Legislator Case Law & Legislation
423/2006 AI generated

423/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 423/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Οκτωβρίου 2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 315/2005 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται εκ νέου για συζήτηση με την από 10 Οκτωβρίου 2005 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων.

Legislator headnote

AI generated

423/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι.- Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λανθασμένη ανάγνωση αποδίδοντας σε έγγραφο αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

Keywords

AI generated
excessive speed illegal overtaking manoeuvre extreme speeding offence traffic violations driving whilst disqualified instantaneous offence
AI generated
76/2014
Από την υπ' αριθμ.
1139/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
789/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 1/12/2004 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 2/4/2004 αγωγή του δευτέρου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4138/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 3459/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2008 αίτησή τους.
1111/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:323/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και αφού ασκήθηκαν εφέσεις και αντεφέσεις εκδόθηκαν οι αποφάσεις 8695/2007, 1067/2009 και 4706/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων τριών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2011 αίτησή του.
144/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιανουαρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2002 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 423 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 423/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1. Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1. Ε. χήρας Α. Μ., 2. Θ. Μ. του Α., 3. Α. συζ. Θ. Μ., 4. Α. Μ. του Θ. και 5. Ε. Μ. του Θ., που ως ανήλικη εκπροσωπείται από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της Θ. Α. Μ. και Α. συζ. Θ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Στρατή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Οκτωβρίου 2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 315/2005 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται εκ νέου για συζήτηση με την από 10 Οκτωβρίου 2005 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά ανέγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2004 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λανθασμένη ανάγνωση αποδίδοντας σε έγγραφο αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

ΚΠολΔ περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο ύστερα από ορθή ανάγνωση του εγγράφου προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του διαφορετική από εκείνη του αναιρεσείοντος, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 30.4.1999 εκθέσεως αυτοψίας της Τροχαίας Άργους, στην οποία αναφερόταν ότι η ταχύτητα του οδηγουμένου από τον πρώτο αναιρεσείοντα αυτοκινήτου ανερχόταν σε 80 χιλ.

ωριαίως με το να δεχθεί ότι η ταχύτητά του ανερχόταν σε 90 χιλ. ωριαίως, γεγονός το οποίο στήριξε την κρίση του περί συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση του ατυχήματος κατά ποσοστό 30%. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, ήτοι την από 30.4.1999 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Άργους, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και ουδόλως εξαίρει τούτο ως προς το εκ της συνεκτιμήσεως πάντων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων συναχθέν πόρισμά του.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρείται για έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφήρμοσε και έτσι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: Στις 30.4.1999 και περί ώρα 12.15 ο πρώτος των εναγομένων οδηγώντας το υπ' αριθ. ...4 ΙΧ κλειστό φορτηγό αυτοκίνητο τύπου VOLKSWAGEN που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη των εναγομένων, κινούνταν επί της επαρχιακής οδού ….

με κατεύθυνση προς Ά…. προσεγγίζοντας στο 6ο χιλιόμετρο αυτής όπου υπήρχε στη δεξιά πλευρά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, το εργοστάσιο …., έμπροσθεν του οποίου συνέβη το επίμαχο ατύχημα. Την ίδια ώρα ο ηλικίας 70 ετών παθών Α. Μ., έβαινε με το ποδήλατό του επί της αυτής οδού με αντίθετη όμως κατεύθυνση προτιθέμενος να μεταβεί στο εργοστάσιο ….

Τη στιγμή που ο παθών έχοντας ενεργήσει ελιγμό προς αριστερά είχε εισέλθει καθέτως στο ρεύμα πορείας προς …. και απείχε περίπου μισό μέτρο από το άκρο δεξιό του οδοστρώματος ο εναγόμενος επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε επί του ποδηλάτη και εκτίναξε τον μεν παθόντα, που τραυματίσθηκε θανάσιμα σε απόσταση 8,5 μ.

το δε ποδήλατο στα 11,50 μ. αφού προηγουμένως διέγραψε επί του οδοστρώματος (πριν από την πρόσκρουση η οποία ανέκοψε την πορεία του) ίχνη τροχοπεδήσεως μήκους 35,50 μέτρων. Το σημείο προσκρούσεως του αυτοκινήτου επί του ποδηλάτη, η τελική θέση του σώματος του παθόντος, καθώς και το σημείο όπου κατέληξε το ποδήλατο αποδεικνύονται ιδίως από το σχεδιάγραμμα σε συνδυασμό με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας … η οποία προσδιόρισε τα ακριβή σημεία με βάση τη θέση των πειστηρίων που βρέθηκαν στον τόπο του τροχαίου ατυχήματος.

