Legislator Case Law & Legislation
422/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because all substantive arguments are merely redundant justifications for the lower court's decision.

Case Number 422/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by M. S. and his wife against the Court of First Instance of Piraeus. The appellants argued that the lower court violated substantive laws regarding ownership, prescription, and demolition authority, claiming the court erred in finding the house illegal and infringing on their rights to the foreshore. The court ruled that these arguments were inadmissible because they constituted redundant justifications for the lower court's decision, which was already sufficiently supported by its own reasoning regarding the appellants' personality rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 559(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal as inadmissible if the grounds raised are merely redundant justifications for the appealed decision, lacking independent legal merit.

Keywords

AI generated
redundant justifications inadmissible appeal Code of Civil Procedure redundant grounds personality rights foreshore access demolition authority

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 422 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 422/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Σ. του Κ. , 2) Α. συζύγου Μ. Σ. , κατοίκων …, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωρίου Δουβαρά και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ. του Ι. , κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Γιαννάτου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Γ. του Γ. η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Ι. Γ. του Γ. , κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2535/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 15-03-2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1502/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 50/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 453/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος και πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από την υπ' αριθμ. ... / 11-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ιωάννη Γ.

Πάπαρη, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο και πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των αρθρ. 576 παρ. 2 σε συνδ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης παρά την απουσία αυτής.

[ΙΙ] Στην υπό κρίση υπόθεση, η διαδικαστική πορεία αυτής έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 10-10-2003 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων. Επί της αγωγής αυτής, το ανωτέρω δικαστήριο εξέδωσε την με αριθ. 2523/2008 οριστική απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατ' αυτής της απόφασης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, την από 23-02-2009 έφεση και τους από 16-08-2010 προσθέτους λόγους αυτής, αιτούμενοι την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή τους. Επί της έφεσης και των προσθέτων λόγων, το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την με αριθ. 50/2011 απόφασή του, με την οποία εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, την από 15-03-2011 αίτηση και τους από 03-02-2012 προσθέτους λόγους για αναίρεσή της. Ο Άρειος Πάγος (Α1 Πολιτικό Τμήμα) με την με αριθ. 1502/2014 απόφασή του, κατά παραδοχή του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 11(γ) ΚΠολΔ, επειδή δεν καθίστατο απολύτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα), αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δικαστήριο (Εφετείο Πειραιώς), συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.

Το Εφετείο Πειραιώς, επιληφθέν της υπόθεσης, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλόμενη απόφαση (453/2016), με την οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να άρουν την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων με την ολοκληρωτική κατεδάφιση του περιγραφόμενου σ' αυτή οικίσκου με τον αυλόγυρο και το τοιχείο περίφραξης.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν την από 18-10-2018 κρινόμενη αίτησή τους, με την οποία ζητούν την αναίρεσή της. Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[ΙΙΙ] Κατά το άρθρο 967 ΑΚ, μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940, που εφαρμόζεται διαχρονικώς στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ. και 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων".

Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα.

Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.

Ο αιγιαλός, ως κοινής χρήσεως πράγμα που ανήκει στο Δημόσιο (ΑΚ 968), είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας, εκτός αν, λόγω προσχώσεων στην ακτή ή υποχώρησης του αιγιαλού στη θάλασσα, απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, γιατί έπαυσε ο για την κοινή χρήση προορισμός του, οπότε εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (ΟλΑΠ 75/1987).

Εξάλλου, με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Με τη χρήση αυτή δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί του κοινοχρήστου, αλλά ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του χρήστη, το οποίο προσβάλλεται σε περίπτωση παρεμποδίσεως της εν λόγω χρήσεως, και είναι προστατευτέο από τη διάταξη του άρθρου 57 εδ. α του ΑΚ, κατά το οποίο "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναλειφθεί στο μέλλον".

[ΙV] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολομ.ΑΠ 7/2006,ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1584/2011).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004 ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται, ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).

[V] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα:

«| Δυνάμει του υπ' αριθ. ... /31-7-2002 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας - Μπένου Οικονόμου νομίμως μεταγραφέντος ... οι ενάγοντες απέκτησαν ως εργολαβικόν αντάλλαγμα από τους οικοπεδούχους Δ. Α. Κ. και Γ. Α. Κ. κατά πλήρη κυριότητα (επιμεριζομένη κατά ποσοστόν 70% εις τον πρώτον ενάγοντα πατέρα και κατά ποσοστά 15% και 15% εις την δευτέρα ενάγουσα θυγατέρα και τον τρίτον ενάγοντα υιόν) το υπό στοιχεία "... " διεπίπεδο διαμέρισμα του "κτιρίου Ι" του συγκροτήματος II" (υπό την ονομασίαν "... "), το οποίον αποτελείται ...

και κείται επί οικοπέδου, το οποίον ευρίσκεται στην θέση "... " εντός του συνεκτικού τμήματος του οικισμού ... της κτηματικής περιφερείας της πρώην κοινότητος ... και ήδη δήμου -... (τέως δήμου ... ), και συνορεύει βορείως βάσει του πρώτου εκ των ως άνω τοπογραφικών διαγραμμάτων επί πλευράς μήκους 14,20 μέτρων (βορειοανατολικούς επί πλευράς μήκους 14,18 μέτρων κατά το δεύτερο διάγραμμα) μετά παλαιάς εθνικής οδού Κορίνθου - Πατρών, ανατολικώς βάσει του πρώτου εκ των ως άνω τοπογραφικών διαγραμμάτων επί πλευράς μήκους 44,12 μέτρων (νοτιοανατολικώς επί πλευράς μήκους 44,11 μέτρων κατά το δεύτερο διάγραμμα) μετά ιδιοκτησίας Σ.

