Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding expert report distortion under Article 559(20) of CPC.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Thessaloniki regarding an insurance claim for storm damage. The appellant argued that the lower court distorted an expert report by omitting a favorable excerpt and failed to consider the document's content. The court rejected these claims as inadmissible because the expert report did not qualify as a document under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure, and the second ground was contradictory to the first.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; An expert report does not constitute a 'document' under Article 559(20) for distortion claims, and contradictory appeal grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 422 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 422/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουρκουρίκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "...."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Παπαγερμανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2015 οριστική όπως αυτή διορθώθηκε με την 78/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 2002/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/11/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 19-11-2018 (αριθμ. καταθ. 322/21-11-2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 2002/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε την από 20-5-2016 έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 57/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (διορθωθείσας με τη με αριθμό 78/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) και εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την από 18-6-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο την καταβολή του ασφαλίσματος από τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση, κατά του κινδύνου θύελλας, καταιγίδας και πλημμύρας, λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, η οποία πρωτοδίκως είχε γίνει εν μέρει δεκτή. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που, αναφέρονται στο έγγραφο.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. ΚΠολΔ εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, αποδίδοντας στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθά, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1182/2021, 312/2020, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 922/2018). Περαιτέρω, με τη διάταξη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα. ''Πράγματα'', κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 2221/2014, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι, όμως, και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα, από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιό δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παράπονων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνά με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017).
Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά, τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 631/2020).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκα ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1100/2020, ΑΠ 1266/2011).
Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η από 20-5-2016 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη δραστηριοποιείται στον χώρο της εμπορίας αυτοκινήτων και καυσίμων και οι εγκαταστάσεις της βρίσκονται στα ..., στην περιοχή του οδικού κόμβου της παλαιάς με τη νέα εθνική οδό προς …..
Το κτιριακό της συγκρότημα, που είναι εμβαδού 2.000 τ.μ., αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και ένα όροφο, όπου στεγάζονται τα γραφεία της επιχείρησης. Το ανατολικό τμήμα του ισογείου χρησιμοποιείται ως αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, το υπόγειο ως συνεργείο αυτοκινήτων, ενώ στο δυτικό τμήμα του ισογείου λειτουργεί πρατήριο υγρών καυσίμων.
Έμπροσθεν του πρατηρίου καυσίμων και σε ικανή απόσταση από αυτό υπάρχει μεταλλικό στέγαστρο, κάτω από το οποίο είναι τοποθετημένες οι αντλίες καυσίμων, ενώ στο σημείο που το ακίνητο της ενάγουσας εφάπτεται με την παράπλευρη οδό, η οποία διέρχεται έμπροσθεν του πρατηρίου, υπάρχει πυλώνας αναγραφής των τιμών των καυσίμων, ο οποίος αποτελείται από μεταλλικό σκελετό, έχει ύψος περίπου έξι (6) μέτρα και πλάτος 1,5 μέτρα και εδράζεται σε βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα διαστάσεων περίπου 1,60x0,30 μέτρων.
Οι επιφάνειες του ως άνω πυλώνα καλύπτονται από πλαστικά φύλλα, τα οποία φέρουν διάφορα εταιρικά διαφημιστικά λογότυπα, καθώς και τέσσερις πινακίδες με ψηφιακή αναγραφή τιμών, ενώ διαθέτει στο μεν εσωτερικό του ειδικό φωτισμό, ώστε να είναι ορατός και κατά τη διάρκεια της νύχτας, στη δε κορυφή του ψηφιακό ρολόι.
