Legislator Case Law & Legislation
423/2008 AI generated

423/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 423/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

423/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ενάγουσα εκμισθώτρια ιστορούσε στην αγωγή ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου μισθώσεως ακινήτου, που συντάχθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας εκμίσθωσε στην εναγομένη εμπορική εταιρία ένα ακίνητο που βρίσκεται στην οδό ...

Keywords

AI generated
maintenance arrears renovation costs removal expenses unpaid security deposit tenant protection mission, travel and accommodation expenses
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 423 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 423/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΖΑΡΑ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΣΕΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μαργαρίτα Κοτζαμάνη και Φίλιππο Βασιλόγιαννη, που κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΛΟΥΚΙΝΑΣ - ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΑΠΠΑΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ - ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Νικόλαο Ανδρικόπουλο, που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2003 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΙΟΙ ΕΥΘ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ Α.Ε.", καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 953/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 2190/2005 μη οριστική και 3224/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-12-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, διάβασε την από 9-12-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου, τρίτου και τέταρτου λόγου της αναίρεσης και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Παρέχει δε στο δικαστή τη δυνατότητα να προβεί κατά το άρθρο 288 ΑΚ στην αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή ή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, όταν λόγω της συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη -παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει να συνεκτιμάται- η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997).

Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (ΑΚ 288) ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Εξάλλου, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να αναφέρονται σ' αυτήν τα εξής: 1) έγκυρη σύμβαση εμπορικής μίσθωσης, 2) μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης ή από το χρόνο της τυχόν προγενέστερης συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συζήτησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, 3) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο επιβαλλόμενο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετά την αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση αυτού να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά την αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος.

Επομένως, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της σχετικής αγωγής πρέπει να ιστορούνται, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, και τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τούτο, συνήθως, συμβαδίζει με τη μισθωτική αξία των όμορων ή και παράπλευρων με το μίσθιο ακινήτων, 4) αιτιώδη σύνδεσμο (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος και 5) ορισμένο αίτημα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ενάγουσα εκμισθώτρια ιστορούσε στην αγωγή ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου μισθώσεως ακινήτου, που συντάχθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας εκμίσθωσε στην εναγομένη εμπορική εταιρία ένα ακίνητο που βρίσκεται στην οδό ...

αρ. .... των Αθηνών, το οποίο περιγράφει επαρκώς και το οποίο είχε χαρακτηριστεί ως διατηρητέο. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης η μισθώτρια θα χρησιμοποιούσε το μίσθιο ως κατάστημα, αποθηκευτικό χώρο και γραφεία εμπορίας και πωλήσεως υφασμάτων, ειδών ενδύσεως, υποδήσεως και νεωτερισμού, δερμάτινων και συναφών ειδών, η διάρκεια δε αυτής ορίστηκε σε τριάντα χρόνια με έναρξη την ...

και λήξη την 29-2-2024. Το μίσθωμα ορίστηκε σε 5.000.000 δραχμές κατά μήνα και συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κάθε έτος, με τον αναφερόμενο με λεπτομέρειες στο μισθωτήριο και αναπτυσσόμενο και στην αγωγή τρόπο, ο οποίος λαμβάνει υπόψη κυρίως τον τιμάριθμο του κόστους ζωής, όπως καθορίζεται από την Τράπεζα Ελλάδος.

Το μίσθιο παραδόθηκε την 1-3-1994, η εναγομένη το χρησιμοποιεί για τη χρήση που το παρέλαβε και μετά λειτουργία εννέα ετών το καταβαλλόμενο μίσθωμα, κατά την άσκηση της αγωγής μετά τις συμβατικές αναπροσαρμογές, ανέρχεται σε 22.583, 34 ευρώ, συν 406, 49 ευρώ με την αναλογία χαρτοσήμου. Η ενάγουσα ακολούθως εκθέτει στην αγωγή της ότι μετά την πάροδο εννέα ετών από την κατάρτιση της μίσθωσης αυξήθηκε αλματωδώς η μισθωτική αξία του μισθίου ακινήτου, έτσι ώστε το ανωτέρω καταβαλλόμενο μίσθωμα δεν συμβαδίζει με τις οικονομικές συνθήκες στο δρόμο αυτό, με συνέπεια να υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που δικαιολογεί την αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ύψος εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία.

