Legislator Case Law & Legislation
423/2010 AI generated

423/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 423/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

423/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα την 16.10.1990 προσέλαβε στην επιχείρησή της την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη. Η τελευταία αρχικά εργάστηκε ως υπάλληλος και στη συνέχεια ως βοηθός λογιστή μέχρι 23.2.2002.

Keywords

AI generated
termination of service termination of insurance benefits suspension of unemployment benefits expulsion despite health conditions prolonged absence voluntary unemployment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 423 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 423/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΗ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φέστα.

Της αναιρεσιβλήτου: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1568/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 384/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 24-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχείας ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεώς του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως.

Με το ως άνω άρθρο 3 του Ν. 4558/30 καθορίσθηκαν τα όρια μέσα στα οποία μπορεί η διάρκεια μιας ασθένειας να θεωρείται βραχεία. Έτσι, αποτελεί ασθένεια βραχείας διάρκειας αυτή που διαρκεί ένα μήνα για υπαλλήλους που υπηρετούν πέραν των 4 ετών, όχι όμως και πέραν των 10 ετών, 4 μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν πέραν των 10 ετών, όχι όμως και πέραν των 15 ετών και 6 μήνες γι' αυτούς που υπηρετούν για χρόνο ανώτερο των 15 ετών Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση, του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα την 16.10.1990 προσέλαβε στην επιχείρησή της την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη. Η τελευταία αρχικά εργάστηκε ως υπάλληλος και στη συνέχεια ως βοηθός λογιστή μέχρι 23.2.2002.

Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα η αναιρεσίβλητη εργάστηκε άψογα, χωρίς να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα ως προς τον τρόπο, χρόνο και συνέπεια στην παροχή της εργασίας της. Στη συνέχεια όμως, η τελευταία απείχε από την εργασία της από 23.2.2002 μέχρι την 29.4.2003, οπότε προσήλθε να εργασθεί και πάλι, αλλά η αναιρεσείουσα απέκρουσε την προσφορά της εργασίας της, καθόσον από την ως άνω μακρόχρονη απουσία της επήλθε λύση της σύμβασης εργασίας της.

Όμως αποδείχτηκε ότι η ως άνω μακροχρόνια απουσία της αναιρεσίβλητης από την εργασία της οφείλεται σε σοβαρό πρόβλημα υγείας, που αντιμετώπισε και για το οποίο ενημέρωνε και ειδοποιούσε τακτικά την αναιρεσείουσα. Συγκεκριμένα, η αναιρεσίβλητη την 22.2.2002 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", όπου μετά από νοσηλεία 10 ημερών διαπιστώθηκε ότι έπασχε από άσηπτη νέκρωση κεφαλής μηριαίου και χονδροπάθεια επιγονατίδος.

Τελικά την 3.6.2002 υποβλήθηκε στο ως άνω νοσοκομείο σε λεπτή χειρουργική επέμβαση (τοποθέτηση αγγειούμενου μοσχεύματος) και στη συνέχεια της συνεστήθη από τους θεράποντες ιατρούς αποφυγή φορτίσεως, ενδυνάμωση του μυϊκού συστήματος του δεξιού σκέλους και αποφυγή εργασίας. Κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (23.2.2002 έως 29.4.2003) η αναιρεσίβλητη έλαβε επιδότηση από το ΙΚΑ.

Έτσι η απουσία της έγινε για σπουδαίο λόγο και ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, η δε αποχή της, παρά το ότι υπερβαίνει το προβλεπόμενο από το νόμο όριο των 4 μηνών, δεν μπορεί να θεωρηθεί, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και τις περιστάσεις που συντελέστηκε κατ' αντικειμενική κρίση, ως σιωπηρή εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της.

Δέχτηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι, εφόσον δεν επήλθε λύση της συμβάσεως εργασίας με την ανωτέρω αποχή της αναιρεσίβλητης από την εργασία της, η ένδικη από 30.4.2003 καταγγελία της αναιρεσείουσας επέφερε αυτή για πρώτη φορά τη λύση της συμβάσεως αυτής και ως εκ τούτου η καταβολή με βάση αυτήν από την αναιρεσείουσα αποζημιώσεως απολύσεως ύψους 8.779,96 ευρώ έγινε για νόμιμη αιτία.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, 5 παρ. 3 ν. 2112/1920, και 3 ν. 4558/1930, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των κανόνων αυτών του ουσιαστικού δικαίου. Και τούτο, διότι το Εφετείο ενώ δέχθηκε ότι η μακροχρόνια απουσία της αναιρεσίβλητης από την εργασία της οφείλεται σε σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε και για το οποίο ενημέρωνε και ειδοποιούσε τακτικά την αναιρεσείουσα, περαιτέρω δεν προσδιορίζει στην προσβαλλόμενη απόφασή του 1) τους συγκεκριμένους χρόνους ενημέρωσης της αναιρεσείουσας περί της αποχής της αναιρεσίβλητης λόγω της ως άνω ασθενείας της και της υποβολής σ' εκείνη γνωματεύσεων αρμόδιων υπηρεσιών ΙΚΑ για την ασθένειά της και την προσωρινή ανικανότητά της προς εργασία, καθώς και για την πρόθεσή της να συνεχίσει την εργασία της σ' αυτήν, 2) την αναγκαιότητα της επί 14 μήνες αποχής από την εργασία της, ως βοηθού λογιστή, στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, συνεπεία της παραπάνω ασθενείας της.

Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 384/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