Legislator Case Law & Legislation
423/2012 AI generated

423/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 423/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 423 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέÏ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 423 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ο. Χ. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαθιουδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. χας Μ. Π., το γένος Ι. Π., 2. Ε. θυγ. Μ. Π. και 3. Γ. Μ. Π., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντανάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30.1.2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5415/2005 προδικαστική, 1449/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5083/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5083/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς την από 30.5.2007 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1449/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 5415/2005 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει ως προς όλους τους εναγομένους την από 30.1.2004 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που είχε γίνει σε μικρότερη έκταση δεκτή πρωτοδίκως έναντι των πρώτου, δεύτερου και τέταρτης των εναγομένων, ενώ είχε απορριφθεί ως προς την ήδη αναιρεσείουσα, και αναγνώρισε ότι αυτή, εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους, των οποίων απέρριψε τις συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις κατά της αυτής πρωτόδικης απόφασης, υποχρεούνται να καταβάλουν με το νόμιμο τόκο σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους, που προκλήθηκε από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους (εναγομένων), καθώς και το ποσό των 7.336 ευρώ στην πρώτη ειδικότερα των αναιρεσιβλήτων, που είχε παραλειφθεί να επιδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση και αφορά αποζημίωσή της για τα έξοδα κηδείας του αποβιώσαντος εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αντιδίκων της συζύγου της, στα οποία αυτή υποβλήθηκε. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495§§1&2, 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αφού ναι μεν η αίτηση αυτή, που συντάχθηκε και έχει υπογραφεί από τον διορισμένο στον Άρειο Πάγο πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Σταύρο Λιναρδάκη, κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών από το δικηγόρο Ιωάννη Κατσάνο, που είναι διορισμένος μόνο στο Πρωτοδικείο και όχι και στο Εφετείο Αθηνών, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 67/28.1.2010 βεβαίωση του Εφετείου Αθηνών και την από 19.1.2011 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, όμως το γεγονός αυτό δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης, όπως υποστηρίζουν με τις προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι, αφού δεν προβλέπεται στο νόμο για την περίπτωση αυτή ακυρότητα (ΑΠ 1358/2009) και αντίθετα χωρίς διάκριση ορίζεται στο άρθρ. 55§2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) ότι ο διορισμένος σε κατώτερο δικαστήριο δικηγόρος μπορεί να υπογράφει και να καταθέτει δικόγραφα ένδικων μέσων που απευθύνονται σε ανώτερο δικαστήριο. 2. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Εξ άλλου ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011? 221/2012). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 864/2003, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986, 1011/ 1994). Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 270§2εδ.