Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment due to lack of legal grounds and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's eviction judgment. The appellant argued that the lower court failed to properly assess the validity of the lease contract and the security deposit, but the court found no evidence of legal error. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if it demonstrates a specific legal error, and the Supreme Court will not re-examine the facts or substitute its own assessment of the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 422 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 422/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης βιομηχανικής και εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Α. Β. Κ. Ε. «Ε. και δ.τ. «Γ. «Α., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλενα Χατζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Ντούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 29-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1637/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4858/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 22-4-2021 (αρ. κατ. 298/23-4-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4858/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ.1637/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.ΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι, όσα νομικώς είναι ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία, ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 661/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (Ολ. ΑΠ 16/1998, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 668/2020). Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές, της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα (ΑΠ 668/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 1155/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 769/2017).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 811/2021, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 18/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, λόγω αοριστίας, ως προς το επιμέρους αγωγικό αίτημα επιδίκασης ποσού 46.651,53 ευρώ, για αναλογία δαπανών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, τελών κλπ συνεισπραττομένων με το λογαριασμό της ΔΕΗ, του αναφερομένου μισθίου ακινήτου.
Από το αγωγικό δικόγραφο, που επισκοπείται επιτρεπτά, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, προκύπτει ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού και δυνάμει του από 12-12-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, εκμίσθωσε στην εναγομένη (υπό την τότε επωνυμία της "S. H.
ΑΝΩΝΥΜΗ Β. Ε. Φ. Κ. Τ.") και ήδη αναιρεσείουσα (εταιρία με την επωνυμία "Γ. Α. Β. Κ. Ε. Ε.", λόγω τροποποίησης της επωνυμίας της), με την το περιγραφόμενο μίσθιο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κυλικείο, προς εξυπηρέτηση των φοιτητών και των εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 16.301 ευρώ, πλέον του νομίμου χαρτοσήμου.
Ότι κατόπιν νεότερου δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού και δυνάμει του από 12-9-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, συνήψε νέα σύμβαση μίσθωσης με την εναγομένη για το ίδιο μίσθιο για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 13.350 ευρώ, πλέον του νομίμου χαρτοσήμου. Ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 11 όρου των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών εν λόγω συμβάσεων τη μισθώτρια βάρυναν, μεταξύ άλλων, οι αναλογούσες στο μίσθιο δαπάνες κατανάλωσης ύδατος, ηλεκτρικού ρεύματος και τα συνεισπραττόμενα με το λογαριασμό της ΔΕΗ τέλη και φόροι.
Ότι μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, κατόπιν των αναφερόμενων αποφάσεων του Πρυτανικού Συμβουλίου του (ενάγοντος), τις οποίες αποδέχθηκε μισθώτρια, η τελευταία παρέμεινε στο μίσθιο έως την 13-2-2013, αντί συμφωνηθείσης μηνιαίας αποζημίωσης χρήσης, οπότε και αποχώρησε. Ότι η εναγομένη καθ'όλη τη χρονική διάρκεια της μισθωτικής σύμβασης, αλλά και κατά το χρονικό διάστημα, που είχε στην απόλυτη χρήση της το μίσθιο (ήτοι από 12-9-2005 έως 13-2-2013) δεν κατέβαλε, πλην άλλων, την αναλογία της στις λειτουργικές δαπάνες του μισθίου (κατανάλωσης ύδατος, ηλεκτρικού ρεύματος, δημοτικών τελών κλπ συνεισπραττομένων με το λογαριασμό της ΔΕΗ) και ειδικότερα:
α) ποσό 42.227,11 ευρώ, για δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, για το χρονικό διάστημα από 12-9-2005 έως 8-2-2012 (ανερχόμενη η κατανάλωση σε 516.204 kwh), β) ποσό 1.791,09 ευρώ, για δαπάνη δημοτικών τελών για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα γ) ποσό 2.633,33 ευρώ, για δαπάνη κατανάλωσης ύδατος, για το χρονικό διάστημα από 12-9-2005 έως 28-11-2012, και δ) ποσό 2.206,11 ευρώ, για δαπάνη κατανάλωσης ύδατος και ηλεκτρικού ρεύματος, για το χρονικό διάστημα από 9-2-2012 έως 30-6-2012.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει για την άνω ως άνω αιτία, τα προαναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από τη επομένη ημέρα, που έκαστο κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, όσον αφορά το αίτημα, περί επιδικάσεως του ποσού των 46.651,53 (=42.227,11 + 2.633,33 +1.791,09) ευρώ, είναι σαφής και επαρκώς ορισμένη, διότι περιλαμβάνει, σύμφωνα µε το άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., τα αναγκαία στοιχεία που πληρούν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 361, 574 και 590 Α.Κ., τα οποία αρκούν για να θεμελιώσουν το εν λόγω αίτημα, καθόσον αναφέρεται σ' αυτή, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, η συμβατική υποχρέωση της μισθώτριας για την καταβολή της αναλογίας της επί των άνω λειτουργικών δαπανών του μισθίου, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η μισθώτρια έκανε χρήση του μισθίου, το ποσό εκάστης οφειλόμενης δαπάνης και το χρονικό διάστημα στο οποίο αυτή αντιστοιχεί.