Κατόπιν πρότασης της ενάγουσας, την οποία στις 29-1-2008 αποδέχθηκε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, στα ... με την αποστολή στην έδρα της ως άνω επιχείρησης της αντισυμβαλλομένης της του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπως αυτό διευκρινίστηκε και συγκεκριμενοποιήθηκε με την με αριθμό ... πρόσθετη πράξη, η εναγομένη, ως ασφαλιστική εταιρία, ανέλαβε να καλύψει ασφαλιστικά για το χρονικό διάστημα από 8-12-2007 έως 8-12-2008 και μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, μεταξύ άλλων, και έναντι του κινδύνου από θύελλα, καταιγίδα, πλημμύρα και χαλάζι, τις ζημίες του κτιρίου του πρατηρίου υγρών καυσίμων, το οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, στεγάζεται στο δυτικό τμήμα του ισογείου του κτιριακού συγκροτήματος της ενάγουσας, ενώ, επιπλέον, ανέλαβε να καλύψει ασφαλιστικά έναντι των ιδίων ως άνω κινδύνων και δη μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ και όλο το περιεχόμενο του πρατηρίου υγρών καυσίμων, έναντι ασφαλίστρου το οποίο εμπρόθεσμα εξοφλήθη από την ενάγουσα.
Όπως προκύπτει από τη σελίδα 5 του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με τον υπό στοιχείο 021 20 γενικό όρο με τίτλο "ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΚΑΛΥΨΗ ΘΥΕΛΛΑΣ, ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ, ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ - ΚΤΙΡΙΟ", ασφαλίζονται και καλύπτονται οι ζημίες ή απώλειες στο ασφαλισμένο κτίριο από θύελλα, καταιγίδα ή πλημμύρα ή χαλάζι, πλην των απωλειών ή ζημιών σε μαντρότοιχους, περιφράξεις και αυλόπορτες, οι οποίες ρητώς αποκλείστηκαν δια του με αριθμό ...
ειδικού όρου που περιλήφθηκε στην 25η σελίδα του ιδίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ενώ με τον υπό στοιχείο 021 21 γενικό όρο με τίτλο "ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΚΑΛΥΨΗ ΘΥΕΛΛΑΣ, ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ, ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ", ασφαλίζονται και καλύπτονται οι ζημίες ή απώλειες στα ασφαλισμένα αντικείμενα από θύελλα, καταιγίδα ή πλημμύρα ή χαλάζι, εξαιρούνται, όμως, τα αντικείμενα που βρίσκονται εκτός στεγασμένου χώρου.
Ειδικότερα στον συγκεκριμένο όρο επί λέξει ορίζονται τα εξής: "Από την παραπάνω κάλυψη, εξαιρούνται τα αντικείμενα που βρίσκονται εκτός στεγασμένου χώρου". Εκ των υπ' αριθμ. 001 00 και υπ' αριθμ. 001 01 όρων, που περιλαμβάνονται στην 3η σελίδα της με αριθμό ... πρόσθετης πράξης, η οποία συμπληρώνει και διευκρινίζει το προαναφερθέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο, προκύπτει ότι ως "ΚΤΙΡΙΟ" νοείται "Οικοδομή, εμβαδού 2.000 τ.μ., η οποία αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και έναν όροφο, είναι δε κατασκευασμένη κατά το ένα μέρος από μπετόν αρμέ, με στέγη από το ίδιο υλικό, και κατά το υπόλοιπο μέρος, τύπου σάντουιτς, με στέγη από λαμαρίνα, που στηρίζεται σε μεταλλικό σκελετό.
Η οικοδομή αυτή χρησιμοποιείται για αντιπροσωπεία και service αυτοκινήτων και ειδικότερα το υπόγειο για χώρο service, το ισόγειο για χώρο έκθεσης και ο όροφος για γραφεία", ενώ ως "ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ" νοείται "ο πάγιος εξοπλισμός, ο μηχανολογικός εξοπλισμός και τα εμπορεύματα, καθώς και τα αυτοκίνητα εντός στεγασμένου χώρου, που βρίσκονται στην οικοδομή που περιγράφεται και ασφαλίζεται με την παρ. 1 του ασφαλιστηρίου αυτού".
Επίσης, στη 2η σελίδα της ιδίας ως άνω πρόσθετης πράξης υπάρχει ρητή διάταξη, η οποία προβλέπει ότι οι αντλίες καυσίμων, που συνήθως βρίσκονται κάτω από στέγαστρο έμπροσθεν του πρατηρίου, καλύπτονται ασφαλιστικά για όλους τους κινδύνους, εφόσον υπάρχει σ' αυτές βαλβίδα αντεπιστροφής, πλην των κινδύνων κλοπής, κακόβουλης βλάβης και πρόσκρουσης οχήματος.
