ αυτών.

Εκδόθηκε η 676/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-11-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 13-2-2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τρίτου λόγου της από 19-11-2010 αίτησης αναίρεσης, την παραδοχή των λοιπών και την αναίρεση κατά ένα μέρος της υπ' αριθμ. 676/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών κατά το μέρος της που 1) καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα εις το σκεπτικό απαλλοτριωθέντα ακίνητα και τα τμήματά τους που παρέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης και 2) αναγνώρισε ότι δεν ωφελήθηκαν οι εις το σκεπτικό παρόδιοι ιδιοκτήτες και δεν βαρύνονται με αυτοαποζημίωση. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο Δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, όπως ειδικότερα οριζόταν με το άρθρο 22 παρ. 4 εδ. ε' του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), κατά τους ορισμούς του οποίου επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι δεν εμφανίστηκαν στη συζήτηση, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο οι 2ος, 3η, 7ος, 8ος, 12ος και 21η εκ των αναιρεσιβλήτων. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. ... /31-8-2015, ... /13-8-2015 και ... /13-8-2015 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Κ. προκύπτει ότι οι 2ος, 3η, 7ος, 8ος και 12ος των αναιρεσιβλήτων έλαβαν γνώση της από 26-2-2015 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την 6-11-2015, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης από το πινάκιο για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και της 19-11-2010 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 676/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Συνεπώς, δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης εκ του πινακίου θεωρείται ως κλήτευση προς όλους θα πρέπει οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι, που δεν εμφανίστηκαν ή δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο να δικασθούν ερήμην, ερευνηθεί, όμως, η υπόθεση, ως εάν αυτοί είναι παρόντες. Αντίθετα, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκε για την παρούσα δίκη ούτε εκπροσωπήθηκε από Πληρεξούσιο Δικηγόρο η 21η των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, πρέπει ως προς αυτή να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: 1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και n πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Περαιτέρω στο εδάφιο γ' της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ), (ΑΠ 539/2015).

Περαιτέρω το άρθρο 13 του ν. 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 1215/ 2012).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρ. 62 § 9 του ν. 947/ 1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρ. 6 § 14 του ν. 2052/ 1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 και 6 § 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)... Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...". Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού. Ήδη το τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (Ολ.ΑΠ 11/2011).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του ως άνω νόμου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου. Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή (ΑΠ 1009/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 203/2012).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε (ΑΠ 1041/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 676/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, έγιναν δεκτά, κατά το μέρος, που αφορά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, της ιδιαίτερης αποζημίωσης των απομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των με ΑΚΠ ... , …... , ... και ... και την μη ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των με ΑΚΠ ... και … ακινήτων τα εξής: "...Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα απεικονίζονται στο από Μαΐου 2003 κτηματολογικό διάγραμμα αρ. σχεδίου 1 του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων (Δ12) του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., το οποίο έχει συνταχθεί από τη "Γενική Μελετών ΕΕ" έχει θεωρηθεί από το Διευθυντή Διεύθυνσης Δ12 ... και έχει εγκριθεί με την υπ' αριθμ. Δ12/0/36843/12-8-2003 απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Τα ακίνητα που απαλλοτριώνονται βρίσκονται κατά μήκος του χειμάρρου ... , στην περιοχή της ... . Έχουν προέχουσα αγροτική χρήση, ενώ τα τελευταία χρόνια παρατηρείται οικιστική ανάπτυξη στην περιοχή. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη εμπορική κίνηση, πλην των καταστημάτων τοπικού ενδιαφέροντος. Βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά εντός ΓΠΣ και εκτός οικισμού πριν του 1923, αλλά εντός της ζώνης των 500 μέτρων, σε απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης των Πατρών. Η περιοχή εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφελείας και από αστική συγκοινωνία. Η ύπαρξη του παρακείμενου χειμάρρου ασκεί σημαντική απομειωτική επιρροή στην αγοραστική αξία των απαλλοτριούμενων εκτάσεων. Στα απαλλοτριωθέντα ακίνητα προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας οι αιτούντες, καθώς και οι καθών στην αίτηση του Δημοσίου. Στην περιοχή ισχύει το αντικειμενικό σύστημα καθορισμού της φορολογητέας αξίας ακινήτων. Το Ελληνικό Δημόσιο ζητεί τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας των απαλλοτριούμενων ακινήτων στο ποσό των 37 ευρώ ανά τ.