Το Εφετείο, συνεπώς, που έκρινε ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως προς το ανωτέρω αίτημά της, ήταν επαρκώς ορισμένη (πλην του κονδυλίου ποσού 2.206,11 ευρώ, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, μη πληττόμενο με την αίτηση αναίρεσης), δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 601 του Α.Κ., ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν o εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου.
Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (άρθρα 343 επ., 335 Α.Κ.), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται, την δε ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. του Α.Κ. συνάγεται ότι το ποσό, το οποίο κατά τη σύναψη της μίσθωσης δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή για την καλή εκτέλεση των όρων της σύμβασης από μέρους του και αποκαλείται καταχρηστικά εγγύηση, διότι δεν έχει καμία σχέση με τη σύμβαση εγγύησης, όπως αυτή ρυθμίζεται από τα άρθρα 847 επ.
του Α.Κ., αποτελεί στην πραγματικότητα εγγυοδοσία και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει κάθε απαίτηση του εκμισθωτή από τη σύμβαση μίσθωσης. Η εξασφάλιση αυτή περιλαμβάνει απαιτήσεις: α) για ζημίες από μεταβολές και φθορές στο μίσθιο πέρα από τη συνήθη χρήση, β) για την πληρωμή δαπανών που βαρύνουν το μισθωτή (κοινόχρηστα, δαπάνες κατανάλωσης ύδατος, ηλεκτρικού ρεύματος κλπ.), γ) για την εξόφληση καθυστερούμενων μισθωμάτων με το αναλογούν σε αυτά τέλος χαρτοσήμου και τους τόκους υπερημερίας αυτών, δ) την καταβολή συμφωνημένων ποινών και ε) ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του μισθωτή.
Η εγγύηση δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο και διέπεται από τη γενόμενη γι' αυτή συμφωνία (άρθρο 361 Α.Κ.), σε συνδυασμό και με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κατ' άρθρα 173, 200, 288 Α.Κ. (Α.Π. 836/2021, Α.Π. 236/2010). Μετά τη λήξη της μίσθωσης η δοθείσα εγγύηση επιστρέφεται, εφόσον όμως ο εκμισθωτής δεν έχει κάποια από τις αναφερθείσες απαιτήσεις κατά του μισθωτή ή δεν συντρέχει λόγος κατάπτωσης αυτής, οπότε αυτή λειτουργεί ως ποινική ρήτρα.
Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία και αποτελεί ειδικότερα προκαταβολή (άρθρο 416 Α.Κ.) του ίδιου του (ενδεχόμενου) οφειλέτη μισθωτή έναντι μελλοντικού χρέους του, που θα παραμείνει τυχόν ανεξόφλητο, οπότε και θα καταλογιστεί σε αυτό το ποσό της εγγυοδοσίας (Α.Π. 1193/2013, Α.Π. 394/2007, Α.Π. 496/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405, 407 Α.Κ.
προκύπτει ότι, σε περίπτωση που στη σύμβαση μίσθωσης το διδόμενο ποσό χρηματικής εγγύησης, για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, έχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, η κατάπτωσή της υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να συμφωνηθεί για κάθε περίπτωση παράβασης των όρων της μισθωτικής σύμβασης, ανεξαρτήτως άλλης ζημίας του εκμισθωτή (Α.Π. 236/2010), έναντι της οποίας δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό το χρηματικό ποσό, στο οποίο ανάγεται η ποινική ρήτρα (Α.Π. 836/2021, Α.Π. 585/1997).
