Legislator Case Law & Legislation
423/2014 AI generated

423/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 423/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Legislator headnote

AI generated

423/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 1512/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2013 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 31-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
education allowance school fee contribution academic failure action challenging schedule of claims school accident insurance monopoly institution called upon to act
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 423 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε" ως οιονεί καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ Α.Ε." (Ο.Σ.Κ. Α.Ε.), που διαδέχθηκε ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ (Ο.Σ.Κ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαθέου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χήρας Σ. Μ., το γένος Δ. και Σ. Σ., 2 Ε.-Μ. Μ. του Σ. και 3Μ.-Φ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., κληρονόμων εξ αδιαθέτου του Σ. Μ. του Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κωνσταντινίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Κοινοποιούμενη στους:

1.Δήμο Σερρών, που εδρεύει στις Σέρρες, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του 2.Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 3.Η. χήρα Α. Γ. το γένος Γ. Φ., κατοίκου ... 4.Ι. Α. Γ. σύζυγος ήδη Γ. Ζ., κατοίκου ...

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 79ΠΤ22/1990 και 12ΠΤ1/1991 αναγνωριστικές αγωγές των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:126/1991 μη οριστική και 213/1993 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2796/1995,320/1998,1787/2004 μη οριστική και 2068/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 9-7-2007 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 272/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμπει για περαιτέρω συζήτηση την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο.

Εκδόθηκε η 1512/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2013 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 31-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 27/2007).

Εξάλλου, αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, δεν επιλύεται νομικό ζήτημα προς το οποίο θα υποχρεούτο να συμμορφωθεί το δικαστήριο της παραπομπής, ιδρυομένου άλλως τον λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ., χωρίς παράλληλα να δημιουργείται δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 321 Κ.Πολ.Δ.

από την αναιρετική απόφαση, αλλά από την τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, κατά τα κεφάλαια αυτής που δεν αναιρέθηκαν. Άρα το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 201/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την 272/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 2062/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν έφεση των εναγόντων) για έλλειψη νόμιμης βάσης και μάλιστα λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης των επιδίκων ακινήτων και της κτήσης της κυριότητας τούτων από το Δήμο Σερρών, κατά την παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., κατά τους οποίους, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όσα κρίθηκαν με την ανωτέρω 272/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Επίσης ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, με το να δεχθεί ότι έχει κριθεί πλέον ότι απαλλοτρίωση που δεν συντελέσθηκε λόγω μη καταβολής ολόκληρης της αποζημίωσης που ορίστηκε, θεωρείται ως αυτοδικαίως ανακληθείσα, στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση, αλλά με την ανωτέρω παραδοχή του επαναλαμβάνει όσα ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4 εδ.

γ' του Συντάγματος 1975 και 11 παρ. 3 εδ. α' ν.δ. 757/1971.

2. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που αποδείχτηκαν στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάστηκαν.

3. Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 εδ. γ' του Συντάγματος 1975, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 3 εδ. α' του ν.δ. 797/1971, προκειμένου να συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμιση έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.

Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι η τμηματική παρακατάθεση της αποζημίωσης δεν επάγεται κανένα έννομο αποτέλεσμα, αλλ' ούτε και η ανάληψη της αποζημίωσης που μερικώς κατατέθηκε, ακόμη και αν έγινε ανεπιφύλακτα, υποδηλώνει παραίτηση του ιδιοκτήτη από τα δικαιώματά του. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα περιστατικά: "Η ενδεχόμενη μετά τη συμπλήρωση της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας καταβολή ή παρακατάθεση του υπολοίπου της προσωρινώς καθορισθείσας αποζημίωσης είναι - χωρίς έννομη επιρροή, καθόσον έχει κριθεί πλέον- ότι η απαλλοτρίωση που δεν συντελέσθηκε λόγω μη καταβολής ολόκληρης της αποζημίωσης που ορίσθηκε προσωρινά, θεωρείται ως αυτοδικαίως ανακληθείσα και υπό την εκδοχή ακόμη ότι η μερική αποζημίωση που κατατέθηκε ή η οριστική αποζημίωση που ορίσθηκε μεταγενεστέρως εισπράχθηκε ανεπιφύλακτα από τους δικαούχους".

Στη συνέχει δέχτηκε τα εξής: "Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, κατά τον οποίο η μερική κατάθεση της προσωρινής αποζημίωσης έχει επιφέρει τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και μετάθεση της κυριότητας στον υπέρ ου αυτή, με μόνη συνέπεια ο δικαιούχος της αποζημίωσης να έχει αξίωση κατά του υπέρ ου η απαλλοτρίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η αξίωση αυτή παρέχεται στην περίπτωση που το λάθος οφείλεται στον συντάκτη του κτηματολογικού πίνακα και του αντίστοιχου κτηματολογικού διαγράμματος.

Η προϋπόθεση όμως αυτή λείπει στην προκειμένη περίπτωση, αφού τόσον ο κτηματολογικός πίνακας, όσο και το κτηματολογικό διάγραμμα είναι αναμφισβητήτως ορθά, ενώ το λάθος οφείλεται στον λανθασμένο μεταγενέστερο υπολογισμό των εμβαδών και του όγκου από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων κατά τον προσδιορισμό από αυτούς της αποζημίωσης που έπρεπε να κατατεθεί και να καταβληθεί στους δικαιούχους της αποζημίωσης".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, με το να δεχθεί ότι η συντέλεση της επίδικης απαλλοτρίωσης δεν επήλθε με τη μερική κατάθεση και είσπραξη της προσωρινής αποζημίωσης και άρα θεωρείται ότι αυτή ανακλήθηκε αυτοδικαίως.

Επομένως, οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-2-2013 αίτηση για αναίρεση της 1512/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