Από το συνδυασμό όλων των προαναφερθέντων όρων με σαφήνεια συνάγεται, ότι δια της επιδίκου συμβάσεως ασφαλίσεως καλύπτονται μεν οι ζημίες στο κτίριο του πρατηρίου καυσίμων και στο περιεχόμενό του από τυχόν θύελλα, καταιγίδα, πλημμύρα ή χαλάζι, όχι, όμως, και οι ζημίες που τυχόν προκληθούν στα αντικείμενα τα οποία βρίσκονται εκτός στεγασμένου χώρου, πλην βεβαίως των αντλιών καυσίμων, οι οποίες ρητώς περιλήφθηκαν στη σχετική κάλυψη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 28-1-2008 στην περιοχή των ... επικράτησαν θυελλώδεις άνεμοι από 8-9 μποφόρ, με ριπές οι οποίες κατά διαστήματα έφθαναν σε επίπεδα θυέλλης. Συνεπεία των ως άνω ακραίων καιρικών φαινομένων, που επιβεβαιώθηκαν και από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, αποξηλώθηκε από τη βάση του ο ύψους 6 μέτρων πυλώνας τιμών καυσίμων του πρατηρίου της ενάγουσας, ο οποίος εν συνεχεία κατέπεσε επί του εδάφους και δη στο σημείο όπου βρίσκεται η έξοδος του πρατηρίου και καταστράφηκε ολοσχερώς.
Η ενάγουσα, πριν προβεί σε αντικατάστασή του, ανήγγειλε το γεγονός στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, αυτή δε, προκειμένου να διαπιστώσει την επικαλούμενη ζημία και την τυχόν δική της ευθύνη προς αποκατάστασή της, ανέθεσε τη διενέργεια αυτοψίας στην εταιρία πραγματογνωμόνων με την επωνυμία "...", η οποία, αφού προέβη σε αυτοψία του χώρου, συνέταξε την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη από την εναγομένη, υπ' αριθμ. .../6-3-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Εκ των φωτογραφιών που είναι συνημμένες στην ως άνω έκθεση, το περιεχόμενο των οποίων σημειωτέον ουδόλως αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα, προκύπτει με σαφήνεια, ότι ο εν λόγω πυλώνας βρισκόταν εκτός στεγασμένου χώρου, ειδικότερα δε κατελάμβανε υπαίθριο χώρο του ακινήτου της ενάγουσας εφαπτόμενο της παράπλευρης οδού, η οποία διέρχεται έμπροσθεν του πρατηρίου.
Λόγω του ύψους (6 μέτρα) και του όγκου του (πλάτος 1,5 μέτρα + βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα διαστάσεων 1,60x0,30 μέτρων) ήταν αδύνατον να τοποθετηθεί κάτωθι του στεγάστρου των αντλιών, στην ίδια δε θέση αυτός τοποθετήθηκε και εκ των υστέρων, μετά δηλαδή την αντικατάστασή του εκ μέρους της ενάγουσας, ούτως ώστε οι οδηγοί των οχημάτων να αντιλαμβάνονται ευκόλως τόσο τις αναγραφόμενες τιμές των καυσίμων όσο και τα λοιπά εταιρικά διαφημιστικά λογότυπα που παρατίθεντο σ' αυτόν.