Λόγω αυτής της φύσεως και λειτουργίας της εγγυοδοσίας ο αξιών την επιστροφή της με αγωγή, ανταγωγή ή προβάλλοντας ένσταση συμψηφισμού πρέπει να εκθέτει το λόγο, το σκοπό για τον οποίο αυτή δόθηκε, καθώς και την αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της, άλλως το σχετικό αίτημα είναι αόριστο (Α.Π. 836/2021, Α.Π. 762/2000).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Α.Π. 804/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. 52/2019). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Ολ.
Α.Π. 26/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης.
Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπιστώσεως περί υπάρξεως κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας, ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας σύμβασης καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται εκτός της συμβάσεως ή γενικώς του εγγράφου, με το οποίο καταρτίστηκε σύμβαση (Α.Π. 1095/2020, Α.Π. 6/2019, Α.Π. 1059/2018, Α.Π. 1321/2017).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ., δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (Α.Π. 799/2020, Α.Π. 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού, από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 1095/2023, Α.Π. 799/2020, Α.Π. 1399/2019, Α.Π. 1636/2018, Α.Π. 763/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 15/2021, Α.Π. 872/2020).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών.
Επομένως, δεν ιδρύονται οι ίδιες αυτές πλημμέλειες επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλ. κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (Α.Π. 1095/2023, Α.Π. 554/2020, Α.Π. 1186/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: "...
Κατόπιν του από 12-7-2005 δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού στο πλαίσιο της υπ' αριθμ. 5/2005 διακήρυξης και δυνάμει του από 12-12-2005 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμβολαίου, το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. (ήδη αναιρεσίβλητο) εκμίσθωσε στην εναγομένη (υπό την προηγούμενη επωνυμία της "S. H. ΑΝΩΝΥΜΗ Β. Ε. Φ. Κ. Τ." και ήδη υπό την επωνυμία "Γ.
Α. Β. Κ. Ε. Ε.")) (ήδη αναιρεσείουσα) το κυλικείο του Δ' ορόφου της Φιλοσοφικής Σχολής στην Πανεπιστημιούπολη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κυλικείο προς εξυπηρέτηση των φοιτητών και των εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ήτοι από 12-9-2005 έως 11-9-2008, αντί μηνιαίου μισθώματος, προκαταβαλλόμενου εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μισθωτικού μήνα, ποσού 16.301,00 ευρώ, πλέον ολόκληρου του νόμιμου τέλους χαρτοσήμου (3,6%), για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο κάθε επόμενο μισθωτικό έτος κατά ποσοστό ίσο με το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή, συν δύο (2) μονάδες, υπολογιζόμενης της αύξησης κάθε φορά επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος, όπως θα είχε διαµορφωθεί κατά τη λήξη κάθε προηγούµενου έτους.
Κατόπιν δε νεότερου δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού στο πλαίσιο της υπ' αριθμ. 1/2008 διακήρυξης και δυνάμει του από 12-9-2008 μισθωτηρίου συμβολαίου, το ενάγον εκμίσθωσε στην εναγομένη...το ίδιο ως άνω κυλικείο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως κυλικείο προς εξυπηρέτηση των φοιτητών και των εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ήτοι από 12-9-2008 έως 12-9-2011, αντί μηνιαίου μισθώματος, προκαταβαλλόμενου εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μισθωτικού μήνα, ποσού 13.350,00 ευρώ, πλέον ολόκληρου του νόμιμου τέλους χαρτοσήμου (3,6%), για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο κάθε επόμενο μισθωτικό έτος κατά ποσοστό ίσο με το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή, συν δύο (2) μονάδες, υπολογιζόμενης της αύξησης κάθε φορά επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος, όπως θα είχε διαµορφωθεί κατά τη λήξη κάθε προηγούµενου έτους.
Σύµφωνα δε µε τον 12° όρο των ανωτέρω μισθωτηρίων συμβολαίων, η ως άνω μισθώτρια κατέβαλε στον ως άνω εκμισθωτή ποσό ίσο µε τρία μηνιαία μισθώματα, ως εγγύηση για την πιστή τήρηση των όρων της μισθωτικής σύμβασης και επιπλέον στον ίδιο ως άνω όρο συμφωνήθηκε ότι: "Σε κάθε αναπροσαρμογή του μισθώματος θα αναπροσαρμόζεται αναλόγως και το ποσό της εγγύησης ώστε να είναι πάντοτε ίση µε τρία μηνιαία μισθώματα .