Γ. , δυτικώς βάσει του πρώτου εκ των ως άνω τοπογραφικών διαγραμμάτων επί πλευράς μήκους 43,81 μέτρων (βορειοδυτικώς επί πλευράς μήκους 43,74 μέτρων κατά το δεύτερο διάγραμμα) μετά ιδιοκτησίας Μ. Σ. και Α. συζύγου Μ. Σ. το γένος Κ. και Ε. Μ. ) και νοτίως βάσει του πρώτου εκ των ως άνω τοπογραφικών διαγραμμάτων επί πλευράς μήκους 15,87 (νοτιοδυτικώς επί πλευράς μήκους 15,75 μέτρων κατά το δεύτερο διάγραμμα) μετά ιδιοκτησίας Σ. (και ήδη Αι.) Κ..

Από την άλλη πλευρά δυνάμει του υπ' αριθ. … /24-9-1983 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Δημητρίου Πανούση νομίμως μεταγραφέντος ... οι εναγόμενοι απέκτησαν εξ αγοράς από τους αποκλειστικούς (συγ)κυρίους την κυριότητα ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού ισογείου οικίας (επιφανείας 59,40 μ²), το οποίον ευρίσκεται εις θέσιν "... " της κτηματικής περιφερείας της πρώην κοινότητος ... , έχει επιφάνειαν 692 μ²,...και συνώρευε (βάσει της περιγραφής του χρόνου συντάξεως του ως άνω τίτλου κτήσεως) βορείως επί πλευράς μήκους 14,25 μέτρων μετά παλαιάς εθνικής οδού Κορίνθου - Πατρών (πλάτους 13 μέτρων), νοτίως επί πλευράς μήκους 16,10 μέτρων μετά ιδιοκτησίας Β.

Κ. , ανατολικώς επί πλευράς μήκους 43,70 μέτρων μετά ιδιοκτησίας Π. Κ. (ήδη εναγόντων) και δυτικώς επί πλευρών προσόψεως μήκους 13 μέτρων και 30,40 μέτρων μετά κοινοτικής οδού πλάτους τριών μέτρων και πέραν αυτής μετά ιδιοκτησίας Β. Ρ. . Ήτοι, αμφότερα τα προπεριγραφέντα όμορα ακίνητα ... έχουν ως βόρειον όριον την πάλαιαν εθνικήν οδόν Κορίνθου - Πατρών, η οποία παρεμβάλλεται μεταξύ αυτών και της βορειότερον κειμένης θαλάσσης.

Το ως άνω ακίνητο των εναγομένων είχε περιέλθει στους προαναφερθέντες αμέσους δικαιοπαρόχους αυτών εκ κληρονομιάς του εν έτει 1980 αδιαθέτως αποβιώσαντος Η. Κ. του Γ. , οι οποίοι απεδέχθησαν την προς αυτούς επαχθείσαν εξ αδιαθέτου κληρονομίαν δυνάμει των υπ' αριθ... . Εις τον υπό των πωλητών κληρονομηθέντα Η.

Γ. Κ. τούτο είχε περιέλθει εκ παραχωρήσεως παρά του πατρός του Γ. Κ. του Δ. δυνάμει του υπ' αριθ. ... /1966 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Γεωργίου Φελούκα νομίμως μεταγραφέντος ... . Ειδικώτερον, δια του αμέσως ως άνω συμβολαίου περιγράφεται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Γ. Κ. του Δ. είχε στην κυριότητα του ένα αγρό (μείζον ακίνητο) επιφανείας 2.000 μ² (εις θέσιν ...

της κοινότητος ... ), ο οποίος συνώρευε ανατολικώς μετά ιδιοκτησίας Ε. Κ. , δυτικώς μετά ιδιοκτησίας Β. Β. , νοτίως μετά ιδιοκτησίας κληρονόμων Κων. Καραβά και βορείως μετά δημοσίας οδού Αθηνών - Πατρών και μετά θαλάσσης και ότι αντικείμενον της μεταβιβάσεως ετύγχανε το εν τρίτον του αγρού το κείμενο προς το δυτικό μέρος του μείζονος ακινήτου, το οποίον συνορεύει αρκτικώς μετά δημοσίας οδού Αθηνών -Πατρών, μεσημβρινώς μετά ιδιοκτησίας κληρονόμων Κ.

Κ. , δυτικώς μετά ιδιοκτησίας Β. Ρ. και ανατολικώς μετά υπολοίπου ιδιοκτησίας του παραχωρητού. Ήτοι, από την ως άνω περιγραφή συνάγεται αβιάστως ότι, αν και το μείζον ακίνητον (επιφανείας 2.000 μ² περίπου) συνώρευε βορείως μετά δημοσίας οδού (παλαιάς εθνικής οδού) Κορίνθου - Πατρών και θαλάσσης, το εξ αυτού μεταβιβασθέν δυτικό εδαφικό τμήμα επιφανείας ίσης προς το εν τρίτον του όλου ακινήτου συνώρευε αρκτικώς μόνον μετά δημοσίας οδού Κορίνθου - Πατρών και ουχί και μετά θαλάσσης.

Όμως κατά την αυτήν ημέραν συντάξεως του προαναφερθέντος αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (... /24-9-1983) περί αποκτήσεως από τους εναγομένους του προπεριγραφέντος ακινήτου (δυτικώς ομόρου προς το αντίστοιχο των εναγόντων και νοτίως ομόρου της παλαιάς εθνικής οδού) συνετάγη ενώπιον του ιδίου Συμβολαιογράφου (Δημητρίου Πανούση) το υπ' αριθ. ... /24-9-1983 ειδικό πληρεξούσιο, δια του οποίου οι εκ των πωλητών του κατά την αυτήν ημέραν προηγηθέντος αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ....