Επομένως, εφόσον ο εν λόγω πυλώνας βρισκόταν αποδεδειγμένα εκτός στεγασμένου χώρου, η όποια ζημία του δεν καλύπτεται ασφαλιστικά σύμφωνα με τον προαναφερθέντα υπό στοιχείο 021 21 γενικό όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που εξαιρεί εκ της καλύψεως όλα τα εκτός στεγασμένου χώρου αντικείμενα. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο όρος αυτός δεν δύναται να εφαρμοστεί, διότι υπερισχύει ο ειδικός όρος της σελίδος 25 της σύμβασης, ο οποίος εξαιρεί μόνο τις ζημίες σε μαντρότοιχους, περιφράξεις και αυλόπορτες, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι τόσοι οι γενικοί όσο και οι ειδικοί όροι κάθε ασφαλιστηρίου ισχύουν παράλληλα και συμπληρωματικά, προς τον σκοπό εξειδίκευσης της συμφωνίας των μερών και των παρεχομένων καλύψεων, εν προκειμένω δε σε αμφότερους τους όρους με σαφήνεια παρατίθενται τα αντικείμενα που οι συμβαλλόμενοι διάδικοι αποφάσισαν να μη περιληφθούν στη σχετική κάλυψη.
Μάλιστα, οι ίδιοι συμβαλλόμενοι, μολονότι και οι αντλίες των υγρών καυσίμων βρίσκονται εκτός "κτιρίου", φρόντισαν ρητώς να τις αναφέρουν ως εξαίρεση από τη μη παροχή ασφαλιστικής καλύψεως. Ο ισχυρισμός περαιτέρω της ιδίας (ενάγουσας) ότι δήθεν ο πυλώνας βρισκόταν κάτωθι στεγάστρου, κάτι που κι ο ίδιος ο πραγματογνώμονας της αντιδίκου της επιβεβαίωσε, κρίνεται επίσης ως ουσία αβάσιμος, διότι τόσο από τις φωτογραφίες όσο και από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. .../6-3-2009 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης προκύπτει το αντίθετο, ότι δηλαδή ο έξι (6) μέτρων πυλώνας ήταν μεν μπροστά από το ασφαλισμένο πρατήριο, πλην όμως στα όρια της παράπλευρης οδού, κάτω δε από το μεταλλικό στέγαστρο ήταν τοποθετημένες μόνο οι αντλίες καυσίμων και ουδέν άλλο.
Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω που αποδείχθηκαν και που δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, έπρεπε η από 18-6-2012 αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.530,39 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 5-3-2010, ενώ κήρυξε την απόφαση και προσωρινά εκτελεστή μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα - εναγομένη με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση εφέσεώς της''.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο καταλυτικό ισχυρισμό της εναγομένης, περί εξαίρεσης του πυλώνα, από την ασφαλιστική κάλυψη, ως αντικειμένου ευρισκόμενου εκτός στεγασμένου χώρου, σύμφωνα με τον υπό στοιχείο 021 21 γενικό όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που εξαιρεί από την κάλυψη όλα τα εκτός στεγασμένου χώρου αντικείμενα, δέχθηκε την ένδικη έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και απέρριψε την αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση περιεχομένου του υπ' αριθμ. ... από 29-1-2008 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεγάλης επιχείρησης, το οποίο καταρτίστηκε για τη μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστική σύμβαση, κατά το μέρος που αφορά την πρόσθετη κάλυψη ζημιών από θύελλα, καταιγίδα ή πλημμύρα.