Ειδικότερα, εκθέτει, ότι η αύξηση της μισθωτικής αξίας οφείλεται στη διαμόρφωση, αναβάθμιση και τον εξωραϊσμό της οδού .... που επήλθαν μετά την κατάρτιση της μίσθωσης. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι η οδός .... το έτος 1998 πεζοδρομήθηκε, γεγονός που συνέβαλε στην αύξηση της εμπορικής κίνησης και εντεύθεν της μισθωτικής αξίας των ακινήτων, ότι στην αύξηση της εμπορικής κίνησης συνέβαλε και η θέση σε λειτουργία του σταθμού Μετρό στην πλατεία Συντάγματος, προς την οποία γειτνιάζει η οδός, η ένταξη της οδού στο πρόγραμμα αναβάθμισης του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, και η οποία αναμένεται να αυξηθεί ενόψει της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων.

Στη συνέχεια εκθέτει στοιχεία προσδιοριστικά της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου και ειδικότερα παραθέτει συγκριτικά στοιχεία, έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών και ισχυρίζεται ότι το μίσθωμα που μπορεί να επιτευχθεί για το ακίνητό της σε συνθήκες ελεύθερης συναλλαγής ανέρχεται σε 124.000 ευρώ.

Η ενάγουσα ενόψει όλων των ανωτέρω, συνοπτικώς αναφερομένων, ισχυρίζεται ότι υπάρχει προφανής αναντιστοιχία μεταξύ του καταβαλλόμενου από τη μισθώτρια μισθώματος και της τρέχουσας μισθωτικής αξίας του μισθίου, η οποία έχει προκαλέσει διαταραχή στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά την εμμονή της εναγομένης στην εκπλήρωση της παροχής, όπως έχει συμφωνηθεί, αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, έτσι ώστε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών δικαιολογείται η αναπροσαρμογή του μισθώματος.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιέχει όλα τα κατά το νόμο ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία για τη θεμελίωση της αξίωσης αναπροσαρμογής του μισθώματος σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ και το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου προκειμένου να κρίνει την αγωγή ορισμένη και νόμω βάσιμη και επομένως δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε απαράδεκτο που να επιτρέπει την ίδρυση άλλου λόγου αναίρεσης.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 της Κ.Πολ.Δ 559 και συγκεκριμένα "για την εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 288 του ΑΚ", επομένως, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν με σαφήνεια από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ ...... συμβόλαιο μισθώσεως ακινήτου, που συντάχτηκε στη Γενεύη από τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος ..... και μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, η ενάγουσα εταιρεία εκμίσθωσε στην εναγόμενη εταιρεία ένα οικόπεδο μετά της επ' αυτού οικοδομής, που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού ...

αρ. .... Το κτίριο αυτό αποτελείται από ισόγειο, πατάρι, υπόγειο, πρώτο όροφο, και δεύτερο όροφο εμβαδού συνολικού 1.431 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 1.532,46 τ.μ., βάσει όμως της διενεργηθείσης ως άνω πραγματογνωμοσύνης συνολικού εμβαδού 1.464,92 τ.μ. Ειδικότερα το εμβαδόν του ισογείου είναι 576,56 τ.μ., του παταριού 286,52 τ.μ., του υπογείου 197,20 τ.μ., του πρώτου ορόφου 218,99 τ.μ.

και του δευτέρου ορόφου 185,65 τ.μ. Το ως άνω μίσθιο ακίνητο είχε χαρακτηριστεί διατηρητέο βάσει του από 30-5-1985 ΠΔ, συμφωνήθηκε δε ότι η εναγόμενη θα χρησιμοποιεί το μίσθιο ως κατάστημα, αποθηκευτικό χώρο και γραφεία εμπορίας και πωλήσεως ειδών ενδύσεως, υποδήσεως και συναφών ειδών. Η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε σε τριάντα έτη, αρχόμενη στις 1-3-1994 και λήγουσα στις 29-2-2024.