κατέστησαν ειδικούς πληρεξουσίους αυτών τους εναγομένους, ούτως ώστε αφ' ενός να αποδεχθούν από κοινού ή κεχωρισμένως έκαστος δια λογαριασμόν των εντολέων αυτών ως κληρονομιαίον στοιχείον της προς αυτούς επαχθείσης κληρονομιάς του εν έτει 1980 εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος κληρονομουμένου Η. Κ. του Γ. ένα οικίσκο μετά του οιικοτόπου αυτού κειμένου εις θέσιν "... " της κτηματικής περιφερείας της τότε κοινότητος ... , έχοντος εμβαδόν 30 μ² περίπου και οριζομένου γύρωθεν (νοτίως) από την (παλαιά) εθνική οδό Κορίνθου - Πατρών, (βορείως) από την θάλασσα και (ανατολικώς και δυτικώς) κατά την αναφορά του συμβολαίου από αγνώστους ιδιοκτήτες και αφ' ετέρου να πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν προς εαυτούς (ακόμη και δια αυτοσυμβάσεως) ή προς τρίτους την κυριότητα του προπεριγραφέντος οικίσκου (δια πιστώσεως ή μη του τιμήματος).

Από την ως άνω περιγραφή της θέσεως του οικίσκου (μετά του οικοτόπου αυτού) καταδεικνύεται ότι ούτος (οικίσκος μετά του οικοτόπου) εν αντιθέσει, προς τα προπεριγραφέντα όμορα ακίνητα των αντιδίκων δεν ευρίσκεται νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού Κορίνθου- Πατρών αλλά βορείως ταύτης, ούτως ώστε να συνορεύει κατά την βορείαν πλευράν του μετά της θαλάσσης, όπως άλλωστε έχει αποτυπωθεί τόσο δια του από Σεπτεμβρίου 1983 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Κ.

Π. (του συνημμένου στο υπ' αριθ. ... /1983 τίτλο κτήσεως των εναγομένων επί του νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού κειμένου ακινήτου αυτών) όσον και δια του από Ιουλίου 2005 τοπογραφικού σκαριφήματος του εκπονηθέντος υπό του πρώτου ενάγοντος ως εκ της ιδιότητος, αυτού ως πολιτικού μηχανικού. Συνακολούθως καταδεικνύεται ότι ο επίδικος οικίσκος μετά του οικοτόπου αυτού δεν συμπεριελαμβάνετο στον απώτερον τίτλον κτήσεως (υπ' αριθ. ... / 1966 συμβόλαιο), δια του οποίου ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Η.

Γ. Κ. είχε αποκτήσει την κυριότητα του νοτίως της εθνικής οδού κειμένου μη επιδίκου ακινήτου κατόπιν μεταβιβάσεως τούτου προς αυτόν από τον πατέρα εκείνου Γ. Δ. Κ. . Δια τούτο ο επίδικος οικίσκος (και ο οικότοπος αυτού) δεν ηδύνατο να συμπεριληφθεί και ωσαύτως δεν συμπεριελήφθη στον επακολουθήσαντα τίτλο κτήσεως των εναγομένων (υπ' αριθ. ... /24-9-1983 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), δια του οποίου οι ως άνω διάδικοι απέκτησαν δια αγοράς από τους προαναφερόμενους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του κληρονομουμένου Η.

Κ. του Γ. κατά κυριότητα το νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού Κορίνθου - Πατρών κείμενο ακίνητο επιφανείας 692 μ² ως αναμφισβήτητο στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του ως άνω θανόντος απωτέρου δικαιοπαρόχου των πωλητών. Μάλιστα ο επίδικος οικίσκος ουδέποτε υπήρξε κατά δικαίωμα κυριότητος στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του ως άνω διαθέτου.

Δια τον λόγον αυτόν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγομένων (πωλητές του νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού μη αμφισβητουμένου ακινήτου) δια των υπ' αριθ. ... πράξεων αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γεωργίου Φελούκα [μεταγεγραμμένων...], στις οποίες γίνεται αναφορά εντός του περιεχομένου του υπ' αριθ. ... /24-9-1983 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (τίτλου κτήσεως των εναγομένων επί του νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού μη αμφισβητουμένου ακινήτου επιφανείας 692 μ²), απεδέχθησαν ως στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας του υπ' αυτών εξ αδιαθέτου κληρονομηθέντος Η.

Κ. του Γ. μόνον το εν συνεχεία υπ' αυτών προς τους εναγομένους πωληθέν ως άνω μη αμφισβητούμενον ακίνητον (επιφανείας 692 μ²) νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού και ουχί και τον βορείως της αυτής παλαιάς εθνικής οδού επίδικον οικίσκο μετά του οικοτόπου αυτού. Η κρίση αυτή (περί μη υπάρξεως δικαιώματος κυριότητος του κληρονομηθέντος Η.

Κ. του Γ. επί του προαναφερομένου οικίσκου μέχρι του εν έτει 1980 επισυμβάντος θανάτου αυτού) ενισχύεται και εκ του ότι την 24η Σεπτεμβρίου 1983 (ημέραν πωλήσεως και μεταβιβάσεως προς τους εναγομένους από τους αμέσους δικαιοπαρόχους αυτών του νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού μη αμφισβητουμένου ακινήτου επιφανείας 692 μ²), οι προαναφερθέντες πωλητές και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αδιαφιλονίκητου ιδιοκτήτου του ως άνω ακινήτου Η.

Κ. , οι οποίοι είχαν αποδεχθεί κληρονομικώς σε προγενέστερο χρόνο το κατά την ως άνω ημέρα μεταβιβασθέν προς τους εναγομένους μη επίδικο ακίνητο, απέφυγαν να αποδεχθούν (έστω εκ των υστέρων) κατ' εκείνην την ημέραν και να συμμεταβιβάσουν κατά κυριότητα προς τους εναγομένους (δια του προαναφερθέντος παραγώγου τρόπου) ομού μετά του νοτίως της εθνικής οδού μη επιδίκου ακινήτου (επιφανείας 692 μ²) και τον βορείως της παλαιάς εθνικής οδού κείμενον και υπό της θαλάσσης βρεχόμενον οικίσκον (επιφανείας 30 μ² περίπου) μετά του οικοτόπου αυτού είτε ως εμπίπτοντα στον προγενέστερο συμβολαιογραφικό τίτλο κτήσεως του νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού μη αμφισβητουμένου ακινήτου είτε ως τυχόν περιελθόντα εις τον υπ' αυτών κληρονομηθέντα Η.