Το ποσό της εγγύησης θα παραμείνει στα χέρια του εκμισθωτή σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης αποκλειοµένου του συμψηφισμού του µε τυχόν οφειλόμενα μισθώματα ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία οφειλές και θα επιστραφεί ατόκως στον μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης, εφ' όσον θα έχουν τηρηθεί πιστά όλοι οι όροι του παρόντος μισθωτηρίου συμβολαίου και εφ' όσον θα έχουν εξοφληθεί από τον μισθωτή κανονικά και εμπρόθεσμα όλοι οι λογαριασμοί όπως ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΑΠ, τέλη κλπ ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία οφειλή.
Αυτονόητο είναι, πλην συμφωνείται ρητά, ότι η εγγύηση καταπίπτει υπέρ του εκμισθωτή, εάν η μίσθωση λυθεί πρόωρα από οποιαδήποτε αιτία, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του μισθωτή, καθώς και εάν ο μισθωτής παραβεί οποιοδήποτε όρο της παρούσας σύμβασης και της υπ' αρ. 1/2008 διακήρυξης και των παραρτημάτων αυτής, μη αποκλειομένης επί πλέον αποζημιώσεως του εκμισθωτή για κάθε ζημία που αυτός υπέστη εξαιτίας ή εξ αφορμής της παρούσας μίσθωσης ".
Επίσης, στον υπ' αρ. 25ο όρο αμφοτέρων των ως άνω μισθωτηρίων συμβολαίων, ορίστηκε, εκτός των άλλων, ότι με την παράβαση εκ μέρους του μισθωτή οποιουδήποτε όρου του παρόντος συμφωνητικού, "εκπίπτει υπέρ του εκμισθωτή, η εγγύηση των τριών μηνών, η οποία καθίσταται αμέσως και αυτοδικαίως απαιτητή λόγω ποινικής ρήτρας που συνομολογείται με το παρόν".
Περαιτέρω, κατά τον υπ' αρ. 11ο όρο των ανωτέρω μισθωτηρίων συμβολαίων, τη μισθώτρια βάρυναν, μεταξύ άλλων, οι δαπάνες κατανάλωσης ύδατος, ηλεκτρικού ρεύματος, τα τέλη και οι φόροι που συνεισπράττονται με τον λογαριασμό της ΔΕΗ, ενώ στον υπ' αρ. 24ο όρο είχε ρητά αναφερθεί εκτός των άλλων, ότι: "Σιωπηρή παράταση ή ανανέωση της μίσθωσης απαγορεύεται ρητά.
Η τυχόν παραμονή στο μίσθιο του μισθωτή ή άλλου προσώπου που έλκει δικαιώματα από αυτόν μετά την ημερομηνία λήξεως ή λύσεως της μίσθωσης, δεν θεωρείται σε καμία περίπτωση παράταση ή σιωπηρή ανανέωση της μίσθωσης. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει στον εκμισθωτή λόγω αποζημίωσης χρήσης για κάθε μήνα παραμονής του στο μίσθιο ποσό ίσο με το μέχρι τότε καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα".
Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης (την 12-9-2011) και ενόψει του ότι υπήρξε μέχρι τότε αδυναμία ανάδειξης πλειοδότη βάσει διαγωνισμού, αποφασίστηκε η παραμονή της μισθώτριας στο παραπάνω μίσθιο με την υποχρέωση καταβολής, ως αποζημίωσης χρήσης, ποσού 14. 753,09 ευρώ μηνιαίως, δυνάμει της από 22-12-2011 απόφασης του Πρυτανικού Συμβουλίου του ενάγοντος και με την από 4-5-2012 απόφαση του ανωτέρω Πρυτανικού Συμβουλίου, καθορίστηκε η εν λόγω αποζημίωση χρήσης στο ποσό των 14.753,09 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 12-9-2011 μέχρι 31-3-2012 και στο ποσό των 11.000,00 ευρώ από την 1-4-2012 ...".
Επίσης, το Εφετείο, πέρα των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω μισθώτρια δεν έχει καταβάλει καθόλη την διάρκεια της μισθωτικής σχέσης, αλλά και για το χρονικό διάστημα που είχε στην ακώλυτη χρήση της το επίδικο µίσθιο αντί μηνιαίας αποζημίωσης χρήσης, ήτοι από 12-9-2005 έως 8-2-2012, το ποσό των 42.227,11 ευρώ για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, το ποσό των 1. 791,09 ευρώ για δημοτικά τέλη, καθώς επίσης και το ποσό των 2.633,33 ευρώ για κατανάλωση ύδατος κατά το χρονικό διάστημα από 12-9-2005 έως 28-11-2011 (βλ.