Ειδικότερα δε προβάλλεται ότι, ενώ στο ασφαλιστήριο στη σελίδα 5, στην περιγραφή καλύψεων, στον όρο 021 21, ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΚΑΛΥΨΗ ΘΥΕΛΛΑΣ, ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ, αναφέρεται ότι, ''η ασφάλιση που παρέχεται ... καλύπτει και τις ζημιές ή απώλειες .... από θύελλα, καταιγίδα ή πλημμύρα, σύμφωνα με τον αναγραφόμενο στο παρόν ασφαλιστήριο ειδικό όρο'', ο οποίος ειδικός όρος διαλαμβάνεται στη σελίδα 25 του ασφαλιστηρίου, με περιεχόμενο, "καταιγίδα ή θύελλα, εφόσον το ζημιογόνο γεγονός χαρακτηρίσθηκε ως καταιγίδα ή θύελλα από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία", κατά την ανάγνωση του ασφαλιστηρίου από το Εφετείο, παραλείφθηκε η ανάγνωση της τελευταίας κρίσιμης περικοπής του άνω διαλαμβανόμενου στη σελίδα 5 του ασφαλιστηρίου ειδικού όρου, με σαφή παραπομπή στη σελίδα 25 του ασφαλιστηρίου, όπου δεν μνημονεύεται εξαίρεση κάλυψης αντικειμένων ευρισκομένων εκτός στεγασμένου χώρου και ότι αν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη το περιεχόμενο της σελίδας 25 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, θα κατέληγε στο πόρισμα ότι το επίδικο ασφαλισμένο αντικείμενο, ήτοι ο έξι μέτρων πυλώνας, δεν εξαιρείται της ασφαλιστικής κάλυψης, αλλά εμπίπτει σ' αυτήν.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως προκύπτει ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ανάγνωσε υπό την προεκτεθείσα έννοια, τον επικαλούμενο ειδικό όρο του άνω ασφαλιστηρίου. Αντίθετα, αφού ορθώς ανάγνωσε τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, που διαλαμβάνονται στις σελίδες 5 και 25 του ασφαλιστηρίου για την εν λόγω κάλυψη, μεταξύ των οποίων ο υπό στοιχείο 021 21 γενικός όρος με τίτλο, "ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΚΑΛΥΨΗ ΘΥΕΛΛΑΣ, ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ, ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ", όπου εκτίθεται η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη αντικειμένων, που βρίσκονται εκτός εστεγασμένου χώρου, το περιεχόμενο μάλιστα του οποίου παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, επί λέξει, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παράλειψη της περικοπής του διαλαμβανομένου στη σελίδα 25 όρου, αναφορικά με το τι θεωρείται, ως ''καταιγίδα ή θύελλα'' για την ένδικη ασφάλιση, ουδόλως συνιστά παραμόρφωση του εγγράφου, καθώς αποδόθηκε το αληθές περιεχόμενο του όρου αυτού, με την αναφορά στην προσβαλλόμενη, ''σε ακραία καιρικά φαινόμενα, που επιβεβαιώθηκαν και από την Μετεωρολογική Υπηρεσία''.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης που κατέτειναν σε κατάλυση του αγωγικού της δικαιώματος λήψης ασφαλιστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη και αποφάνθηκε ότι, ''ο πυλώνας τιμών βρισκόταν εκτός εστεγασμένου χώρου'' και ειδικότερα καταλάμβανε υπαίθριο χώρο του ακινήτου της ενάγουσας εφαπτόμενης παράπλευρης οδού διερχόμενης έμπροσθεν του πρατηρίου και επιπλέον ότι, ο έξι μέτρων πυλώνας ήταν μπροστά στο πρατήριο, πλην, όμως, στα όρια της παράπλευρής οδού και ότι κάτω από το μεταλλικό στέγαστρο ήταν τοποθετημένες μόνο οι αντλίες καυσίμων και ουδέν άλλο αντικείμενο, ενώ τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είχαν προταθεί από την αναιρεσίβλητη με το δικόγραφο της έφεσής της, αντίθετα η ίδια στη σελίδα 9 της έφεσής της, ανέφερε ότι ''ο πυλώνας τιμών του πρατηρίου ήταν τοποθετημένος σε υπαίθριο χώρο του ένδικου οικοπέδου, όπου το πρατήριο και βρισκόταν κάτω από μεταλλικό στέγαστρο, ήτοι, ότι ήταν σε στεγασμένο χώρο''.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης, το οποίο ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα πλαίσια του ερευνώμενου λόγου, η αναιρεσίβλητη με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, παραπονέθηκε για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του καταλυτικού ισχυρισμού της, περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του πυλώνα του πρατηρίου της αναιρεσείουσας, ως αντικειμένου που βρίσκεται εκτός εστεγασμένου χώρου, σύμφωνα με τον αναφερόμενο όρο και ως εκ τούτου ο άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την παραδοχή από την προσβαλλόμενη πράγματος φερόμενου ως μη προταθέντος, με την έφεση, ότι