Το μίσθιο έπρεπε να παραδοθεί στις 1-4-1994 για να ξεκινήσουν οι εργασίες ανακαινίσεώς του και να λειτουργήσει το κατάστημα κατά την επόμενη εαρινή περίοδο. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για τα δύο πρώτα έτη της μισθώσεως, δηλαδή από 1-3-1994 μέχρι 29-2-1996 στο ποσό των 5.000.000 δραχμών, πλέον του ημίσεως χαρτοσήμου. Για τα επόμενα μισθωτικά έτη το μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ως εξής:

α) από 1-3-1996 έως 28-2-1999 για τα τρία αυτά έτη το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κάθε έτος, δηλαδή την 1η Μαρτίου κάθε έτους, με βάση το μίσθωμα του προηγούμενου έτους αυξανόμενο με ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής όπως αυτό καθορίζεται από την Τράπεζα Ελλάδος, ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή, που τυχόν την υποκαταστήσει στο μέλλον, για τους αμέσως προηγούμενους μήνες, β) από 1-3-1999 έως 29-2-2000 το έκτο μισθωτικό έτος, δηλαδή την 1η Μαρτίου 1999 το μίσθωμα θα αναπροσαρμοστεί, όχι με βάση το καταβαλλόμενο μίσθωμα του προηγουμένου (5ου) έτους, αλλά με βάση το μίσθωμα που θα καταβαλλόταν την 1-3-1999 αν εφαρμοζόταν για κάθε ένα από τα προηγούμενα τέσσερα μισθωτικά έτη, δηλαδή από 1-3-1995 έως 28-2-1999, ποσοστό αυξήσεως 100% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή, που τυχόν θα την υποκαταστήσει στο μέλλον, για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες κάθε μισθωτικού έτους, γ) από 1-3-2000 έως 28-2-2005 για τα πέντε αυτά μισθωτικά έτη το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κάθε έτος, δηλαδή την 1η Μαρτίου κάθε έτους με βάση το μίσθωμα του προηγουμένου έτους αυξανόμενο με ποσοστό αυξήσεως 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ή άλλη αρμόδια αρχή, που τυχόν θα την υποκαταστήσει στο μέλλον, για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες κάθε μισθωτικού έτους, δ) από 1-3-2005 έως 28-2-2006 το δωδέκατο μισθωτικό έτος, δηλαδή την 1η Μαρτίου 2005 το μίσθωμα θα αναπροσαρμοστεί, όχι με βάση το καταβαλλόμενο μίσθωμα του προηγουμένου (11ου) έτους, αλλά με βάση το μίσθωμα που θα καταβαλλόταν την 1-3-2004 αν εφαρμοζόταν για κάθε ένα από τα προηγούμενα πέντε μισθωτικά έτη, δηλαδή από 1-3-2000 έως 28-2-2005, ποσοστό αυξήσεως 100% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή, που τυχόν θα την υποκαταστήσει στο μέλλον, για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες κάθε μισθωτικού έτους, ε) από 1-3-2006 έως 28-2-2014 για τα οκτώ αυτά μισθωτικά έτη το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κάθε έτος, δηλαδή την 1η Μαρτίου κάθε έτους με βάση το μίσθωμα του προηγούμενου έτους αυξανόμενο με ποσοστό αυξήσεως 100% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή, που τυχόν θα την υποκαταστήσει στο μέλλον, για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες κάθε μισθωτικού έτους, στ) από 1-3-2014 έως 28-2-2015 το εικοστό πρώτο αυτό έτος μισθωτικό έτος, δηλαδή την 1η Μαρτίου 2014, το μίσθωμα θα αναπροσαρμοστεί με βάση το μίσθωμα του προηγούμενου έτους αυξανόμενο με ποσοστό αυξήσεως 125% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ή οποιαδήποτε άλλη αρχή, που τυχόν θα την υποκαταστήσει στο μέλλον, για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες, ζ) από 1-3-2015 έως 29-2-2024 για τα εννέα αυτά μισθωτικά έτη το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κάθε έτος, δηλαδή την 1η Μαρτίου κάθε έτους με βάση το μίσθωμα του προηγούμενου έτους αυξανόμενο με ποσοστό αυξήσεως 100% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή, που τυχόν θα την υποκαταστήσει στο μέλλον, για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες κάθε μισθωτικού έτους.

Με το ως άνω μισθωτήριο συμφωνήθηκε επίσης ότι κατά τη λήξη ή λύση της μισθώσεως οι τυχόν προσθήκες, τροποποιήσεις, μεταρρυθμίσεις και επισκευές θα απομακρύνονται από την μισθώτρια, εκτός αν η εκμισθώτρια συμφωνήσει εγγράφως στη διατήρηση μέρους ή και όλων αυτών, οπότε αυτές που δεν θα μπορούν να αφαιρεθούν παραμένουν σε όφελος του μισθίου και η μισθώτρια δεν δικαιούται καμία αποζημίωση κι ακόμη ότι η επισκευή ή αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας ή ελαττώματος βαρύνει την μισθώτρια.

