Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring decision, ruling modification of principal amount exceeds legal limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final debt restructuring decision made by the Single District Court of Livadeia. The appellant argued that the Single Court violated substantive law by refusing to reduce the total payable amount, claiming only the payment duration could be adjusted. The court held that the restructuring decision is bound by the original agreed exchange value for the primary residence, permitting only changes to the payment schedule and monthly installments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 9(6) of Law 3869/2010: The court ruling on debt restructuring for insolvent individuals is bound by the original exchange value agreed for the primary residence, allowing modification solely of the payment duration and corresponding monthly installments, not the principal amount.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 422 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 422/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Χανδρά σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 63/2023 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δαλάπα, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς.
Εκδόθηκε αρχικά η 182/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και ακολούθως, μετά τη μεταρρύθμιση αυτής που ζήτησε ο αιτών με την από 27-7-2020 αίτησή του, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2021 οριστική του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς και 60/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-3-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1] Με την υπό κρίση, από ... (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 60/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην: 1) των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο Εφετείο.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 811/2023).
Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς τους ανωτέρω πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων και περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ.
Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ). 2] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται, αν ο διάδικος, o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ. Ρ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από ... και καταχωρηθείσας στο, ως Εφετείο δικάζον, Πρωτοδικείο Λιβαδειάς με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...
αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 60/2033 τελεσιδίκου αποφάσεως του ως Εφετείου δικάζοντος Μον. Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την στη συνέχεια αυτής υπ'αρ. 677/ 21-04-2023 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της παρούσας αίτησης αναίρεσης, την από 21-04-2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (15-11-2024), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, στην πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ,οι οποίες ωστόσο δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή.
Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010,σύμφωνα με την αρχική έκδοση αυτής, ορίζεται ότι "[... 2]. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο [...]". Με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4161/2013, που ισχύει από 14-6-2013 (2η έκδοση του άρθρου 9 παρ. 2) ΦΕΚ Α`, 143/14-6-2013, τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη και ορίζεται ότι "2.
Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στη περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας". Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.
Η ρύθμιση μάλιστα αυτή, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου καταλάμβανε και τις εκκρεμείς αιτήσεις, δηλ. αυτές που είχαν κατατεθεί έως 13-6-2013. Ακολούθησε ο νόμος 4336/2015 (3η έκδοση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010), που ισχύει από 14-8-2015 (ΦΕΚ Α`, 94/14-8-2015), ο οποίος διατήρησε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2, όπως είχε τροποποιηθεί με το ν. 4161/2013 (2η έκδοση).
Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 τροποποιήθηκε εκ νέου με το ν. 4346/2015 (4η έκδοση), που ισχύει από 1-1-2016 (ΦΕΚ Α`, 152/1-1-2016). Η ισχύς της 4ης ως άνω έκδοσης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 4346/2015, από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015.
Περαιτέρω, από τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 συνάγεται, ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε καθένα υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.
Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Συμπερασματικά, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση (ΑΠ 302/2022, ΑΠ 488/2021, ΑΠ 120/2020).
Αίτηση περί μεταρρύθμισης της απόφασης δικαιούται να υποβάλει ο οφειλέτης, αλλά και οποιοσδήποτε από τους μετέχοντες στη ρύθμιση πιστωτής. Η απόφαση αυτή ισχύει ως προς όλους τους πιστωτές και μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ με αφετηρία τον χρόνο υποβολής της αίτησης (άρθρο 8 παρ. 4 εδ. β' του νόμου). Αυτό εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο οφειλέτης δεν μπορεί να συμμορφωθεί στο διατακτικό της πρώτης οριστικής απόφασης, ώστε να μη βρεθεί αντιμέτωπος με την έκπτωσή του κατά το άρθρο 11 του ν. 3869/2010.
Περαιτέρω, ο όρος "μεταβολή των συνθηκών" είναι ευρύτερος, γιατί η μεταβολή μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από την επιγένεση νέων περιστατικών, αλλά και από άλλες αφορμές ή αιτίες, όπως από την εξέλιξη ενός θεσμού, την εμφάνιση νέων αναγκών κλπ., σε αυτή δε τη μεταβολή των συνθηκών μπορεί να εντάσσεται και η μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση ή και η μεταστροφή της νομολογίας σε σχέση με νομικό ζήτημα που τέθηκε υπόψη του (ΑΠ 157/2021, ΑΠ 1398/2019).