α&β, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072/2005). Εξάλλου για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή εκεί προσαγωγή του προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας, κατά τη διαβεβαίωσή της, το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο Μ. Π., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των δυο άλλων εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), άρχισε από τον Ιανουάριο του έτους 2000 να παρακολουθείται από τον πρώτο εναγόμενο, ιατρό-καρδιολόγο, διότι έπασχε από υπερλιπιδαιμία, δηλαδή αυξημένες χοληστερίνες στο πλάσμα του αίματος ... Το καλοκαίρι του ίδιου έτους και ενώ ο ανωτέρω ασθενής βρισκόταν σε διακοπές, ένοιωσε, στην προσπάθειά του να ανέβει μια ανηφόρα, πόνο στο στήθος και λαχάνιασμα. Στις 3.11.2000 ο Μ. Π. επισκέφθηκε μαζί με τη σύζυγό του τον πρώτο εναγόμενο στο ιατρείο του, όπου κατά τη διάρκεια της εξέτασής του ο εν λόγω ασθενής επισήμανε στον ιατρό του την ανησυχία της συζύγου του για το ανωτέρω περιστατικό, που του συνέβη κατά τη διάρκεια των διακοπών του. Ο πρώτος εναγόμενος, αφού πραγματοποίησε στον ασθενή ηλεκτροκαρδιογράφημα και επίσης υπερηχοκαρδιογράφημα (triplex) κατέγραψε στο βιβλιάριο ασθενείας του την εντολή να υποβληθεί σε στατικό και δυναμικό σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου με το ραδιοϊσότοπο 201 του θαλλίου και να κάνει τις εξής εξετάσεις ... Συγχρόνως καταχώρησε στο βιβλιάριο ασθενείας του Μ. Π. στη θέση νόσημα: "προκάρδιο άλγος-στηθάγχη"... Τρεις ημέρες αργότερα, στις 6.11.2000, ο Μ. Π. επισκέφθηκε και πάλι τον πρώτο εναγόμενο στο ιατρείο του, οπότε ο τελευταίος κατέγραψε και πάλι στο ατομικό βιβλιάριο του ασθενούς ηλεκτροκαρδιογράφημα με τη διάγνωση του "προκάρδιου άλγους". Στις 7.11.2000 ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε δεύτερο triplex καρδιάς, με το οποίο διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα ... Στη συνέχεια ο ανωτέρω ασθενής, προκειμένου να υποβληθεί στην εξέταση του στατικού και δυναμικού σπινθηρογραφήματος μυοκαρδίου... απευθύνθηκε στην τέταρτη εναγομένη, η οποία επί της οδού ..., ..., διατηρεί και εκμεταλλεύεται Ινστιτούτο Ιατρικής Απεικόνισης με την εταιρική επωνυμία "ΑΚΤΙΝΟΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΕ", η οποία ανέλαβε, έναντι αμοιβής, να εκτελέσει την εν λόγω εξέταση με ιατρούς της δικής της επιλογής και συγκεκριμένα με τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων... Εξ αυτών η τρίτη των εναγομένων (αναιρεσείουσα), πυρηνική ιατρός, λειτουργούσε στο όνομα το δικό της (βλ. την με αριθμό 6709/2000 απόφαση της Νομάρχου Αθηνών, με την οποία της χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας) Εργαστήριο Πυρηνικής Ιατρικής σε μισθωμένο από την τέταρτη εναγομένη διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου, που βρισκόταν στην ίδια οικοδομή, όπου λειτουργούσε και το Ινστιτούτο Ιατρικής Απεικόνισης της τέταρτης εναγομένης. Η τρίτη εναγομένη, κατόπιν εντολής και με ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό της τέταρτης εναγομένης, εκτελούσε ιατρικές πράξεις σε ασθενείς της τέταρτης εναγομένης, οι οποίοι είχαν απευθυνθεί και είχαν συμφωνήσει με την ίδια την εκτέλεση διαφόρων ιατρικών εξετάσεων. Η τρίτη εναγομένη κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης ιατρικής πράξης τελούσε σε σχέση πρόστησης με την τέταρτη εναγομένη, καθόσον κατ' εντολή της τελευταίας και σε τόπο και χρόνο που όρισε αυτή, ανέλαβε να εκτελέσει την ως άνω ιατρική εξέταση στον Μ. Π., τελώντας έτσι σε εξάρτηση με την τέταρτη εναγομένη, αφού παρά την ανεξαρτησία της τρίτης εναγομένης αναφορικά με την άσκηση των κύριων ιατρικών καθηκόντων της, η επαγγελματική