Το κτίριο είχε κατασκευαστεί στις αρχές του προηγούμενου αιώνα με φέρουσες τοιχοποιϊες και ξύλινα πατώματα και στέγη και στη διάρκεια της ζωής του είχε υποστεί πλήθος επεμβάσεων για την εξυπηρέτηση των εκάστοτε λειτουργικών αναγκών. Η κατάσταση του φέροντος οργανισμού του και των οικοδομικών στοιχείων του κτιρίου κατά την παραλαβή του από την εναγόμενη-μισθώτρια εταιρεία ήταν προβληματική και δη υπήρχαν προβλήματα στεγανότητος της στέγης, είχε καθαιρεθεί η μεσαία φέρουσα λιθοδομή και είχε υποκατασταθεί με μεταλλική κατασκευή, εδραζόμενη στις πλευρικές τοιχοποιϊες, μέσω σιδηρών στρωτήρων διαβρωμένων, είχε καθαιρεθεί η πίσω πλευρά του ισογείου, μεγάλο μέρος του ξύλινου δαπέδου του ισογείου ήταν πλήρως κατεστραμμένο, στο πίσω μέρος του ισογείου είχε προστεθεί μεταλλικό πατάρι, στην πίσω όψη του κτιρίου υπήρχαν πρόχειρες ενισχύσεις με δοκούς και σε όλες τις φέρουσες τοιχοποιϊες είχαν δημιουργηθεί ανοίγματα.

Λόγω των παραπάνω προβλημάτων και ιδιαίτερα των ρηγματώσεων των φερουσών τοιχοποιϊών κατέστη αναγκαία όχι μόνο η επισκευή των προβληματικών περιοχών, αλλά η ριζική εξυγίανση του κτιρίου, η δημιουργία νέου αξιόπιστου σκελετού, η πλήρης ενίσχυση όλων των φερουσών τοιχοποιϊών, η κατασκευή νέων πατωμάτων (φέρουσες κατασκευές) και νέων στεγών και ανακατασκευή στοιχείων του κτιρίου (όψεις, τοιχοποιϊες, σοβάδες, δάπεδα κλπ).

Τα παραπάνω προκύπτουν από την από .... Τεχνική Έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού ......, τον οποίο και ενημέρωσε η κατασκευάστρια εταιρεία. Τα ίδια προκύπτουν και από τα από .... και .... δύο έγγραφα της κατασκευάστριας εταιρείας προς την μισθώτρια και τον αρχιτέκτονα ......, με τα οποία η κατασκευάστρια εταιρεία ζητούσε την παράταση των εργασιών εκτελέσεως του έργου λόγω της επικινδυνότητας του κτιρίου και των πρόσθετων ενισχύσεων στα διάφορα τμήματα του έργου με ανάλογη αύξηση του αρχικού κόστους του έργου.

Σημειώνεται ότι η κατασκευάστρια εταιρεία κατέστη καθολικός διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της εκμισθώτριας και ενάγουσας εταιρείας. Αλλά και οι μάρτυρες των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καταθέτουν ότι έγινε πλήρης και ριζική ανακαίνιση του κτιρίου, που ήταν ερείπιο διατηρητέο και έμεινε μόνο η όψη του.

Για την ανακατασκευή αυτή η μισθώτρια εταιρεία δαπάνησε το ποσό των 435.812.915 δρχ. (ή 1.278.981, 41 ευρώ), το οποίο δεν αμφισβητεί η ενάγουσα εταιρεία, η οποία ήδη είναι και καθολικός διάδοχος της εκμισθώτριας-ενάγουσας εταιρείας. Μάλιστα και οι μάρτυρες στο ακροατήριο υπολογίζουν τις παραπάνω δαπάνες στο ποσό των 400-500 εκατομμυρίων δραχμών.

Οι δαπάνες αυτές δεν έχουν προσωρινό χαρακτήρα και θα παραμείνουν, κατά τους όρους του μισθωτηρίου σε όφελος του μισθίου και του εκμισθωτή, χωρίς να έχει αξίωση η μισθώτρια σε αποζημίωση. Επομένως, οι δαπάνες αυτές αποτελούν επαύξηση του καταβαλλόμενου μισθώματος και κατανέμονται σε κάθε μήνα από της κατασκευής και μέχρι της συμφωνημένης λήξεως της μισθώσεως.