Γ. Κ. δια πρωτοτύπου τρόπου (εκτάκτου χρησικτησίας). Αντιθέτως, κατά την αυτήν ημέρα συντάξεως του πωλητηρίου μεταβιβαστικού συμβολαίου εν σχέσει προς το νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού μη επίδικο ακίνητο επεχειρήθη εν τοις πράγμασι η μεταβίβαση (παράδοση) της κατοχής του βορείως της παλαιάς εθνικής οδού κειμένου οικίσκου προς τους εναγομένους υπό την νομική μορφή του (προρρηθέντος) συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου (υπ' αριθ. ... /24-9-1983), εντός του πλαισίου της ισχύος του οποίου (πληρεξουσίου συμβολαίου) οι εναγόμενοι έκτοτε κατέχουν τον προπεριγραφέντα οικίσκο και δια των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων προτάσεων της ενδίκου διαφοράς επιχειρούν να προβάλουν θεμελίωση δικαιώματος κυριότητος επ' αυτού δια πρωτοτύπου τρόπου, δίχως, όμως, επί εικοσαετία και πλέον από τον χρόνο συντάξεως του πληρεξουσίου (24η Σεπτεμβρίου 1983) έως και τον χρόνο πρωτοβαθμίου συζητήσεως της υποθέσεως (21η Νοεμβρίου 2007) και επί τριακονταετία και πλέον μέχρι της παρούσης συζητήσεως της εφέσεως (21ης Μαΐου 2015) να έχουν υλοποιήσει την δια του πληρεξουσίου δοθείσα εις αυτούς εντολήν προς κληρονομική αποδοχή δικαιώματος κυριότητος επί του οικίσκου δια λογαριασμόν των προαναφερομένων εντολέων αυτών ως περιουσιακού στοιχείου της κληρονομιαίας περιουσίας του υπό των εντολέων εξ αδιαθέτου κληρονομηθέντος Η.

Κ. του Γ. και προς περαιτέρω μεταβίβαση τούτου εις εαυτούς ή τρίτους. Μάλιστα, ενώ το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο εν σχέσει προς τον βορείως της παλαιάς εθνικής οδού κείμενον οικίσκο συνετάγη αυθημερόν αμέσως μετά την σύνταξη από τον ίδιο Συμβολαιογράφου του πωλητηρίου συμβολαίου εν σχέσει προς το νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού μη επίδικο ακίνητο, εν τούτοις κατά την επακολουθήσασα σύνταξη του πληρεξουσίου συμβολαίου δεν συνεβλήθησαν ως εντολείς άπαντες οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρονομουμένου Η.

Κ. του Γ. , οι οποίοι είχαν προηγουμένως συμβληθεί ως πωλητές κατά την σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, αλλά οι εξ αυτών Σ. (Γ. και Σ.) Κ. , Α. σύζυγος Ι. Τ. ( το γένος Γ. και Σ. Κ.), Σ. Α. Κ. και Β. Α. Κ. , εκ των οποίων ο πρώτος και η δευτέρα, ως μόνιμοι κάτοικοι ΗΠΑ, είχαν αντιπροσωπευθεί κατά την σύνταξη του προηγηθέντος πωλητηρίου συμβολαίου υπό της πληρεξούσιας αδελφής αυτών Β.

χήρας Ε. Τ. , και η τρίτη και η τετάρτη, οι οποίες, ως τότε ανήλικες, είχαν εκπροσωπηθεί κατά την σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου υπό της μητρός αυτών Π. χήρας Α. Κ. , δεν συνεβλήθησαν κατά την σύνταξη του επακολουθήσαντος πληρεξουσίου συμβολαίου, παρά το γεγονός ότι ο ως άνω οικίσκος ανεγράφη δια του πληρεξουσίου ότι ετύγχανε περιουσιακό στοιχείο της κληρονομιάς του ως άνω κληρονομηθέντος Η.

Κ. του Γ. , εξ ου ενισχύεται έτι πλέον η κρίση ότι ο συγκεκριμένος, οικίσκος δεν συμπεριελαμβάνετο κατά δικαίωμα κυριότητος στην κληρονομιαία περιουσία του ως άνω θανόντος, λαμβανομένου μάλιστα επιπροσθέτως υπ' όψιν ότι δια του πληρεξουσίου συμβολαίου απλώς αναγράφεται και υπογράφεται (ουχί, όμως, όπως ανεφέρθη, υπό όλων των κληρονόμων) ότι ο αποβιώσας Η.

Κ. ήτο κύριος του επιδίκου, δίχως, όμως, να προσδιορίζεται, όπως αντιθέτως έγινε δια του προηγηθέντος πωλητηρίου συμβολαίου εν σχέσει προς το μη αμφισβητούμενο ακίνητο, ο τρόπος κτήσεως της τοιαύτης κυριότητος επί του οικίσκου (δια παραγώγου ή πρωτοτύπου τρόπου και ποίου). Ο πρωτοβαθμίως εξετασθείς μάρτυς των εναγομένων κατέθεσεν ότι στην θέση του οικίσκου υπήρχε ένα καλύβι και χωράφι, εντός του οποίου έσπερναν βίκο, ότι μεταξύ των ετών 1958 και 1960, ο ίδιος κατά την παιδική ηλικία του ενθυμείται το καλύβι κατά τις μεταβάσεις στο εγγύς ευρισκόμενο κτήμα του πατρός του και ότι έμαθε από τον πατέρα του και από τον «μπάρμπα Β.