της δραστηριότητα ενέπιπτε στον επαγγελματικό και επιχειρηματικό κύκλο δράσης της τέταρτης εναγομένης. Ακολούθως, στις 10.11.2000 και περί ώρα 16.30 ο ανωτέρω ασθενής, συνοδευόμενος και από τη σύζυγό του, προσήλθε στο Ινστιτούτο Ιατρικής Απεικόνισης της τέταρτης εναγομένης προκειμένου να υποβληθεί στη διαγνωστική εξέταση του σπινθηρογραφήματος με ενδοφλέβια ένεση διπιριδαμόλης και το ραδιοϊσότοπο θάλλιο 201 ... Ο ασθενής τοποθετήθηκε στο ειδικό εξεταστικό κρεβάτι, όπου υποβλήθηκε στην πρώτη "δυναμική" φάση του σπινθηρογραφήματος ... από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων. Στη συνέχεια ο ασθενής τοποθετήθηκε στο τομογραφικό κρεβάτι της γ' κάμερας και ζητήθηκε απ' αυτόν να παραμείνει ακίνητος επί 20-25 λεπτά της ώρας. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης και συγκεκριμένα 10-15 λεπτά της ώρας μετά την έναρξη αυτής, ο ασθενής άρχισε να διαμαρτύρεται, ζητώντας να τελειώσει η δοκιμασία κοπώσεως διότι αισθανόταν δυσφορία και πονούσαν οι βραχίονές του. Η πρώτη ενάγουσα, ακούγοντας τις διαμαρτυρίες του συζύγου της, ζήτησε από την τρίτη εναγομένη να διακοπεί η εξέταση, πλην όμως η τελευταία της απάντησε ότι όλοι οι ασθενείς κάνουν το ίδιο και ότι έπρεπε να αναμείνει ο ασθενής προκειμένου να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση της εξέτασης. Μετά το τέλος της πρώτης φάσης ο ασθενής σηκώθηκε για να καθίσει στην αίθουσα αναμονής, ώστε μετά την παρέλευση 2,5 - 3 ωρών να υποβληθεί στη δεύτερη φάση της εξέτασης, πλην όμως μετά την έγερσή του αυτή μετέβη εξασθενημένος από την ως άνω πρώτη φάση στην τουαλέτα του ιατρείου, όπου έφτυσε ροδόχροα πτύελα. Εξερχόμενος δε από την τουαλέτα παρουσίασε ωχρότητα, ψυχρά άκρα, εφίδρωση και κάθισε στον κάθισμα, όπου λιποθύμησε και παρουσίασε απώλεια συνειδήσεως. Μετά την παρέλευση 30 λεπτών ο εν λόγω ασθενής, συνοδευόμενος από τον δεύτερο εναγόμενο, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο της τέταρτης εναγομένης στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, πλην κατά τη μεταφορά του κατέληξε. Στην υπ' αριθ. 3542/11.11.2000 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομίας, που συνέταξε ο ιατροδικαστής Μ. Ν., ως αιτία θανάτου αναγράφεται "παλαιό και πρόσφατο έμφραγμα μυοκαρδίου. Οξύ πνευμονικό οίδημα, υπερτροφία καρδίας, παλαιές ουλές μυοκαρδίου, οπισθίου τοιχώματος και πρόσφατη αιμορραγική διήθηση αυτού". Επίσης στο από 11.11.2000 πιστοποιητικό θανάτου, που συνέταξε ο ίδιος ιατροδικαστής, ως αιτία θανάτου αναφέρεται "παλαιό και πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου". Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 81/ 2006 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του καρδιολόγου Γ. Σ., που διενεργήθηκε δυνάμει της 5415/2005 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και τις ιατρικές γνωμοδοτήσεις των ειδικών συμβούλων, που προσκομίζονται με επίκληση από τα διάδικα μέρη, αποδείχθηκε πλήρως και αναμφιβόλως ότι ο θάνατος του Μ. Π. επήλθε συνεπεία εμφράγματος του μυοκαρδίου επί συνυπάρχοντος παλαιού εμφράγματος, εκδηλωθέντος κατά τη διάρκεια της φαρμακευτικής δοκιμασίας κοπώσεως με δυπιριδαμόλη ... Οφείλεται δε σε βαρεία αμέλεια των πρώτου, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, οι οποίοι, καίτοι ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματός τους σε ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια κατά την εκτέλεση των ιατρικών τους καθηκόντων, δεν ενήργησαν σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, αλλά υπέπεσαν στα ακόλουθα ιατρικά σφάλματα, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί ο ασθενής Μ. Π., κατά τη