Έτσι το τελευταίο (κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής) καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, μετά του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου, που ανέρχεται σε 22.989, 83 ευρώ (ή 7.695.273 δρχ.) προσαυξάνεται μηνιαίως με το ποσό των 3.552, 726 ευρώ (ή 1.210.591 δρχ) και ανέρχεται σε 26.136, 066 ευρώ (ή δρχ 8.905.864). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η οδός ..., όπου το επίδικο μίσθιο ακίνητο, ήταν από τον προηγούμενο αιώνα και εξακολουθεί να είναι από τους εμπορικότερους δρόμους των Αθηνών.

Όμως μετά την αναβάθμιση του ιστορικού κέντρου των Αθηνών και δη την πεζοδρόμηση της οδού ....., που έγινε το 1998 και την κατασκευή και λειτουργία του σταθμού Πλατείας Συντάγματος του ΜΕΤRO, αυξήθηκε η εμπορική κίνηση της οδού .... με αποτέλεσμα να αυξηθεί και η μισθωτική αξία του μισθίου ακινήτου. Για το μηνιαίο μίσθωμα του μισθίου ακινήτου δεν γνωρίζει ο μάρτυς της εναγόμενης, αλλά ούτε και ο μάρτυς της ενάγουσας, που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Απλώς ο τελευταίος καταθέτει ότι, μετά την πεζοδρόμηση της ...., αναβαθμίστηκε η αγορά και εκτινάχτηκαν στα ύψη οι αξίες, για δε το μίσθωμα αναφέρεται στην εκτίμηση των εκτιμητών, που όρισε η ενάγουσα. Σύμφωνα με την έκθεση των εκτιμητών αυτών η μηνιαία μισθωτική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε 124.000 ευρώ (ή 42.253.000 δρχ).

Για την εκτίμησή τους αυτή οι εκτιμητές έλαβαν υπόψη την αξία του οικοπέδου, το κόστος κατασκευής, το μικτό επιχειρηματικό κέρδος και στοιχεία της κτηματαγοράς. Τα στοιχεία αυτά δεν επηρεάζουν άμεσα και την μισθωτική αξία του ακινήτου (όπως η θέση, η εμπορική κίνηση, η κατάσταση του μισθίου κλπ). Περαιτέρω οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν συγκριτικά στοιχεία.

Ειδικότερα και οι δύο διάδικοι επικαλούνται το συγκριτικό στοιχείο της οδού ..... αριθ. ..... (απέναντι περίπου από το επίδικο) που αποτελείται από υπόγειο Β, υπόγειο Α, ισόγειο, ημιώροφο, πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 1664, 02 τ.μ. Το ακίνητο αυτό εκμισθώθηκε τον Αύγουστο 2000 για δέκα έτη προς 13.000.000 δρχ. το μήνα ή 22,927 ευρώ το τ.μ., αναπροσαρμοζόμενο ετησίως με βάση το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών του καταναλωτή.

Για το ίδιο αυτό ακίνητο συμφωνήθηκε ως ειδικό μηνιαίο μίσθωμα, για τα δέκα έτη της μισθώσεως το ποσό των δρχ 1.250.000, ήτοι συνολικά 14.250.000 δρχ. (ή 41.819,131 ευρώ) ήτοι 25,131 ευρώ το τ.μ. Η ενάγουσα επικαλείται ακόμη ως συγκριτικό στοιχείο το ακίνητο επί της οδού .... και ...., επιφανείας 78 τ.μ. με αντίστοιχη σε αυτό επιφάνεια υπογείου και παταριού, ως και το κατάστημα επί του αυτού αριθμού ....

και ....., εμβαδού 30,75 τ.μ. με αντίστοιχη επιφάνεια υπογείου και παταριού, τα οποία εκμισθώθηκαν μετά από δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, έναντι μηνιαίου μισθώματος 16.500.000 και 3.901.500 δρχ αντίστοιχα. Όμως τα δύο αυτά, επί της οδού .... αρ. .... και ..... ακίνητα, είναι εντελώς απρόσφορα προς σύγκριση γιατί είναι πολύ μικρά, μισθώθηκαν σε πλειοδοτικό διαγωνισμό και βρίσκονται πλησιέστερα προς την Πλατεία Συντάγματος (και βλέπουν σε δύο δρόμους).

Εξάλλου η εναγόμενη, πέρα από το πρώτο ως άνω συγκριτικό στοιχείο της οδού ......., επικαλείται και τα παρακάτω συγκριτικά στοιχεία, στα οποία αναφέρεται και ο μάρτυς αυτής ....., με την 16235/2003 ένορκη βεβαίωσή του, ήτοι 1) μίσθωση καταστήματος με το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό, επί των οδών ... και ...., αποτελούμενο από ισόγειο 30,37 τ.μ.