ιδίως το υπ'αp. πpωτ. 1112015522/ 24-4-2012 έγγραφο Τμήματος Ακίνητης Περιουσίας Ε.Κ.Π.Α.). Σημειωτέον ότι δεν γινόταν στο επίδικο μίσθιο καταμέτρηση κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος μέχρι 28-11-2011, λόγω βλάβης του ενδιάμεσου μετρητή ( βλ. ιδίως το υπ'αp. πpωτ. 1415019314/17-6-2015 έγγραφο Τμήματος Ακίνητης Περιουσίας Ε.Κ.Π.Α.), αλλά δεν αμφισβητεί η ανωτέρω μισθώτρια τη βαρύνουσα αυτή, αναλογία του μισθίου στις εν λόγω δαπάνες και τη βάση επί της οποίας υπολογίστηκε η ως άνω οφειλή της από την αρμόδια τεχνική υπηρεσία του ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ., αλλά επιθυμεί να μειωθεί το ύψος της οφειλής αυτής (βλ.
ιδίως, την από 6-2-2015 επιστολή της εναγομένης... προς το ενάγον). Επομένως, η εναγομένη οφείλει στο ενάγον το συνολικό ποσό των 46.651,53 (= 42.227,11 +1791,09 + 2633,33 ) ευρώ για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος και για δημοτικά τέλη. Κατόπιν όλων των ανωτέρω ο 2ος λόγος της πρώτης ένδικης έφεσης, οι 1ος,5ος,6ος και 7ος λόγος της δεύτερης κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...".
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "...Ενόψει δε όλων των ανωτέρω, προκύπτει η παράβαση από μέρους της μισθώτριας του προαναφερόμενου υπ' αρ. 11ου όρου των ανωτέρω μισθωτηρίων συμβολαίων, όσον αφορά τη μη καταβολή των αναλογούντων στο επίδικο μίσθιο δαπανών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος και δημοτικών τελών, που συνεισπράττονται με το λογαριασμό της ΔΕΗ και για το χρονικό διάστημα από 12-9-2005 έως 12-9-2011, που ήταν σε ισχύ, κατά την ως άνω χρονική ακολουθία, τα ανωτέρω μισθωτήρια συμβόλαια.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αρ. 12ου όρου του από 12-9-2008 μισθωτηρίου συμβολαίου, η ανωτέρω μισθώτρια είχε καταβάλει στο ενάγον ... (σ.σ. εκμισθωτή) χρηματική εγγύηση ποσού, κατόπιν των συμφωνηθέντων - όπως προαναφέρθηκε - αναπροσαρμογών ποσού 44.259,26 ευρώ, για την οποία είχε ρητά συμφωνηθεί αφενός, ότι αποκλείεται ο συμψηφισμός της με τυχόν οφειλόμενα μισθώματα ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία οφειλές και ότι θα επιστραφεί ατόκως στον μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης, εφ' όσον θα έχουν τηρηθεί πιστά όλοι οι όροι του παρόντος μισθωτηρίου συμβολαίου και εφ' όσον θα έχουν εξοφληθεί από τον μισθωτή κανονικά και εμπρόθεσμα όλοι οι λογαριασμοί όπως ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΑΠ, τέλη κλπ ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία οφειλή, καθώς και ότι καταπίπτει υπέρ του εκμισθωτή, εκτός των άλλων, εάν ο μισθωτής παραβεί οποιοδήποτε όρο της παρούσας σύμβασης και ότι καθίσταται αμέσως και αυτοδικαίως απαιτητή, λόγω ποινικής ρήτρας (βλ.