διάρκεια της φαρμακευτικής δοκιμασίας κοπώσεως, έμφραγμα μυοκαρδίου, από το οποίο ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του. Συγκεκριμένα: α) Ο πρώτος εναγόμενος, ιατρός καρδιολόγος, μπορούσε από την περιγραφή των κλινικών συμπτωμάτων του ασθενούς Μ. Π. ... να διαγνώσει ότι έπασχε από στεφανιαία νόσο και από 3.11.2000 και από στηθάγχη ... β) Ο δεύτερος εναγόμενος ... μετά την εμφάνιση της στηθαγχικής κρίσης στον ασθενή δεν προέβη σε καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση με μέσα βασικής υποστήριξης της ζωής, όπως ασκός AMBU, τραχειοσωλήνα ή απινιδωτή, αλλά σε αναπνοή στόμα με στόμα. Από δε την έκθεση νεκροψίας δεν αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος ιατρός προέβη σε διασωλήνωση του ασθενούς, καθόσον ο ιατροδικαστής στην εν λόγω έκθεση δεν αναφέρει ευρήματα στην τραχεία, τα οποία θα έπρεπε να υπήρχαν, αν πράγματι ο ιατρός, ζώντος του ασθενούς, είχε προβεί σε πνευμονική ανάνηψη με τραχειοσωλήνα. Από τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε ότι στο ανωτέρω Εργαστήριο Πυρηνικής Ιατρικής δεν υπήρχαν τα απαραίτητα και κατάλληλα μέσα καρδιοπνευμονικής ανανήψεως ... παρά το γεγονός ότι στη διεθνή ιατρική βιβλιογραφία ο κίνδυνος για τη δοκιμασία κοπώσεως είναι ένα έμφραγμα ή ένας θάνατος ανά 1.000 δοκιμασίες. Αντίθετα οι από 15.10.2004 και 16.11.2004 βεβαιώσεις των αντιπροσώπων ιατρικών μηχανημάτων Β. Μ. και Π. Σ. αντιστοίχως, στις οποίες αναφέρεται ότι πριν από 15 έτη η τέταρτη εναγομένη είχε προμηθευτεί αναπνευστήρα, μηχανική υποστήριξη, σύστημα διασωλήνωσης και συσκευή ΑMBU, εκτός του ότι δεν κρίνονται πειστικές, αφορούν το Ινστιτούτο Ιατρικής Διάγνωσης της τέταρτης εναγομένης και όχι το Εργαστήριο Πυρηνικής Ιατρικής ... γ) Η τρίτη εναγομένη ανέλαβε με την ειδικότητα της πυρηνικής ιατρού να εκτελέσει ... στον ασθενή Μ. Π.... το στατικό και δυναμικό σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου ... στο Πυρηνικό Εργαστήριο, που λειτουργούσε στο όνομά της, χωρίς να υπάρχουν σ' αυτό τα απαραίτητα και κατάλληλα εργαλεία και συσκευές για την καρδιοπνευμονική ανάνηψη, όπως ο επαναδιατατός ασκός AMBU, λαρυγγοσκόπιο, τραχειοσωλήνας, γλωσσοπίεστρα, αντλία αναρροφήσεως, απινιδωτής-monitor και σχετικά φάρμακα, παρά το γεγονός ότι στο εν λόγω ιατρείο εξετάζονται και ασθενείς πάσχοντες, οι οποίοι δυνατόν να παρουσιάσουν βαριές επιπλοκές και ότι σύμφωνα με τα "διεθνή πρωτόκολλα" κίνδυνος για τη δοκιμασία κοπώσεως είναι ένα έμφραγμα ή ένας θάνατος ανά 1.000 δοκιμασίες. Επιπρόσθετα η τρίτη εναγομένη παρέλειψε να διακόψει τη δοκιμασία κοπώσεως στον ασθενή, παρά την εμφάνιση στηθαγχικού πόνου και τη διαμαρτυρία και απαίτηση του ασθενούς να διακοπεί η εν λόγω εξέταση. Οι παραλείψεις δε αυτές προκάλεσαν το θάνατο του ασθενούς προτού να ολοκληρωθεί η ως άνω εξέταση και κατά συνέπεια τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 1449/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει αντίθετα και είχε απορρίψει ως προς την αναιρεσείουσα την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την αγωγή αυτή και ως προς την αναιρεσείουσα. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε την έλλειψη μέσων καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης στο Εργαστήριο Πυρηνικής Ιατρικής της αναιρεσείουσας και αιτιωδώς με την έλλειψη αυτή, που κατέστησε αδύνατη, κατά την απόφαση, κάθε σχετική προσπάθεια καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης στην περίπτωση του Μ. Π., συνέδεσε το θάνατό του, μολονότι η ίδια απόφαση δέχθηκε προηγουμένως, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι το ως άνω Εργαστήριο λειτουργούσε με νόμιμη άδεια της Νομάρχου Αθηνών, που σημαίνει ότι υπήρχαν τα αναγκαία μέσα καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης, αφού διαφορετικά δεν θα είχε εκδοθεί η άδεια λειτουργίας του. Ωστόσο η ύπαρξη μέσων καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης ως προϋπόθεση για την έκδοση νόμιμης άδειας λειτουργίας για το Εργαστήριο Πυρηνικής Ιατρικής της αναιρεσείουσας δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι αυτά εξακολουθούσαν να υπάρχουν και ότι ήταν σε χρήση και κατά τον κρίσιμο χρόνο της εξέτασης στο Εργαστήριο αυτό του Μ. Π.. Εξ άλλου για αντιφατικές αιτιολογίες αιτιάται την εφετειακή απόφαση η αναιρεσείουσα και με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται ειδικότερα στην απόφαση αυτή οι πλημμέλειες ότι ενώ δέχθηκε την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της τέταρτης εναγομένης, η οποία λειτουργούσε το Ινστιτούτο Ιατρικής Απεικόνισης με την επωνυμία ΑΚΤΙΝΟΔΙΑΓΝΩΣΗ και κατά την απόφαση ήταν αυτό εξοπλισμένο με μέσα καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης, αντιφατικά η ίδια απόφαση δέχθηκε στη συνέχεια ότι δεν υπήρξε στην περίπτωση του Μ. Π. χρήση των μέσων αυτών, μολονότι στο πλαίσιο της σχέσης πρόστησης ήταν αυτονόητη η χρήση τους και για τις ανάγκες του Εργαστηρίου Πυρηνικής Ιατρικής της αναιρεσείουσας, το οποίο η απόφαση, ενώ δέχεται ότι λειτουργούσε σε διαμέρισμα, που η αναιρεσείουσα είχε μισθώσει από την τέταρτη εναγομένη, αντιφατικά κατά την αναιρεσείουσα δέχθηκε παράλληλα η απόφαση ότι η τέταρτη εναγομένη της υποδείκνυε το χώρο της απασχόλησής της, που σημαίνει ότι ο χώρος του Εργαστηρίου της κατεχόταν συγχρόνως και από την τέταρτη εναγομένη. Ωστόσο η μίσθωση από την αναιρεσείουσα στο όνομά της του χώρου του Εργαστηρίου της δεν αναιρεί τη σχέση πρόστησης μεταξύ αυτής και της τέταρτης εναγομένης, στο πλαίσιο της οποίας η τελευταία δεν εμποδιζόταν να καθορίζει το χώρο του Εργαστηρίου της αναιρεσείουσας ως το χώρο για τις ιατρικές εξετάσεις που ανέθετε σ' αυτή να πραγματοποιεί σε πελάτες της. Ανεξάρτητα πάντως από την αβασιμότητα της σχετικής αιτίασης της αναιρεσείουσας, η όλη συλλογιστική της στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απρόσφορη να αποκλείσει την ατομική της ευθύνη για το θάνατο του Μ. Π., αν υποτεθεί ότι κατατείνει σε αμφισβήτηση της σχέσης πρόστησης που δέχθηκε η απόφαση ότι τη συνέδεε με την τέταρτη εναγομένη. Κατά την ίδια λογική η ύπαρξη μέσων καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης στο Ινστιτούτο Ιατρικής Απεικόνισης της τέταρτης εναγομένης δεν σημαίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση του Μ. Π. ήταν οπωσδήποτε στη διάθεση και του Εργαστηρίου της αναιρεσείουσας, το οποίο κατά την απόφαση δεν συστεγαζόταν με το Ινστιτούτο Ιατρικής Απεικόνισης, αλλά λειτουργούσε ανεξάρτητα απ' αυτό, συνεργαζόμενο απλώς μαζί του, ούτε πολύ περισσότερο σημαίνει ότι τα μέσα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την καρδιοαναπνευστική ανάνηψη του Μ. Π., είναι δε αναιρετικά ανέλεγκτη η σχετική κρίση του Εφετείου, που δεν δέχθηκε τη χρήση τέτοιων μέσων γι' αυτόν, αφού αφορά την ουσιαστική εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που αφορούν κατ' εκτίμηση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορριπτέος επίσης πρωταρχικά ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι δεν έλαβε υπόψη της το με αριθμό 03/94/2274/6.3.2001 πιστοποιητικό του Νοσοκομείου "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", που προσκομίσθηκε από όλους τους διαδίκους και στο οποίο αναγράφεται ότι σύμφωνα με το βιβλίο επειγόντων περιστατικών του Νοσοκομείου αυτού, που είναι Ν.