με αντίστοιχο πατάρι και υπόγειο 39,01 τ.μ. ήτοι συνολικής επιφάνειας 100,95 τ.μ., για χρονική διάρκεια εννέα ετών, με μηνιαίο μίσθωμα 906.576 δρχ, ήτοι 2.660,53 ευρώ και 26,35 το τ.μ., 2) μίσθωση με το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό, καταστήματος επί της ....., ήτοι κάτω από την εκκλησία και πλατεία Καπνικαρέας (πλησίον της .....), συνολικής επιφάνειας 1.246,91 τ.μ. (κατάστημα .....), με μηνιαίο μίσθωμα 1.350.000 δρχ κατά το πρώτο έτος και τρέχον 5.379,66 ευρώ, ήτοι 4,31 ευρώ το τ.μ., 3) μίσθωση με το από .....

συμφωνητικό μισθώσεως, καταστήματος επί της οδού ..... και Πλατείας Καπνικαρέας (σχετικά κοντά στο επίδικο) αποτελούμενο από ισόγειο 200 τ.μ., υπόγειο 200 τ.μ., α' επίπεδο 100 τ.μ., β' επίπεδο 200 τ.μ., γ' επίπεδο 200 τ.μ., δ' επίπεδο 100 τ.μ. ήτοι συνολικής επιφάνειας 1.000 τ.μ., διάρκειας εννέα ετών, με δικαίωμα της μισθώτριας παρατάσεως για έξι ακόμη έτη, (όπου το κατάστημα .....), αντί μηνιαίου μισθώματος 2.600.000 δρχ, αρχικά και τρέχον έτος 10.098 ευρώ, ήτοι 10 ευρώ το τ.μ., 4) μίσθωση, με το από ...

συμφωνητικό μισθώσεως, καταστήματος επί των οδών .... και ..... (γωνιακό), αποτελούμενο από ισόγειο 199 τ.μ., ημιόροφο 162 τ.μ., υπόγειο 179 τ.μ., και έξι πλήρεις ορόφους, ήτοι συνολικής επιφάνειας 1.710 τ.μ., διάρκειας εννέα ετών (κατάστημα .....), αντί μηνιαίου μισθώματος 2.820.991 δρχ. (8.278,77 ευρώ) και 4,84 ευρώ το τ.μ., 5) μίσθωση με το από ...

ιδιωτικό συμφωνητικό, δύο συνεχόμενων καταστημάτων, επί της οδού ..... και το δεύτερο επί της οδού ......, συνολικής επιφάνειας 742 τ.μ., (κατάστημα ενδυμάτων .....) αντί μηνιαίου μισθώματος 4.500.000 δρχ, με τρέχον μίσθωμα 17.144,82 ευρώ και 23,10 ευρώ το τ.μ., 6) μίσθωση με το από ..... συμφωνητικό, καταστήματος επί της Πλατείας Καπνικαρέας, ήτοι επί των οδών .... -.....-....., αποτελούμενο από ισόγειο 150 τ.μ., υπόγειο 107 τ.μ., ημιόροφο 73 τ.μ., α' όροφο 486 τ.μ., β' όροφο 486 τ.μ.

και γ' όροφο 25 τ.μ., ήτοι συνολικής επιφάνειας 1.327 τ.μ., διάρκειας εννέα ετών και δικαίωμα της μισθώτριας παράτασης για οκτώ ακόμη έτη (κατάστημα .....) αντί μηνιαίου μισθώματος, πρώτου έτους 5.000.000 δρχ και τρέχοντος 6.000.000 ή 17.608,21 ήτοι 13,27 ευρώ το τ.μ., 7) μίσθωση καταστήματος επί της οδού .... και ... (κατάστημα .....), επιφάνειας 4.000 τ.μ.

αντί μηνιαίου μισθώματος 28.000 ευρώ ήτοι 7 ευρώ το τ.μ. Από τα παραπάνω συγκριτικά στοιχεία, τα ευρισκόμενα πλησιέστερα προς την Πλατεία Συντάγματος έχουν μεγαλύτερη εμπορική κίνηση και μισθωτική αξία. Αντίθετα τα ευρισκόμενα κάτω από την πλατεία Καπνικαρέας έχουν πολύ μικρότερη και επομένως είναι απρόσφορα προς σύγκριση.