Ρ. » ότι το καλύβι υπήρχε εκεί από το έτος 1950 έως 1951. 'Ομως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1733 /25-11-1965 απόφαση και πρακτικά του Δικαστηρίου των εν Κορίνθω Πλημμελειοδικών επί ποινικής κατηγορίας κατά του Η. Κ. δια παράβαση του άρθρου 23 ΑΝ 1539 /1938 (περί αυτογνώμονος καταλήψεως δημοσίου κτίσματος λόγω της ανεγέρσεως του επιδίκου οικίσκου), ο τότε εξετασθείς μάρτυς κατηγορίας Β.

Γ. Ρ. κατέθεσεν ότι μεταξύ του δρόμου και της θαλάσσης υπάρχει "μία λωριδίτσα" οκτώ έως δέκα μέτρων, ότι αυτή είναι αιγιαλός, ότι το συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα εσπέρνετο με κριθάρι από τον πατέρα του κατηγορουμένου (εξαιρέσει της τελευταίας πενταετίας ή επταετίας προ της ενόρκου εξετάσεως του μάρτυρος) και ότι κατά τις τελευταίες εκλογές ο κατηγορούμενος (Η.

Γ. Κ. ) έκτισε τον επίδικο οικίσκο, ενώ ο ίδιος ο ως άνω κατηγορούμενος απηλογήθη ότι ο τότε πρόεδρος της κοινότητος επέτρεψε εις αυτόν να ανεγείρει τον οικίσκο και εν συνεχεία "του κήρυξε τον πόλεμο". Λαμβανομένου δε υπ' όψιν ότι, όπως είναι γνωστόν τοις πάσιν (άρθρον 336§1 ΚΠολΔ), τελευταίες εκλογές προ της συντελέσεως της δίκης εκείνης κατά την δικάσιμον της 25ης Νοεμβρίου 1965 ήσαν οι βουλευτικές εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964 και οι δημοτικές και κοινοτικές εκλογές της 5ης Ιουλίου 1964, καταδεικνύεται βάσει της ενόρκου εξετάσεως του τότε μάρτυρος κατηγορίας ότι ο προπεριγραφείς οικίσκος ανηγέρθη (στην θέση του μετά το έτος 1952 ανεγερθέντος καλυβίου) από τον Η.

Γ. Κ. ολίγον χρόνον προ των ως άνω εκλογών και ειδικώτερον ουχί ενωρίτερον του έτους 1964. Από δε του χρόνου ανεγέρσεως του ως άνω οικίσκου (εντός του έτους 1964) έως του χρόνου θανάτου του ανεγείραντος τον οικίσκον Η. Κ. (εντός του έτους 1980) αλλά και έως του χρόνου συντάξεως του ως άνω πληρεξουσίου (εντός του έτους 1983) δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία, η οποία τυγχάνει εις πάσαν περίπτωσιν απαραίτητος δια την θεμελίωση πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητος δι' εκτάκτου χρησικτησίας, όταν η νομή ασκείται επί πράγματος δεκτικού χρησικτησίας (οι προγενέστερες πράξεις ανεγέρσεως του προχείρου καλυβίου και σποράς καταδεικνύουν χρήση του εδαφικού τμήματος μεταγενέστερος εδράσεως του οικίσκου από τον πατέρα του Η.

Κ. ως χωραφίου αλλά δεν είναι πρόσφορες άνευ άλλου τινός προς παράλληλη απόδειξη διανοίας χρησιδεσπόσεως επί του συγκεκριμένου εδαφικού τεμαχίου). Τούτο άλλωστε καταδεικνύεται και εκ του ότι, ενώ οι εντός του πληρεξουσίου συμβληθέντες εντολείς διετείνοντο ότι είχαν κληρονομήσει δικαίωμα κυριότητος από τον κληρονομούμενο Η.

Κ. επί του ως άνω οικίσκου, εν τούτοις δεν ετόλμησαν να μεταβιβάσουν δικαίωμα κυριότητος προς τους εναγομένους επ' αυτού. Ο οικίσκος και ο πέριξ οικότοπος αυτού, όπως συνομολογείται δια της δευτέρας σελίδας των δευτεροβαθμίων προτάσεων των εναγομένων (εφεσίβλητων), εβρέχετο και βρέχεται από τις μέγιστες συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της θαλάσσης, δηλαδή ευρίσκεται εντός του αιγιαλού τόσον κατά τον χρόνον συζητήσεως της αγωγής όσον και τον αντίστοιχο της εφέσεως.

Τούτο, άλλωστε, καθίσταται εμφανές δια της επισκοπήσεως των εκ μέρους των εκκαλούντων μετά νομίμου επικλήσεως υπό στοιχεία "6β,γ,δ,ε,στ,ζ&η" προσκομιζομένων φωτογραφιών, δια των οποίων έχει απεικονισθεί η έδραση της σκυροδεματίνου βάσεως του οικίσκου επί του βοτσαλωτού της ακτής και η ανάβαση των κυμάτων της θαλάσσης έως του επιπέδου του οικίσκου.

Μάλιστα από την πρόσκρουση και κατάκλυση του οικίσκου από τα χειμέρια κύματα προκαλούνται τακτικώς φθορές επί του οικίσκου, προς αποτροπήν των οποίων οι εναγόμενοι προβαίνουν σε κατασκευή προστατευτικών έργων, όπως ρίψη ογκολίθων επί της θαλάσσης προς μείωση της δυνάμεως των κυμάτων. Επίσης, έχουν προβεί σταδιακώς στην κατασκευή τεχνητής περιφράξεως προς την πλευρά της παλαιάς εθνικής οδού και στην τοποθέτηση οπτοπλίνθων επί των πλαγίων (ανατολικής και δυτικής) πλευρών του οικοτόπου του οικίσκου.