Π.Δ.Δ., ο Μ. Π. "προσεκομίσθη νεκρός, μυδρίαση, άσφυγμος, κυανωτικός. Εις Νεκροτομείο. 45 λεπτά μετά τη δοκιμασία κοπώσεως με Τe201, δύσπνοια, ροδόχροα πτύελα και ασυστολία. Έγινε CPR (καρδιοαναπνευστική ανάνηψη) εκεί και εδώ", αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, όπως θα έπρεπε προκειμένου ο σχετικός λόγος αναίρεσης να ήταν ορισμένος, ότι το πιστοποιητικό αυτό δεν προσκομίσθηκε απλώς στο Εφετείο, αλλά έγινε και επίκλησή του με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας. Η τελευταία θεωρεί ότι δεν λήφθηκε υπόψη το παραπάνω πιστοποιητικό από το Εφετείο, επειδή αντίθετα με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αυτού, στο οποίο αναγράφεται ότι στον Μ. Π. έγινε καρδιοαναπνευστική ανάνηψη εκεί και εδώ, δηλαδή στο Νοσοκομείο και προηγουμένως στο Εργαστήριο Πυρηνικής Ιατρικής της αναιρεσείουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι έγινε σ' αυτόν τέτοια ανάνηψη. Ωστόσο η προσβαλλόμενη απόφαση ναι μεν δεν δέχθηκε ότι ο Μ. Π. υποβλήθηκε στο παραπάνω Εργαστήριο, μετά την εμφάνιση σ' αυτόν της στηθαγχικής κρίσης, σε καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση με μέσα βασικής υποστήριξης της ζωής, όπως είναι ασκός AMBU, ο τραχειοσωλήνας ή ο απινιδωτής, δέχθηκε όμως ότι έγινε σ' αυτόν προσπάθεια ανάνηψης με αναπνοή στόμα με στόμα που συνιστά και αυτή μορφή καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης. Κατά την έννοια αυτή η σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι τελικά αντίθετη προς το περιεχόμενο του παραπάνω πιστοποιητικού, σε κάθε δε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς την ουσιαστική αυτή παραδοχή της, ακόμη και αν θεωρηθεί αντίθετη προς το παραπάνω πιστοποιητικό, που συνιστά δημόσιο έγγραφο, αφού κατά του περιεχομένου του επιτρέπεται κατά το άρθρ. 440 ΚΠολΔ ανταπόδειξη. 3. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε το σχετικό με τα έξοδα κηδείας του Μ. Π. κονδύλιο της ένδικης αγωγής και αναγνώρισε ότι για την αιτία αυτή οι εναγόμενοι είναι εις ολόκληρο υποχρεωμένοι να αποζημιώσουν την πρώτη των αναιρεσιβλήτων με το ποσό των 7.336 ευρώ, μολονότι το ποσό αυτό παρέμεινε αναπόδεικτο και έτσι η απόφαση του Εφετείου, δεχόμενη την ένδικη αγωγή και ως προς αυτό το ποσό, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλήττεται στην πραγματικότητα η ουσιαστική εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία είναι καθεαυτή αναιρετικά ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 140/2006).

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 340,345,346 ΑΚ, 215§1εδ.α, 221 & 295§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθ. 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής, αφού η αγωγή αυτή θεωρείται έκτοτε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΟλΑΠ 13/1994, 23-24/2004). Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα, όπως άλλωστε και οι λοιποί εναγόμενοι, είναι υποχρεωμένοι και μετά τον περιορισμό της ένδικης αγωγής από καταψηφιστική σε απλή αναγνωριστική να καταβάλλουν νομιμοτόκως στους αναιρεσιβλήτους από την επίδοση σ' αυτούς αντιγράφου της ένδικης αγωγής μέχρι την εξόφληση τα ποσά που επιδίκασε σ' αυτούς, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 340,345,346 ΑΚ και 221§1εδ.γ ΚΠολΔ, αλλά ορθά τις ερμήνευσε και τις εφάρμοσε.

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός. Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.1.2010 αίτηση της Ο. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5083/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.-

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