Το κατάστημα επί της οδού .... και ..., έχει μεγαλύτερη μισθωτική αξία από το επίδικο, όμως και αυτό είναι απρόσφορο για σύγκριση γιατί είναι μικρό. Τα υπόλοιπα συγκριτικά στοιχεία, εμφανίζονται με πολύ χαμηλή μισθωτική αξία, που έρχεται σε σύγκρουση, όχι μόνο με τη μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου, αλλά και με εκείνη του καταστήματος επί της οδού ....

και ...., το οποίο επικαλούνται και οι δύο διάδικοι. Εντεύθεν το μόνο πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο είναι το τελευταίο, που βρίσκεται κοντά στο επίδικο, έχει ανάλογες επιφάνειες και προ παντός, το επικαλούνται και οι δύο διάδικοι. Αντίθετα τα υπόλοιπα συγκριτικά στοιχεία, για τους παραπάνω λόγους, είναι ήκιστα πειστικά.

Έτσι, ενώ το μίσθωμα για το επίδικο μίσθιο ακίνητο, μετά της μηνιαίας προσαυξήσεως των δαπανών, ανερχόταν κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, μετά του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου, σε 26.136,066 ευρώ (ή 8.405.864 δρχ), ήτοι σε 17,841 ευρώ το τ.μ., μετά του ημίσεως χαρτοσήμου, στο απέναντι περίπου ακίνητο, επί της οδού ....., το μηνιαίο μίσθωμα, χωρίς το χαρτόσημο ανερχόταν στις 2-8-2000 (ήτοι τρία χρόνια ενωρίτερα) σε 25,131 ευρώ το τ.μ.

Ήτοι λόγω συνδρομής των ως άνω ειδικών συνθηκών (μεταβολών) εκ της αναβαθμίσεως του ιστορικού κέντρου των Αθηνών και δη της πεζοδρόμησης της οδού .... και της κατασκευής και λειτουργίας του σταθμού METRO της πλατείας Συντάγματος, επήλθε αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου και εντεύθεν δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής.

Επομένως η εμμονή στην εκπλήρωση των συμβατικών όρων της μισθώσεως είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά απόκλιση των συμφωνηθέντων, η επέκταση της αντιπαροχής της εναγόμενης, ήτοι η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο που αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που διαταράχθηκε και πρέπει να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο μίσθωμα, ενόψει των ανωτέρω, και δη του ως άνω πρόσφορου συγκριτικού στοιχείου και της διαρρεύσασας τριετίας (μεταξύ αυτού και του χρόνου ασκήσεως της αγωγής) σε 41.017, 76 ευρώ (28 ευρώ το τ.μ.

Χ 1.464, 92 τ.μ. συνολικά), με κρίσιμο χρόνο την επίδοση της αγωγής, πλέον του ημίσεως χαρτοσήμου". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχτηκε τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα του εν λόγω μισθίου, στο ποσό των 41.017,76 ευρώ, πλέον του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου, από της επιδόσεως της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, αφού διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τη συνδρομή ή όχι ειδικών συνθηκών, οι οποίες να έχουν προκαλέσει διαταραχή στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση σε τέτοιο βαθμό και οι οποίες να επιβάλλουν την αύξηση του συμβατικώς καταβαλλόμενου μισθώματος ώστε να επιτευχθεί η άρση της δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών.

Ειδικότερα, ενώ η προσβαλλόμενη δέχεται ότι οι δαπάνες επισκευής και αποκατάστασης του διατηρητέου μισθίου "αποτελούν επαύξηση του καταβαλλόμενου μισθώματος και κατανέμονται σε κάθε μήνα από της κατασκευής και μέχρι της συμφωνημένης λήξεως της μισθώσεως", και ακολούθως ότι "Έτσι το τελευταίο (κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής) καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, μετά του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου, που ανέρχεται σε 22.989,83 ευρώ προσαυξάνεται μηνιαίως με το ποσό των 3.552, 726 ευρώ (435.812.915, 46 δρχ : 360 μήνες = 1.210.591 δρχ ή 3.552,726 ευρώ) και ανέρχεται σε 26.136,066 ευρώ", στη συνέχεια κατά τον καθορισμό του τελικού ποσού του μισθώματος, αντιφατικώς κατανέμει τις εν λόγω δαπάνες όχι από της ανακατασκευής του μισθίου (την οποία δεν προσδιορίζει χρονικώς), αλλά από της συνάψεως της μισθώσεως, δηλαδή για 360 μήνες (30 χρόνια Χ 12 μήνες το έτος), με συνέπεια αυτού του σφάλματος, το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί από το εν τέλει προσδιορισθέν μίσθωμα είναι φυσικά, μικρότερο του προσήκοντος (κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου).