Ότι το θανατηφόρο ατύχημα οφείλεται προεχόντως σε υπαιτιότητα του παθόντος που προσδιορίζεται σε ποσοστό 70%. Το πταίσμα του συνίσταται στο ότι αυτός δεν κατέβαλε την προσήκουσα προσοχή και επιμέλεια που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και συγκεκριμένα πραγματοποίησε αλλαγή κατεύθυνσης προς αριστερά μολονότι είχε αντιληφθεί, αφού δεν περιοριζόταν η ορατότητά του, ότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κινούνταν το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.

Έτσι, αντί να διακόψει την πορεία του όπως είχε υποχρέωση προκειμένου να παραχωρήσει όπως ώφειλε προτεραιότητα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, από ανυπομονησία και απρονοησία και υπολαμβάνοντας αυτός από εσφαλμένη εκτίμηση του μεγέθους της ταχύτητας του άνω φορτηγού αυτοκινήτου που βρισκόταν σε απόσταση 50-60 μέτρων από αυτόν ότι δύναται ακινδύνως να εισέλθει στο χώρο του εργοστασίου ..., πραγματοποίησε αριστερή στροφή παραβιάζοντας τον περί προτεραιότητος κανόνα με αποτέλεσμα να επέλθει το οδικό τροχαίο ατύχημα.

Όμως στο ατύχημα συνέτρεξε και πταίσμα του εναγομένου οδηγού, η αμέλεια του οποίου συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και φρόνηση και δεν κατέβαλε την επιμέλεια που ώφειλε ως μέσος συνετός οδηγός και έβαινε με ταχύτητα πλέον των 90 χιλιομέτρων την ώρα. Έπρεπε τηρώντας τους κανόνες της σωστής οδήγησης να μειώσει κατ' αρχάς την αυξημένη ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε στο επιτρεπόμενο όριο των 80 χιλιομέτρων την ώρα και ώφειλε περαιτέρω να ρυθμίσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του προ οιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί εμποδίου ενόψει του ότι αφ' ενός μεν γνώριζε ότι υπήρχε δεξιά στην πορεία του το εργοστάσιο ...

και αφετέρου είχε αντιληφθεί την κατάδηλη πρόθεση του παθόντος να στρίψει αριστερά αφού αυτός κοίταζε πίσω για να ελέγξει την ομόρροπη κυκλοφορία της οδού. Αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του ήταν ότι μόλις αντιλήφθηκε από απόσταση 50-60 μέτρων το ποδήλατο του παθόντος να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του, επιχείρησε (χωρίς να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ή αριστερά) να τροχοπεδήσει αποτελεσματικά προκειμένου να αποσοβήσει την αναπότρεπτη σύγκρουση χωρίς όμως να το κατορθώσει.

Είναι συνεπώς και αυτός συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30%. Ακολούθως το Εφετείο κατά παραδοχή της εφέσεως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε κατά ένα μέρος στην ουσία της την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ο οδηγός του φορτηγού εκινείτο με ταχύτητα 90 χιλ. την ώρα αντί της επιτρεπομένης των 80 χιλ. ωριαίως και έτσι δεν ήταν σε θέση να διακόψει την πορεία του προ οιουδήποτε να προβλεφθεί εμποδίου και ειδικότερα του ποδηλάτη του οποίου είχε αντιληφθεί την κατάδηλη πρόθεση να στρίψει αριστερά, αφού αυτός κοίταζε πίσω για να ελέγξει την ομόρροπη κυκλοφορία της οδού.

Συνεπώς το Εφετείο δέχθηκε ότι υπό τις περιστάσεις αυτές το μεν ότι ήταν επιτρεπτό να στρίψει αριστερά ο ποδηλάτης το δε είχε καταστήσει γνωστή την κίνησή του αυτή με το να παρακολουθεί τα όπισθεν αυτού οχήματα κάνοντας μάλιστα κατ' αυτό τον τρόπο γνωστή την πρόθεσή του αυτή και στα αντιθέτως κινούμενα οχήματα. Επίσης με το να δεχθεί ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν πραγματοποίησε ελιγμό αριστερά ή δεξιά προκειμένου να αποφύγει το ατύχημα δέχεται εμμέσως πλην σαφώς ότι ήσαν εφικτοί οι ελιγμοί αυτοί κατά την ώρα του ατυχήματος όπως ήταν γνωστό και το στην θέση αυτή υπάρχον εργοστάσιο, χωρίς περαιτέρω να χρειάζεται διευκρίνιση και η πηγή της γνώσεως αυτής. Επομένως είναι αβάσιμα και απορριπτέα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα μέρη του. Απαράδεκτος δε είναι ο ίδιος λόγος στο βαθμό που πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί στους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2003, αίτηση των Κ. Μ. κλπ. για αναίρεση της 395/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