Η δυνατότητα τροποποίησης που στηρίζεται στη παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, αναφέρεται αποκλειστικά στη ρύθμιση της δικαστικής απόφασης που αφορά τα ποσά των μηνιαίων καταβολών στο πλαίσιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του νόμου και όχι άλλα ζητήματα. Αντίστοιχη πρόβλεψη έλειπε πριν το ν. 4549/2018 στο άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου, προκειμένου περί δικαστικής απόφασης που εξαιρεί από την εκποίηση τη πρώτη κατοικία ρυθμίζοντας την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών σε ποσοστό μέχρι και το 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας, όπως η εν λόγω διάταξη ίσχυε πριν τη τροποποίησή της με το ν. 4161/2013 και το ν. 4346/2015, είτε της αντικειμενικής, υπό το δίκαιο του ν. 4161/2013 είτε της εμπορικής υπό το δίκαιο του ν. 4346/2015.
Εξάλλου, για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, ο νόμος δεν παρέθετε κριτήρια για το καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών, αφού ο οφειλέτης στη περίπτωση αυτή είναι αναγκασμένος να καταβάλλει τις δόσεις αυτές (προκειμένου να αποφύγει την εκποίηση) έστω και αν έχει ελάχιστα εισοδήματα μόλις επαρκούντα για τη διαβίωσή του (είναι κατ`αυτό το τρόπο αδιάφορη η διακύμανση των εισοδημάτων του οφειλέτη).
Ενόψει αυτής της διαφοράς δίνονταν (πριν το ν. 4549/2018,) αρνητική απάντηση στο ερώτημα της ανάλογης εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 8 παρ. 4 στη περίπτωση του άρθρ. 9 παρ. 2 του νόμου, όσον αφορά στο οριζόμενο ποσό για την προστασία της κύριας κατοικίας. Εξάλλου, τόσο η εμπορική όσο και η αντικειμενική αξία, στη διαδρομή του χρόνου υπόκεινται σε διακυμάνσεις.
Επίσης, στη περίπτωση του άρθρου 8 παρ. 4 το χρονικό διάστημα είναι μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 4161/2013, 3 έως 5 έτη, ενώ στη περίπτωση του άρθρου 9 παρ. 2 το διάστημα μπορεί να ανέλθει σε 20 έτη και υπό προϋποθέσεις σε 35 έτη, με αποτέλεσμα συνεχείς ανατροπές της γενομένης ρύθμισης, καθώς οι δυνατότητες τροποποίησης θα ήταν κατά πολύ ευρύτερες, αποτέλεσμα που, όμως, δεν είναι ανεκτό χάριν της επιβαλλόμενης σταθερότητας και ασφάλειας δικαίου που πρέπει να διακρίνει τη γενομένη ρύθμιση.
Μεταβολή της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 (και μείωση των δόσεων συνεπεία αυτής) είχε κριθεί νομολογιακά ότι δεν μπορούσε να συντελεσθεί λόγω της μείωσης είτε της εμπορικής, υπό το προγενέστερο δίκαιο, είτε της αντικειμενικής, υπό το δίκαιο του ν. 4161/2013, αξίας της πρώτης κατοικίας, είτε της εμπορικής υπό το δίκαιο του ν. 4346/2015, ούτε με βάση το άρθρο 758 του ΚΠολΔ (οπότε με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσε να καλυφθεί η έλλειψη νομοθετικής πρόβλεψης στην ίδια τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου).
Αυτό διότι κάθε φορά που θα υπήρχε μεταβολή της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ή θα λάμβανε χώρα νομοθετική μεταβολή ως προς τις προϋποθέσεις προστασίας της κύριας κατοικίας θα μπορούσε ο διάδικος που πίστευε ότι θα αποκόμιζε όφελος από τη μεταβολή να ζητήσει τη τροποποίηση της απόφασης. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο άπαξ, αλλά πολλές φορές όχι μόνο από τη πλευρά του οφειλέτη, αλλά και από τη πλευρά των πιστωτών.
Κατ` αυτό το τρόπο, όμως, ανατρέπεται η βεβαιότητα και η ασφάλεια δικαίου, αφού, αν επιτρεπόταν τέτοια τροποποίηση, θα έπρεπε να αλλάζουν οι μηνιαίες δόσεις και ο χρόνος καταβολής τους, το οποίο είναι αμφίβολο αν καλύπτεται από το γράμμα και το σκοπό της ΚΠολΔ 758. Το ίδιο ισχύει και στη περίπτωση που ο προσδιορισμός των μηνιαίων καταβολών έγινε υπό το προγενέστερο δίκαιο με βάση την εμπορική αξία της πρώτης κατοικίας και μετά το ν. 4161/2013 επιδιώκεται νέος προσδιορισμός κατά τροποποίηση του προηγούμενου με βάση την αντικειμενική αξία της πρώτης κατοικίας.