Περαιτέρω, περιλαμβάνει ασάφειες ως προς τα συγκριτικά στοιχεία και τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ύψους του μισθώματος που καταβάλλεται γι' αυτά (απόσταση από την Πλατεία Συντάγματος του μισθίου και των συγκριτικών στοιχείων και μεταξύ τους, καθώς και από την πλατεία Καπνικαρέας, διαφορές και ομοιότητες του μόνου κριθέντος ως πρόσφορου συγκριτικού στοιχείου με το μίσθιο), ώστε να κριθεί αν έχει επέλθει σημαντική μεταβολή στη μισθωτική αξία των ακινήτων και αν αυτή που έχει επέλθει δημιουργεί προφανή αναντιστοιχία μεταξύ του καταβαλλόμενου από τη μισθώτρια μισθώματος και της τρέχουσας μισθωτικής αξίας του μισθίου και έχει προκαλέσει διαταραχή στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ώστε η εμμονή της αναιρεσείουσας να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, και αν επιβάλλεται η αναπροσαρμογή του μισθώματος, πέραν από αυτή που καθόρισαν με λεπτομέρειες τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση, σε επίπεδο που να αίρεται η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να αποκαθιστά την καλή πίστη.

Ειδικότερα, και κυρίως η αναιρεσιβαλλομένη δεν παραθέτει τα στοιχεία κατά τα οποία ταυτίζεται το μόνο κατά της σκέψεις της πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο με το επίδικο μίσθιο ως προς την κατασκευή, τις ιδιότητες και τον χρόνο κατασκευής του και συνεπώς δεν δικαιολογεί γιατί αυτό, παρ' ότι δεν εναρμονίζεται με τα υπόλοιπα κρίσιμα κατά τις παραδοχές της δεδομένα, είναι εν τούτοις αξιόπιστο και γιατί νοείται ασφαλής σύγκριση καταστάσεων εν προκειμένω, της συμβατικής και της υποτιθέμενης ως πραγματικής, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την επίκληση ενός και μόνου συγκριτικού στοιχείου, του οποίου, μάλιστα, το μίσθωμα, κατά μήνα, είναι, κατά τις ίδιες παραδοχές, κατά ένα μέρος "ειδικό" χωρίς να διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η "ειδικότητα" αυτή.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης επομένως από τον αρ. 19 της Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Μετά από αυτά, αφού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (Κ.Πολ.Δ 580 παρ. 3).

Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικά η εκτέλεση της απόφασης αυτής, εκούσια ή αναγκαστικά, διατάσσεται με αίτηση του αναιρεσείοντος η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις υπό την προϋπόθεση ότι έχουν κατατεθεί ως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Το αίτημα, επομένως, της αναιρεσείουσας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της αποδώσει το ποσό των 877.447,62 ευρώ που έχει καταβάλει σ' αυτήν σε εκούσια εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για αναπροσαρμογή του μισθώματος από 4-7-2003 έως 31-12-2006 καθώς και για την αναπροσαρμογή της εγγύησης, ώστε να γίνει επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, παραδεκτά υποβάλλεται με τις προτάσεις, οι οποίες έχουν κατατεθεί στις 26-10-2007 (βλ.

επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα) και είναι νόμιμο. Η αναιρεσείουσα για την απόδειξη της συμμόρφωσης προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την καταβολή του προαναφερόμενου ποσού προσκομίζει και επικαλείται την από .... απόδειξη εισπράξεως 877.447, 62 ευρώ, η οποία έχει εκδοθεί από την αναιρεσίβλητη και υπογράφεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, η αναιρεσίβλητη δε δεν αμφισβητεί το γεγονός της είσπραξης του ποσού.

Η εκούσια εκτέλεση, επομένως, της προσβληθείσας απόφασης για το ανωτέρω διάστημα και ποσό προαποδεικνύεται και γι' αυτό το αίτημα επαναφοράς στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση πρέπει να γίνει δεκτό και ως κατ' ουσίαν βάσιμο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3224/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσό των οκτακοσίων εβδομήντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα επτά ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (877.447, 62) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2008.

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