Επί τη βάσει της υπ' αριθ. πρωτ. ... /20-7-2005 εγγράφου καταγγελίας του πρώτου ενάγοντος προς το Πολεοδομικό Γραφείο Ξυλοκάστρου συνετάγη και επεδόθη στον πρώτον εναγόμενο η υπ' αριθ. πρωτ. ... / 30-1-2007 έκθεση αυτοψίας της υπαλλήλου του Πολεοδομικού Γραφείου ... Κ. Κ. , δια της οποίας εχαρακτηρίσθη ως νέο αυθαίρετον κτίσμα ο προπεριγραφείς οικίσκος (κτίσμα εμβαδού 16,65 μ² και δύο στέγαστρα εμβαδού 8,88 μ² και 10,80 μ²) και διετάχθη η κατεδάφισή του.

Κατά της ως άνω εκθέσεως αυτοψίας ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσεν την υπ' αριθ. πρωτ. 849 /1-3-2007 ένσταση προς την Πολεοδομική Υπηρεσία Ξυλοκάστρου, ισχυρισθείς ότι ο επίδικος οικίσκος προϋπήρχε του έτους 1955, ότι έγιναν επ' αυτού ορισμένες επισκευαστικές εργασίες εντός του έτους 1964 και ότι έχει ηλεκτροδοτηθεί από του έτους 1966.

Αναβληθείσης της συζητήσεως της ως άνω ενστάσεως δια προσκομιδήν επιπρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων περί του αληθούς χρόνου ανεγέρσεως του οικίσκου, εν συνεχεία εγνωστοποιήθη δια του υπ' αριθ. πρωτ. ... -10-2012 εγγράφου της Υπηρεσίας Δομήσεως του δήμου ... - ... ότι είχε ήδη καταργηθεί η Επιτροπή Κρίσεως Ενστάσεων Αυθαιρέτων του ως άνω Δήμου και ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος άσκησε την υπ' αριθ.

πρωτ. ... /5-11-2012 προσφυγή προς το Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.) της Περιφερειακής Ενότητος Κορινθίας της Περιφερείας Πελοποννήσου. Επί της προσφυγής υπεβλήθη προς το ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. Περιφερειακής Ενότητος Κορινθίας η υπ' αριθ. πρωτ. ... /19-11-2013 έγγραφη εισήγηση του Ι. Μ. (πολιτικού μηχανικού και υπαλλήλου της Υπηρεσίας Δομήσεως της Διευθύνσεως Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας του Δήμου ... - ... ), δια της οποίας εξετιμήθη ότι ο οικίσκος και τα δύο στέγαστρα αυτού υφίστανται από του έτους 1960 και είναι ενδεχόμενον να προϋφίστανται του έτους 1955 και προετάθη να γίνει δεκτόν ότι ταύτα προϋφίστανται του έτους 1955, εφ' όσον δεν προκύπτει το αντίθετο υπό εμπεριστατωμένων άλλων στοιχείων.

Δια τον σχηματισμόν της τοιαύτης απόψεως της ως άνω εισηγήσεως ελήφθησαν υπ' όψιν η από Δεκεμβρίου 2011 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου - περιβαλλοντολόγου Γ. Κ. (δια της οποίας εξετιμήθη ότι βάσει της παρατηρήσεως των υπ' αριθ. ... & ... έτους 1945 και υπ' αριθ. ... έτους 1960 στερεοσκοπικών ζευγών αεροφωτογραφιών ο οικίσκος έχει κτισθεί κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1945 και 1960 και ότι κατά τους αντιστοίχους χρόνους λήψεως των ως άνω αεροφωτογραφιών ο οικίσκος απείχε περί τα δέκα τρία μέτρα από της θαλάσσης) και η υπ' αριθ. 78/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξυλοκάστρου (δια της οποίας ο πρώτος εναγόμενος εκηρύχθη αθώος της κατηγορίας δια ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος κατά παράβασιν του άρθρου 17§1 Ν. 1337/ 1983, η οποία είχε απαγγελθεί κατ' αυτού επί τη βάσει της υπ' αριθ.

πρωτ. ... /30-1-2007 εκθέσεως αυτοψίας της προαναφερθείσης υπαλλήλου του Πολεοδομικού Γραφείου ... ). Ακολούθως εξεδόθη η υπ' αριθ. 16/2013 απόφαση του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. Περιφερειακής Ενότητος Κορινθίας, δια της οποίας έγινε ομοφώνως δεκτή η ως άνω εισήγηση. Επίσης, δια της υπ' αριθ. 502 /3-3-2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου ο πρώτος εναγόμενος εκηρύχθη αθώος της κατηγορίας δια μεταβολή αιγιαλού του άρθρου 29§1 Ν. 2971/ 2001, η οποία είχε απαγγελθεί κατ' αυτού επί τη βάσει της από 23-10-2009 εκθέσεως αυτοψίας Δ.

Ι. και Σ. Τ. (υπαλλήλων της κτηματικής Υπηρεσίας νομού Κορινθίας). Όμως, όπως προανεφέρθη και προκύπτει από τα υπ' αριθ. 1733 /25-11-1965 πρακτικά και απόφαση του Δικαστηρίου των εν Κορίνθω Πρωτοδικών, την 25η Νοεμβρίου 1965 ο μάρτυς κατηγορίας Β. Γ. Ρ. είχε καταθέσει σε ποινική δίκη κατά του απωτέρου δικαιοπαρόχου των εναγομένων Η.

Κ. δια παράβαση του άρθρου 23 ΑΝ 1539/ 1938 ότι ο συγκεκριμένος δικαιοπάροχος είχε κατασκευάσει τον επίδικο οικίσκο κατά τις τελευταίες εκλογές, όπερ επεβεβαιώθη και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος προσέθεσεν ότι κατεσκεύασε τούτον κατόπιν προφορικής αδείας του τότε προέδρου της κοινότητος Ξυλοκάστρου.