Ήδη με τη παράγραφο 6 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, η οποία προστέθηκε με τη παρ. 6 του άρθρου 62 του ν. 4549/2018, ΦΕΚ Α`,105/14-6-2018, η οποία σύμφωνα με τη παρ. 11 του άρθρου 68 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του, προβλέπεται μεταρρύθμιση και της ρύθμισης του άρθρου 9, αφού " οι παράγραφοι 3 έως 6 του άρθρου 8 εφαρμόζονται και στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου.
Η μεταρρύθμιση της απόφασης γίνεται εντός των ορίων της παραγράφου 2 του άρθρου 9, όπως αυτή εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, αρχικώς επιβεβαιώνεται η μέχρι τώρα διαμορφωθείσα στη νομολογία άποψη, ότι δηλαδή, μέχρι την εισαγωγή της ως άνω διάταξης, μεταρρύθμιση μπορούσε να επέλθει μόνο ως προς τη ρύθμιση του άρθρου 8.
Πέραν όμως αυτού, επιβεβαιώνεται η πρόθεση του νομοθέτη, πλέον να παρέχει τη δυνατότητα σε όλους τους διαδίκους να ζητήσουν μεταρρύθμιση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, εφόσον όμως αυτή υπαγορεύεται από μεταγενέστερα γεγονότα. Η έλλειψή δυνατότητας μεταρρύθμισης του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9 καθιστούσε αυτό δύσκαμπτο είτε γιατί οι οφειλέτες ευρισκόμενοι αντιμέτωποι με κάποια δυσμενή μεταβολή της οικονομικής τους κατάστασης κινδύνευαν να απωλέσουν τη προστασία της κύριας κατοικίας τους, είτε γιατί παρά τη βελτίωση της ικανότητας αποπληρωμής των οφειλετών, οι πιστωτές δεν ήταν σε θέση να επιδιώξουν μεταρρύθμιση, με αποτέλεσμα να υφίστανται ζημία.
Ωστόσο, με τη παρ. 6 εδ. β του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, εισάγεται ένας σημαντικός περιορισμός. Ειδικότερα, όπως αναφέρει η αιτιολογική σκέψη του νόμου 4549/2018 "για να διατηρηθεί ο μεταρρυθμιστικός χαρακτήρας του αιτήματος και να μην δοθεί η δυνατότητα καταστρατήγησης των μεταβατικών διατάξεων των νόμων, που κατά καιρούς τροποποίησαν τη παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, προβλέπεται ρητώς ότι το σχέδιο διευθέτησης οφειλών, και μετά τη μεταρρύθμισή του, θα παραμένει εντός των ορίων που θέτει η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αυτό εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση".
Αν επομένως π.χ. η μεταρρυθμιζόμενη απόφαση εφάρμοσε τον ν. 3869/2010, όπως ίσχυε με τον ν. 4161/2013 και όρισε καταβολές μόνο στον εμπραγμάτως εξασφαλισμένο και στο 80% της αντικειμενικής αξίας της εξαιρούμενης από τη ρευστοποίηση κύριας κατοικίας του αιτούντος, τότε και η μεταρρυθμιστική απόφαση δεν θα αφίσταται αυτών και θα ορίζει το ίδιο.
Θα μπορεί, δηλαδή, ενδεχομένως να αυξήσει το χρόνο καταβολών και πέραν του νομίμου ορίου, ώστε η δόση να ανταποκρίνεται στα εισοδήματα του υπερχρεωμένου, ορίζοντας ακόμη και μηδενικές καταβολές για κάποιο χρονικό διάστημα. Σε κάθε περίπτωση όμως η μεταρρυθμιστική απόφαση δεσμεύεται από τη ρύθμιση που όρισε η μεταρρυθμιζόμενη ως προς το υποχρεωτικό αντάλλαγμα της διάσωσης της κατοικίας (ΑΠ 689/2024).
Επομένως, το ύψος των μηνιαίων καταβολών, με ανάλογη μεταβολή της διάρκειας καταβολής του ανωτέρω ανταλλάγματος, για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας δύναται να μεταβάλλεται στη μεταρρυθμιστική δίκη της ως άνω νέας παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, ανεξαρτήτως εάν κατά την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 ορίστηκαν από το δικαστήριο μηνιαίες καταβολές που δεν εξαρτήθηκαν από τα εισοδήματα του αιτούντος οφειλέτη.