δηλαδή ο πυλώνας βρισκόταν εκτός εστεγασμένου χώρου (και ως εκ τούτου εξαιρούνταν της ασφαλιστικής κάλυψης) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που αφορά τα λοιπά φερόμενα ως μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη με την έφεσή της, ως προς την ακριβή θέση του πυλώνα στο ακίνητο, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αυτά δεν αποτελούν πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικά περιστατικά που το Δικαστήριο άντλησε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ακολούθως, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη του πυλώνα τιμών του πρατηρίου της αναιρεσείουσας, ως αντικειμένου που βρίσκεται εκτός εστεγασμένου χώρου.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι, ενώ δέχθηκε ότι το ασφαλισμένο αντικείμενο βρισκόταν εκτός εστεγασμένου χώρου, αιτία για την οποία δέχθηκε την έφεση και απέρριψε την αγωγή της, στην αιτιολογία του, δέχθηκε αντιφατικά και ανεπαρκώς ότι ''βρισκόταν σε εφαπτόμενο της παράπλευρης οδού διερχόμενης έμπροσθεν του πρατηρίου υπαίθριο χώρο του ακινήτου'' και επιπλέον ότι, ''βρισκόταν μπροστά στο πρατήριο, πλην, όμως, στα όρια της παράπλευρης οδού''.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς οι επικαλούμενες παραδοχές του Δικαστηρίου ως προς τη θέση του πυλώνα στο οικόπεδο, όπου το ασφαλισμένο πρατήριο, σχετίζονται απλώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του περί εξαίρεσης του πυλώνα από την ασφαλιστική κάλυψη, ως αντικειμένου που βρίσκεται εκτός εστεγασμένου χώρου και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.
Και τούτο διότι κρίσιμο ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση για την ασφαλιστική κάλυψη ή εξαίρεση του πυλώνα από αυτή, είναι η θέση του σε εστεγασμένο ή μη χώρο του οικοπέδου, όπου το πρατήριο, και όχι ο ακριβής προσδιορισμός της θέσης αυτού στο οικόπεδο. Εξάλλου, από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν προκύπτει αντίφαση αναφορικά με το ζήτημα αυτό της εξαίρεσης του πυλώνα από την ασφαλιστική κάλυψη, λόγω της θέσης του σε μη εστεγασμένο χώρο, ενώ ο επακριβής προσδιορισμός της θέσης του πυλώνα στο οικόπεδο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης, ουδεμία ασκεί επιρροή.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο για τη θεμελίωση της επικαλούμενης εξαίρεσης της αναιρεσείουσας από τη ασφαλιστική κάλυψη, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον αναφέρονται όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά υπαγωγής στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 1078/2015).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 691/2017, ΑΠ 188/2017), όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007).
O ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 1160/2017, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προυπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 532/2016, ΑΠ 105/2011).
Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν. Για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1139/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της έφεσής της (σελ. 9), ως προς το γεγονός ότι, ''ο πυλώνας βρισκόταν σε στεγασμένο χώρο του πρατηρίου, κάτω από μεταλλικό στέγαστρο'', που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης για την παραδοχή της ένδικης αγωγής της, την οποία (ομολογία) είχε επικαλεσθεί η ίδια (αναιρεσείουσα) με τις προτάσεις της (σελ. 5 αυτών) ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι η τελευταία διέλαβε σ' αυτή, στη σελ. 9, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, και τα εξής: ''εάν η εκκαλουμένη ανέλυε το σύνολο των όρων που περιέχονται στην ασφαλιστική σύμβαση θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συμφωνία που κάνει λόγο για κάλυψη ΚΤΙΡΙΟΥ και ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ (του κτιρίου) από θύελλα, καταιγίδα, πλημμύρα και επιπλέον ρητά αναφέρει ότι από την παραπάνω κάλυψη εξαιρούνται αντικείμενα εκτός εστεγασμένου χώρου (ΚΤΙΡΙΟ), σαφώς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν καταλαμβάνεται από την κάλυψη ο πυλώνας τιμών του πρατηρίου, ο οποίος είναι τοποθετημένος σε υπαίθριο χώρο του οικοπέδου, έστω και αν βρίσκεται κάτω από μεταλλικό στέγαστρο''.