ιδίως, τους 12° και 25° όρους του από 12-9-2008 μισθωτηρίου συμβολαίου)", γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος ... (κατ' άρθρα 361, 405, 406 ΑΚ), τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της πρώτης ένδικης έφεσης. Συνακόλουθα, η πρώτη ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στο ενάγον το συνολικό ποσό των 107.151,53 (= 60.500,00 + 46.651,53) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της άνω πρώτης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο προέβη σε συμψηφισμό της παραπάνω εγγύησης με την απαίτηση του ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. - εκμισθωτή (κάνοντας δεκτή τη σχετική ένσταση της εναγόμενης μισθώτριας) και υποχρέωσε την εναγομένη ... να καταβάλει στο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. το ποσό των 65.098,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη- ημέρα της επίδοσης της ως άνω πρώτης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του πρώτου λόγου της πρώτης ένδικης έφεσης και απορριπτομένου του τέταρτου λόγου της δεύτερης κρινόμενης έφεσης ως αβάσιμου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δικάζοντας δε επί της ουσίας: α) απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) να καταβάλει στο ενάγον (ήδη αναιρεσίβλητο), πλην άλλων, το ποσό των 46.651,53 ευρώ, ως αναλογία οφειλόμενων λειτουργικών δαπανών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 574 επ. Α.Κ., ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, καθόσον, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η μισθώτρια καθόλη τη διάρκεια της παραμονής της στο μίσθιο (από 12-9-2005 έως 8-2-2012) δεν κατέβαλε την αναλογία της στις λειτουργικές δαπάνες του μισθίου τόσο κατά το από 12-9-2005 έως 12-9-2011 χρονικό διάστημα, με βάση τον 11ο όρο των συμφωνητικών μίσθωσης, που ήταν σε ισχύ τα συμβόλαια, όσο και κατά το μετά τη λήξη της σύμβασης, από 13-9-2011 έως 8-2-2012 χρονικό διάστημα, που είχε στην ακώλυτη χρήση της στο μίσθιο, με βάση συμφωνία των μερών και δυνάμει αποφάσεων του Πρυτανικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου-εκμισθωτή, ενώ, ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 601, 608 και 904 Α.Κ., για το μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης χρονικό διάστημα, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ότι δηλαδή η εκ μέρους του εκμισθωτή αξίωση καταβολής των οφειλομένων δαπανών για το από 13-9-2011 έως 8-2-2012 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η μισθώτρια είχε στην ακώλυτη χρήση της, βάσει συμφωνίας των μερών και όχι λόγω παράνομης παρακράτησης του μισθίου, δεν πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων, οι οποίες για την εφαρμογή τους προϋποθέτουν ως στοιχείο παράνομη παρακράτηση του μισθίου και, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι εσφαλμένα επιδικάστηκαν εις βάρος της αναιρεσείουσας οι λειτουργικές δαπάνες του χρονικού διαστήματος (των μηνών 7ου έως 9ου του 2012), κατά το οποίο κρίθηκε ότι δεν έκανε χρήση του μισθίου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον λειτουργικές δαπάνες για το αμέσως προαναφερθέν χρονικό διάστημα δεν επιδικάστηκαν.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847 επ., 404 έως 407 Α.Κ. σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 361 Α.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ποινικής ρήτρας, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις εν λόγω διατάξεις.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές:
α) ότι λόγω μη προσήκουσας εκπλήρωσης του 11ου όρου της μισθωτικής σύμβασης, περί εμπρόθεσμης εξόφλησης της αναλογίας των λειτουργικών δαπανών του μισθίου, κατέπεσε η εγγύηση καταστάσα αμέσως και αυτοδικαίως απαιτητή, γεγονός, το οποίο απέκλειε τον συμψηφισμό αυτής (εγγύησης) με την απαίτηση του εκμισθωτή (για καταβολή λειτουργικών δαπανών).
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Τέλος, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλόμενων μερών ή ασάφεια, σχετικά με την έννοια των δηλώσεών τους, όσον αφορά τον συμφωνηθέντα 12ο όρο της από 12-9-2008 σύμβασης μίσθωσης και ειδικότερα καθ'ο μέρος προέβλεπε ότι σε περίπτωση παράβασης εκ μέρους της μισθώτριας οποιοδήποτε όρου της σύμβασης και, εν προκειμένω του υπ' αριθμ. 11ου όρου, περί μη εμπρόθεσμης εξόφλησης της αναλογίας λειτουργικών δαπανών του μισθίου (λογαριασμών ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΑΠ, δημοτικών τελών κλπ), καταπίπτει υπέρ του εκμισθωτή, λόγω ποινικής ρήτρας, η χρηματική εγγύηση (ποσού 44.259,26 ευρώ), της οποίας είχε αποκλεισθεί ο συμψηφισμός με οφειλές από οποιαδήποτε αιτία.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (αληθώς εκ του αριθμού 1), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, χωρίς να τυγχάνει εφαρμογής για τον υπολογισμό τους το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η προκείμενη δίκη δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (πρβλ.
ΑΠ 234/2021, ΑΠ 138/2020, 702/2015, ΑΠ 589/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2021 (αρ. κατ. 298/23-4-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4858/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