Οι δε κατά την αυτήν δίκην επιπρόσθετες ένορκες εξετάσεις των τότε μαρτύρων υπερασπίσεως, ήτοι αφ' ενός του Α. Α. , ο οποίος κατέθεσεν ότι τόσο ο τότε κατηγορούμενος Η. Γ. Κ. όσον και προ αυτού ο πατήρ αυτού Γ. Δ. Κ. έσπερναν τον χώρο εδράσεως του οικίσκου δια κριθής και βίκου, και αφ' ετέρου του Γ. Κ. του Δ. (πατρός του τότε κατηγορουμένου Η.

Κ. ), ο οποίος κατέθεσεν ότι κατείχε και έσπερνε τον συγκεκριμένο εδαφικό χώρο από το έτος 1913, δεν δύνανται να καταδείξουν ότι ο προπεριγραφείς οικίσκος ευρίσκετο εκτός του αιγιαλού και ότι είχε περιέλθει στην κυριότητα του Γ. Κ. του Δ. , διότι ο τελευταίος (δεν συμπεριέλαβε, όπως προανεφέρθη, το συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα (εδράσεως του οικίσκου) εντός του προαναφερθέντος υπ' αριθ. ... /1966 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γεωργίου Φελούκα, δια του οποίου είχε μεταβιβάσει στον υιόν του Η.

Γ. Κ. μόνον το νοτίως της παλαιάς εθνικής οδού κείμενον ακίνητο επιφανείας 692 μ² και ουχί και το νοτίως της ιδίας εθνικής οδού κείμενον οικίσκο μετά του οικοτόπου αυτού. Επιπλέον δεν διευκρινίζεται δια της από Δεκεμβρίου 2011 εκθέσεως φωτοερμηνείας του δασολόγου - περιβαλλοντολόγου Γ. Κ. βάσει ποίων συγκεκριμένων στοιχείων εξετιμήθη ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1945 και 1960 ο οικίσκος (εν τοις πράγμασιν το προ αυτού καλύβι) απείχε απόσταση δέκα τριών μέτρων από της θαλάσσης ούτε άλλωστε διευκρινίζεται δι' αυτής εις ποίαν απόστασιν έφθανε το σύνηθες μέγιστο, χειμέριο κύμα της θαλάσσης, ώστε να δύναται να καταδειχθεί ότι κατ' εκείνον τον χρόνον το καλύβι και μετά από αυτό ο οικίσκος ήσαν εις απόστασιν μεγαλυτέραν της εξαπλώσεως του συνήθους μεγίστου χειμερίου κύματος.

Ούτε δια της υπ' αριθ. σχετικού 22 εκ μέρους των εναγομένων (εφεσίβλητων) προσκομιζόμενης αεροφωτογραφίας δύναται να καταδειχθεί ότι ο οικίσκος και ο οικότοπος αυτού ευρίσκετο εις θέσιν απωτέραν της προσεγγίσεως του συνήθους μεγίστου χειμερίου θαλασσίου κύματος, διότι δια της τοιαύτης αεροφωτογραφίας, η οποία πρέπει να σημειωθεί ότι έχει ληφθεί εις μη δυνάμενον να προσδιορισθεί χρόνον, απεικονίζεται πανοραμικώς η ευρύτερα περιοχή της ακτογραμμής ένθεν κακείθεν του προπεριγραφέντος οικίσκου, όπου το βοτσαλωτό της ακτής εμφαίνεται να φθάνει μέχρι της προσόψεως (βόρειας όψεως) του οικίσκου και επί του ύψους των πλαγίων (ανατολικής και δυτικής) πλευρών του οικίσκου να εκτείνεται γυμνό έδαφος μετά χαμηλός ξηράς παραθαλασσίου βλαστήσεως και τινών παραθαλασσίων δένδρων, πλην, όμως, εκ της τοιαύτης υπάρξεως της παραθαλασσίου χαμηλού ξηρού χόρτου και τινών παραθαλασσίων δένδρων επί του γυμνού εδάφους δεν δύναται να καταδειχθεί ότι κατά το παρελθόν ο οικίσκος ευρίσκετο εκτός του αιγιαλού (πέραν της προσεγγίσεως της αναβάσεως του συνήθους μεγίστου χειμερίου κύματος), διότι εκ της επισκοπήσεως της συγκεκριμένης φωτογραφίας καταδεικνύεται επιπροσθέτως ότι η ακτογραμμή της ευρυτέρας περιοχής του οικίσκου τυγχάνει ευθεία άνευ εμφανών καμπυλών και ότι μετά το βοτσαλωτό της ακτής το υπόλοιπον έδαφος γης κυρίως κατά την ανατολικήν πλευράν του οικίσκου (εξαιρέσει του ξηρού χαμηλού χόρτου και τινών παραθαλασσίων δένδρων) τυγχάνει άγονον και άνευ εμφανούς χλωρίδος μέχρι και του χείλους της νοτίως διερχόμενης παλαιάς εθνικής οδού Κορίνθου - Πατρών, εξ ού εν συνδυασμώ προς το χαμηλόν και ομαλόν επίπεδον εξελίξεως της ακτής, του ευθέος της ακτογραμμής και του μεγάλου τομέως αναπτύξεως του κυματισμού, ο οποίος κατακλύζει ομοιομόρφως και συμπαγώς την ακτήν (λόγω του σχηματισμού της ακτογραμμής ουχί σε καμπύλη αλλά σε ευθεία γραμμή), καταδεικνύεται ότι ο επίδικος οικίσκος και ο οικότοπος αυτού ευρίσκοντο και κατά τον χρόνον λήψεως της ως άνω αεροφωτογραφίας εντός του αιγιαλού ωσαύτως δεν δύναται να αποδειχθεί δια μόνης της υπό των εναγομένων προσκομιζόμενης υπ' αριθ.

σχετικού 46 φωτογραφίας, δια της οποίας απεικονίζεται, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, το σκέπαστρο και το αποχωρητήριο του επιδίκου οικίσκου και η δευτέρα ενάγουσα μετ' άλλων τριών γυναικών καθήμενοι επί του βοτσαλωτού της ακτής μεταξύ του οικίσκου και της θαλάσσης εις χρόνον προγενέστερον του έτους 1989, ότι ο οικίσκος και ο οικότοπος αυτού ευρίσκοντο εις θέσιν κειμένην πέραν της εξαπλώσεως του συνήθους μεγίστου χειμερίου κύματος.