Όμως, από την πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενη περικοπή της έφεσης της αναιρεσιβλήτου, δεν συνάγεται δικαστική ομολογία αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, αναφορικά με τη θέση του πυλώνα ''σε εστεγασμένο χώρο'' και επομένως καλυπτόμενο από την ασφαλιστική σύμβαση, αλλά, αντιθέτως, προκύπτει ότι οι περικοπές αυτές, διαλαμβανόμενες στο δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο αυτή παραπονέθηκε για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του καταλυτικού ισχυρισμού της, περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του πυλώνα του πρατηρίου της αναιρεσείουσας, ως αντικειμένου που βρίσκεται εκτός εστεγασμένου χώρου, συνιστούν στο σύνολό τους άρνηση των ισχυρισμών της ενάγουσας, περί της θέσης του πυλώνα κάτωθι στεγάστρου, με διατύπωση κρίσεων και επιχειρημάτων, οι οποίοι δεν περιέχουν επιζήμια γι' αυτή γεγονότα.
Τούτο προκύπτει, ιδιαίτερα, από τις φράσεις ότι, ''από την παραπάνω κάλυψη εξαιρούνται αντικείμενα εκτός εστεγασμένου χώρου (ΚΤΙΡΙΟ)'' και ότι, "ο πυλώνας βρίσκεται σε υπαίθριο χώρο του οικοπέδου", από τις οποίες προκύπτει σαφής πρόθεση μη αναγνώρισης επιζήμιου για την ίδια περιστατικού, περί θέσης του πυλώνα σε εστεγασμένο χώρο και άρα μη εξαίρεσής του από την ασφαλιστική κάλυψη.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου της δικαστικής ομολογίας, που, όπως ορθά εκτιμάται, ιδρύει την εκ του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι και εκείνη εκ του αριθμού 12, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα οι τεχνικές εκθέσεις ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, η τυχόν δε παραμόρφωση του περιεχομένου τους, δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 982/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 936/2014, ΑΠ 106/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009), ενώ ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 15/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε προσκομίσει ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτός, όμως, είχε επικαλεσθεί νομίμως τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τον αντίδικό του και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 587/2020, ΑΠ 140/2015, ΑΠ 1373/2015).
Τέλος, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 631/2020, ΑΠ 580/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έγγραφης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της επιληφθείσας εταιρίας, "...", που ορίστηκε από την αναιρεσίβλητη, με την παράλειψη ανάγνωσης επωφελούς για την ίδια (αναιρεσείουσα) περικοπής του περιεχομένου της, όπου διαλαμβάνεται, ότι ο πυλώνας τιμών βρισκόταν σε στεγασμένο χώρο, στην οποία (έκθεση) η ίδια αναφέρθηκε με τις προτάσεις της στο Εφετείο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου της να ιδρύει τον από το άρθρο αυτό λόγο αναίρεσης.
Ακολούθως, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της την ίδια όπως έγγραφη έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας, "...", καθώς, παρά την αναφορά της, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, δεν καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε το περιεχόμενό της, δεδομένου ότι ήχθη σε αντίθετο πόρισμα από την ουσιώδη διάγνωση της έκθεσης αυτής, ότι ο πυλώνας τιμών βρισκόταν σε στεγασμένο χώρο.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι είναι αντιφατικός έναντι του άνω πέμπτου λόγου αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του), με τον οποίο προβάλλεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παραμόρφωσης από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, του ίδιου αμέσως πιο πάνω εγγράφου.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, καθώς από τη ρητή αναφορά της έκθεσης αυτής στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, ως προς την εκτίμηση της έκθεσης αυτής, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την προαναφερθείσα έκθεση.
Κατ' ακολουθία, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2018 (αριθμ. καταθ. 322/21-11-2018) αίτηση αναίρεσης της 2002/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