μ., προσκομίζει δε και επικαλείται ως συγκριτικά στοιχεία την από 25-10-2006 έκθεση ελέγχου της Γ' Δ.Ο.Υ. Πατρών με τα συνοδεύοντα αυτήν φύλλα υπολογισμού αντικειμενικής αξίας - έντυπα (ΑΑ-Γης) για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας γης εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμών. Σύμφωνα όμως με τις παρατηρήσεις ελέγχου της παραπάνω έκθεσης, οι αναγραφόμενες σ' αυτήν αντικειμενικές αξίες δεν ανταποκρίνονται στις σημερινές αγοραίες αξίες ούτε προσεγγίζουν αυτές, που προσδιορίζονται κατά ποσοστό 40% μεγαλύτερο της αντικειμενικής. Εξάλλου, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα του Δημοσίου, υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Αχαΐας, που εξετάσθηκε κατά την εκδίκαση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η αντικειμενική αξία γης εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμών ανήλθε το έτος 2008 σε 50 ευρώ ανά τ.μ., ενώ η αύξηση της πραγματικής αξίας των ακινήτων ανέρχεται σε ποσοστό 5-10% ανά έτος. Οι καθών η αίτηση - αιτούντες υποστηρίζουν ότι η ανά τ.μ. αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων ανέρχεται σε 300-400 ευρώ το τ.μ. πλην όμως με κανένα συγκεκριμένο και πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο δεν δικαιολογούν την εκτίμησή τους. Προσκομίζουν και επικαλούνται ως συγκριτικά στοιχεία: α) την υπ' αριθμ. 512/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για απαλλοτριωθείσα έκταση των ιδίων ακινήτων ανά τ.μ. εδάφους, με κρίσιμο χρόνο εκτίμησης το Σεπτέμβριο 2007, στο ποσό των 110 ευρώ ανά τ.μ. για το ακίνητο υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... , στο ποσό των 100 ευρώ ανά τ.μ. για το ακίνητο υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... και στο ποσό των 80 ευρώ ανά τ.μ. για τα ακίνητα υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... ... , ... και ... και β) το υπ' αριθμ. ... /17-3-2007 συμβόλαιο γονικής παροχής με τη συνοδεύουσα εκτίμηση της εφορίας, ποσού 91 ευρώ ανά τ.μ. σε όμορο ακίνητο. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 196/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών καθορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωση ως εξής: Α) Για τα ένδικα ακίνητα: σε ποσό 120 ευρώ ανά τ.μ. για τα ακίνητα υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... , ... και εν μέρει για το υπό στοιχείο Α.Κ.Π. ... ακίνητο, σε ποσό 110 ευρώ ανά τ.μ. για το ακίνητο υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... , σε ποσό 88 ευρώ ανά τ.μ. για τα ακίνητα υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... , ... και ... και σε ποσό 37 ευρώ ανά τ.μ. για το ακίνητο υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... και εν μέρει για το υπό στοιχείο Α.Κ.Π. ... ακίνητο...... Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αναφορικά με το αίτημα για προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 για το τμήμα ιδιοκτησίας των αιτούντων που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση των υπό στοιχείων Α.Κ.Π. ... , …, ... , ... και ... ακινήτων τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, α) το συνολικό εμβαδόν του ακινήτου υπό στοιχεία ΑΚΠ ... ήταν 1.736,56 τ.μ. απαλλοτριώθηκε τμήμα 505,90 τ.μ. και απέμεινε έκταση 1.230,66 τ.μ., β) το συνολικό εμβαδόν του ακινήτου υπό στοιχεία Α.Κ.Π. …ήταν 1.450 τ.μ. απαλλοτριώθηκε τμήμα 42,43 τ.μ. και απέμεινε έκταση 1.407,55 τ.μ., γ) το συνολικό εμβαδόν του ακινήτου υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... ήταν 544,06 τ.μ. απαλλοτριώθηκε τμήμα 492,07 τ.μ. και απέμεινε έκταση 51,99 τ.μ., δ) το συνολικό εμβαδόν του ακινήτου υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... ήταν 672,76 τ.μ. απαλλοτριώθηκε τμήμα 477,04 τ.μ. και απέμεινε έκταση 191,75 τ.μ. και ε) το συνολικό εμβαδόν του ακινήτου υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... ήταν 1.502,82 τ.μ. απαλλοτριώθηκε τμήμα 55,89 τ.μ. και απέμεινε έκταση 1.446,93 τ.μ. Από την απότμηση αυτή προκύπτει ότι τα μη απαλλοτριούμενα τμήματα δεν θα έχουν απόσταση ίση ή μεγαλύτερη των 40 μέτρων από το όριο της (υπό κατασκευή) αρτηρίας του ... , που έχει χαρακτηριστεί ως "τριτεύον εθνικό δίκτυο" (αριθμ πρωτ. ΔΜΕΟ/227/ε/22/24-9-2007 απόφαση του ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., βλ. απόφαση 886/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών). Έτσι τα μη απαλλοτριούμενα τμήματα των ως άνω ακινήτων δεν είναι οικοδομήσιμα, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 εδαφ. α' και β' σε συνδυασμό με γ' του ΠΔ 347/1993, απαγορεύεται οποιαδήποτε δόμηση σε απόσταση 60 μέτρων από τον άξονα της οδού (προκειμένου για βασικό εθνικό δίκτυο) ή των 45 μέτρων (προκειμένου για δευτερεύον εθνικό δίκτυο) και όχι λιγότερο των 40 μέτρων (για βασικό εθνικό δίκτυο) ή των 30 μέτρων (για δευτερεύον εθνικό δίκτυο) από το όριο της οδού. Έτσι τα ανωτέρω ακίνητα απώλεσαν, λόγω της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, την οικοδομησιμότητά τους, στοιχείο καθοριστικό για τη μείωση της αξίας τους. Ενόψει όλων αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι τα τμήματα που εναπέμειναν υφίστανται πράγματι μείωση της αξίας τους, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό: α) 20% για το τμήμα των 1.230,66 τ.