Ο νόμος, βέβαια, δεν παραθέτει ειδικά κριτήρια για το καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποίησης της κύριας κατοικίας, πλην όμως, τα κριτήρια αυτά συνάγονται με συστηματική ερμηνεία από την ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010 και είναι ιδίως, η χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, η ηλικία του οφειλέτη, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλοι λόγοι ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας (ΑΠ 689/2024, ΑΠ 302/2022).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/07/2016 (αριθμ. ...) αίτηση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία ζήτησε την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν.3869/2010. Το ανωτέρω δικαστήριο με την 182/2017 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αίτηση και όρισε, μεταξύ άλλων, μηδενικές καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν.3869/2010 ως προς τις καθ'ων πιστώτριες επί μία τριετία (36 μήνες) και εξαιρέθηκε από την εκποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτριών του η κύρια κατοικία του, με την υποχρέωση μηνιαίων καταβολών εκ μέρους του, συνολικού ποσού 23.000 ευρώ, ήτοι ποσού 127,78 ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ετών.
Ακολούθως, ο αιτών με τη από 27-07-2020 αίτησή του ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου ζήτησε την μεταρρύθμιση της ανωτέρω απόφασης. Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ' αρίθμ 25/20121 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς,με την οποία, μεταξύ άλλων, κρίθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα περί καθορισμού του ποσού, που ο αιτών υποχρεούται να καταβάλει για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση με βάση το ποσοστό της σημερινής αντικειμενικής αξίας του ακινήτου του,όπως προβλεπόταν στον προγενέστερο Ν.4161/2013 και ακολούθως μεταρρυθμίστηκε η 182/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς μόνο ως προς την διάρκεια της περιεχόμενης σε αυτή ρύθμισης του άρθρου 9 παρ 2 του Ν.3869/2010, την οποία όρισε από 15 σε 20 έτη, με ποσό εκάστης δόσης 95,83 ευρώ.
Κατόπιν άσκησης έφεσης, εκ μέρους του αιτούντος, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ο 2ος λόγος έφεσης, καθόσον κρίθηκε, ότι κατ'ορθή εφαρμογή του νόμου απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως μη νόμιμο το ανωτέρω αίτημα του αιτούντος τη μεταρρύθμιση της 182/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, περί μείωσης του συνολικά καταβλητέου χρηματικού ποσού για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, συνεπεία της ήδη επελθούσης μείωσης της αντικειμενικής αξίας της από το ποσό των 32.578 ευρώ, ποσό που είχε δεχθεί η μεταρυθμιστέα απόφαση, στο ποσό των 23.765 ευρώ, ενόψει και της περαιτέρω δυσμενούς μεταβολής των οικονομικών και οικογενειακών συνθηκών του. 4.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1544/2023).
Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή τη παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο αναίρεσής του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο, απορρίπτοντας το 2ο λόγο της έφεσής του, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 6 του Ν. 3869/2010, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 62 παρ. 6 του Ν. 4549/2018, την οποία δεν εφάρμοσε.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κρίνοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμο το αίτημα μεταρρύθμισης της 182/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, προκειμένου να μειωθεί το συνολικά καταβλητέο χρηματικό ποσό και κατ' επέκταση να μειωθούν και οι προκύπτουσες μηνιαίες δόσεις για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αναιρεσείοντος, συνεπεία της ήδη επελθούσας μείωσης της αντικειμενικής αξίας της από το ποσό των 32.578 ευρώ, ποσό που είχε δεχθεί η μεταρρυθμιστέα απόφαση, στο ποσό των 23.765 ευρώ, ενόψει και της περαιτέρω δυσμενούς μεταβολής των οικονομικών και οικογενειακών συνθηκών του, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, την οποία ορθώς εφάρμοσε, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "η μεταρρύθμιση της απόφασης γίνεται εντός των ορίων της παραγράφου 2 του άρθρου 9, όπως αυτή εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση".
Με βάση τον περιορισμό αυτό, δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η μεταρρύθμιση δικαστικής απόφασης, με την οποία έχει διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών του υπερχρεωμένου οφειλέτη κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, προκειμένου να καθορισθεί μικρότερο, συνολικό καταβλητέο ποσό, σε σχέση με το αρχικά ορισθέν συνολικό αντάλλαγμα, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, διότι η μεταρρυθμιστική απόφαση δεσμεύεται από τη ρύθμιση, που ορίσθηκε με τη μεταρρυθμιζόμενη ως προς το καθορισθέν υποχρεωτικό αντάλλαγμα της διάσωσης της κύριας κατοικίας και τον τρόπο καθορισμού του (με βάση την ισχύουσα κατά τη ρύθμιση αντικειμενική ή εμπορική αξία), ενώ επιτρέπεται μόνο η μεταβολή της χρονικής διάρκειας καταβολής του ανωτέρω ανταλλάγματος και του από αυτήν (χρονική διάρκεια) εξαρτώμενου ύψους των μηνιαίων δόσεων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.
Μετά από αυτά ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚπολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ β του Ν.3869/2010 ). Γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ β του πιό πάνω Ν.3869/2010, κατά το οποίο "....δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1513/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ... (αρ.εκθ.κατ....) αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 60/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