μ. που απέμεινε από το ακίνητο υπό στοιχεία ΑΚΠ ... , β) 10% για το τμήμα των 1.407,55 τ.μ. που απέμεινε από το ακίνητο υπό στοιχεία Α.Κ.Π…., γ) 50% για το τμήμα των 51,99 τ.μ. που απέμεινε από το ακίνητο υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... , δ) 40% για το τμήμα των 191,75 τ.μ. που απέμεινε από το ακίνητο υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... και ε) 10% για το τμήμα των 1.446,93 τ.μ. που απέμεινε από το ακίνητο υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... . Πρέπει λοιπόν να καθορισθεί υπέρ των αιτούντων ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με τα προαναφερθέντα ποσοστά της αξίας τους. Τέλος ως προς το αίτημα των ιδιοκτητών των υπό στοιχεία Α.Κ.Π. ... και … ακινήτων περί ανατροπής του τεκμηρίου ότι ως παρόδιοι ωφελήθηκαν από την απαλλοτρίωση και της εντεύθεν υποχρέωσής τους σε αυτοαποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 1 ν. 653/1977, γιατί το ακίνητό τους απέκτησε πρόσωπο στην υπό διάνοιξη νέα οδό και άρα προέκυψε υπέρ αυτών ωφέλεια, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το παραπάνω τεκμήριο, που είναι μαχητό (άρθρο 33 παρ. 1 ν. 2971/2001), δεν είναι βάσιμο διότι αποδείχθηκε, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, ότι καμία ωφέλεια δεν προέκυψε τελικά στους ιδιοκτήτες από την εν λόγω απαλλοτρίωση, αλλά αντίθετα δημιουργήθηκαν σοβαρές επιπτώσεις στη (δυνατή) οικοδομική χρήση των ακινήτων τους, κατά τις ισχύουσες διατάξεις.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα και να κριθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 ν. 653/1977, άρα οι ιδιοκτήτες των ως άνω ακινήτων δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση. Άλλωστε θα ήταν αντιφατικό να επιδικάζεται ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του υπολοίπου ακινήτου και συγχρόνως να επιβεβαιώνεται ότι το ακίνητο αυτό (δηλ. το μη απαλλοτριωθέν τμήμα) ωφελήθηκε από την εκτέλεση των έργων...". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 του Ν. 2882/2001, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθούν η ορισθείσα οριστική τιμή αποζημιώσεως και η ιδιαίτερη αποζημίωση των απομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των προαναφερθέντων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθόσον διέλαβε επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τη φύση, τις ιδιαιτερότητες και τον προορισμό αυτών, τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, την προέχουσα αγροτική τους χρήση αλλά και την παρατηρούμενη τα τελευταία χρόνια οικιστική ανάπτυξη στην εν λόγω περιοχή, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, επιπρόσθετα δε αναφορικά με το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ως άνω ακινήτων αναφέρεται ως απομειωτικό της αξίας περιστατικό και η απώλεια μόνο της οικοδομησιμότητας λόγω τηρήσεως της απόστασης ασφαλείας των 40 μέτρων από το όριο της υπό κατασκευή αρτηρίας του ... , κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 εδ. α' και β' σε συνδυασμό με γ' του ΠΔ 349/1993. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσία όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, αναφορικά ως προς το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των αναφερομένων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, καθόσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πληρούν το πραγματικό της αναγνώρισης της ανυπαρξίας ωφέλειας των αναιρεσιβλήτων ως παρόδιων ιδιοκτητών λόγω ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και της έλλειψης υποχρέωσης αυτών προς αποζημίωση ως προς τα με ΑΚΠ ... και … ακινήτων συνεπεία της παραδοχής των διευρυμένων κριτηρίων περί ανατροπής του, σύμφωνα με τα οποία η επικαλούμενη έλλειψη ωφέλειας των αναιρεσιβλήτων συνίσταται στον περιορισμό της δυνατότητας για οικοδομική χρήση των εναπομεινάντων ακινήτων λόγω μείωσης της απόστασης από τον άξονα της οδού και το όριο της οδού (άρθρο 2 εδ. α' και β' σε συνδ. με γ' του Π.Δ. 347/1993) και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αίτησης κατά το αίτημα της αναγνώρισης της ανυπαρξίας ωφέλειας των εν λόγω ακινήτων και της έλλειψης της υποχρέωσης αυτών προς αποζημίωση. Επομένως ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των αναιρεσιβλήτων ως παρόδιων ιδιοκτητών και της υποχρέωσής τους για αυτοαποζημίωση είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Με τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Τεκμήριο ωφέλειας ιδιοκτητών απαλλοτριούμενων ακινήτων. 1. Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 (ΦΕΚ 214 Α') είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. 2. Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης. 3. Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή αποτελούμενη από έναν μηχανικό του αρμόδιου από το σκοπό της απαλλοτρίωσης φορέα, ως Πρόεδρο, έναν υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής και έναν εμπειρογνώμονα οριζόμενο με αναπληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 372 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με απλή πράξη, της οποίας αντίγραφο αποστέλλεται στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Τα λοιπά μέλη της Επιτροπής και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του αρμοδίου για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης. 4. Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του. 5. Στα μέλη της Επιτροπής μετά την ολοκλήρωση του έργου της καταβάλλεται εφάπαξ αποζημίωση, που καθορίζεται με απόφαση του αρμοδίου για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης εντός των δι' αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών καθοριζόμενων ορίων και προϋποθέσεων και βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση. 6. Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου Δικαστήριο. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα (30) ημέρες ούτε μικρότερο από σαράντα (40) ημέρες από την κατάθεση των στοιχείων σε αυτό, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των σχετικών με την επίδοση διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων. Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης. Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 22 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων. 7. Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας. Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση". Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι η έκθεση της Επιτροπής ως προς την ωφέλεια ή μη του ακινήτου από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, εκτιμάται μεν ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, πλην όμως δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για το σχηματισμό της κρίσεως του Εφετείου, με αποτέλεσμα η παράλειψη της Επιτροπής να τοποθετηθεί στα ζητήματα που ορίζει η παράγραφος 4 του άρθρου 33 ν. 2971/2001 να μη εμποδίζει το Εφετείο στο να αποφανθεί για την άρση ή μη του τεκμηρίου της ωφέλειας και την αντίστοιχη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ιδιαίτερα όταν το αντίστοιχο αίτημα παραδεκτά εισάγεται στο Εφετείο ως λειτουργικά αρμόδιο για ν' αποφανθεί για όλα τα συναφή ζητήματα σε μια ενιαία διαδικασία όπως τον καθορισμό τιμής μονάδος για τ' απαλλοτριωθέντα και τα απομένοντα τμήματα εκτός της απαλλοτρίωσης και την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 (Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004). Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, ενώ στο άρθρο 15 παρ. 4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, που κυρώθηκε με το ν. 2882/2001, προβλέπεται ότι, εάν δεν συντάχθηκε για οποιοδήποτε λόγο, μέσα σε σαράντα τουλάχιστον ημέρες από την υποβολή της αιτήσεως, η έκθεση της Επιτροπής για την ιδιαίτερη αποζημίωση του απομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως ακινήτου, ο Πρόεδρος αυτής υποχρεούται να χορηγεί σχετική βεβαίωση σε κάθε ενδιαφερόμενο, η βεβαίωση δε αυτή καθιστά παραδεκτό κατ' άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 2882/2001 το αίτημα του ιδιοκτήτη για τον καθορισμό από το δικαστήριο ιδιαίτερης αποζημιώσεως των τμημάτων του ακινήτου του που απομένουν εκτός απαλλοτριώσεως, αντιθέτως στο άρθρο 33 ν. 2971/2001 δεν περιλήφθηκε ανάλογη ρύθμιση ούτε στην ίδια διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 προβλέφθηκε όπως στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του ν. 2882/2001 ότι η μη προσαγωγή έγκαιρα της πιο πάνω βεβαιώσεως της Επιτροπής καθιστά απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης. Επομένως τα όσα συναφή αντίθετα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζει το αναιρεσείον υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 14 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ με την έννοια ότι έπρεπε από την προσβαλλόμενη να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση του αντίστοιχου αιτήματος από το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης η προαναφερθείσα έκθεση της επιτροπής κρίνονται αβάσιμα όπως και ο σχετικός λόγος, ο οποίος πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθ' ό μέρος αφορά την 21η αναιρεσίβλητη, Β. συζ. Α. Χ. , ν' απορριφθεί κατ' ουσία η αίτηση καθ' ό μέρος αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/ 1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-11-2010 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 676/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος, που αφορά την αναιρεσίβλητη Β. σύζυγο Α. Χ.

Απορρίπτει την από 19-11-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 676/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