Ούτε δια του υπ' αριθ. σχετικού 48 αποσπάσματος του στερεοσκοπικού ζεύγους των υπ' αριθ. 18 - 78 αεροφωτογραφιών έτους 1952 Ο.Κ.Χ.Ε. και της συνοδευτικής (συμπληρωματικής) από Οκτωβρίου 2012 εκθέσεως φωτοερμηνείας του δασολόγου-περιβαλλοντολόγου Γ. Κ. , δια του οποίου αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο λήψεως των αεροφωτογραφιών (6η Μαΐου 1952) ο επίδικος οικίσκος δεν υπήρχε, ότι η θέση του μη υπάρχοντος στις ως άνω αεροφωτογραφίες (αλλά εις μεταγενέστερον χρόνον κατασκευασθέντος) οικίσκου προσδιορίζεται σε απόσταση μεγαλυτέραν των δέκα οκτώ μέτρων από την θάλασσα και ότι περιμετρικώς του οικοτόπου του οικίσκου (ανατολικώς και δυτικώς αυτού) απεικονίζονται καλλιεργούμενες εκτάσεις, ενώ βορείως του οικοτόπου του οικίσκου εντοπίζεται έκταση καλλιεργούμενη πιθανώς δια αμπέλου, δύναται να αποδειχθεί ότι ούτος ευρίσκετο εκτός της.

γραμμής του συνήθους μεγίστου χειμερίου θαλασσίου κύματος, αφού μάλιστα δεν διευκρινίζεται δια της ως άνω συμπληρωματικής εκθέσεως φωτοερμηνείας βάσει ποίων κρισίμων στοιχείων προσδιωρίσθη η κατά το χρονικό διάστημα 1952 έως 1960 ακριβής θέση του οικίσκου σε απόσταση δέκα οκτώ μέτρων από την θάλασσα επί αεροφωτογραφίας μη απεικονιζούσης την ύπαρξη του ούτε άλλωστε προσδιορίζεται δια της ως άνω εκθέσεως εις ποίον ύψος από της σχηματιζόμενης ακτογραμμής εισχωρούσε το μέγιστο χειμέριο θαλάσσιο κύμα εντός της ακτής κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ούτε διευκρινίζεται βάσει ποίων στοιχείων εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι βορείως, ανατολικώς και δυτικώς του επιδίκου οικίσκου παρακείμενες εκτάσεις ήσαν καλλιεργούμενες (κατά την στερεοσκοπική ερμηνεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1945 δεν αναφέρεται καλλιέργεια εγγύς του οικίσκου).

Η από 03-04-2007 έγγραφη δήλωση του Σ. Κ. του Γ. περί του ότι περί το έτος 1951 ανηγέρθη από τον πατέρα του Γ. Κ. και από τους αδελφούς του πατρός του Η. Κ. και Α. Κ. ένα μικρό κτίσμα μεταξύ της θαλάσσης και του δρόμου Κορίνθου-Πατρών, το οποίο χρησιμοποιήθηκε αρχικώς ως αποθήκη του κτήματος και εν συνεχεία παρεχωρήθη ως προς την κατοχή από τους Γ.

Κ. και Α. Κ. προς τον Η. Κ. (απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων), ο οποίος το συντηρούσε έως του έτους 1983 τυγχάνει ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, διότι ελήφθη προς τον σκοπόν αποκλειστικής χρησιμοποιήσεως αυτού κατά την δίκη εκδικάσεως της ενδίκου αγωγής, ανεξαρτήτως του ότι η δήλωση περί του ότι ο οικίσκος ανηγέρθη εντός του έτους 1951 και ότι συνετηρείτο από τον Η.

Κ. μέχρι το έτος 1983 έρχεται σε ουσιαστική αντίθεση αφ' ενός προς την συμπληρωματική έκθεση φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών του έτους 1952, δια της οποίας αναφέρεται ότι δεν απεικονίζεται ο οικίσκος εντός των ως άνω αεροφωτογραφιών, και αφ' ετέρου προς το αναμφισβήτητον έτος θανάτου του Η. Κ. , ο οποίος απεβίωσε το έτος 1980.

Εκ δε των υπό των εφεσίβλητων προσκομιζομένων εντύπων δημοσιευμάτων και δη πρώτον εκ του-από 23-03-2007 δημοσιεύματος του Γ. Α. της εφημερίδος "Έθνος" και εκ της 27-03-2008 συνεντεύξεως του δημάρχου Ξυλοκάστρου Α. Κ. προς την δημοσιογράφο Π. Κ. (περί του ότι ο δήμος Ξυλοκάστρου και εν γένει ο Κορινθιακός κόλπος αντιμετωπίζουν οξύτατο πρόβλημα από την διάβρωση των ακτών υπό της θαλάσσης και ότι κινδυνεύουν οικίες κατοίκων εντός των οικισμών ... ), δεύτερον εκ του υπ' αριθ. 23/ 2009 φύλλου (του τριμήνου Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου) της εφημερίδος "Πολίτες" (περί του ότι η διάβρωση των ακτών απειλεί κατ' άμεσον τρόπον, δρόμους, οικόπεδα και οικίες συμπολιτών και ότι οι επιστήμονες διαπιστώνουν ότι χρειάζονται παρεμβάσεις σε ολόκληρο το τμήμα της ακτογραμμής, τρίτον εκ της από 05-01-2010 ηλεκτρονικής επιστολής του δημάρχου Ξυλοκάστρου Α.

Κ. προς τον υπουργό Δ. Ρ. (δια της οποίας επεσημάνθη το οξύ πρόβλημα της διαβρώσεως των ακτών του ... και η επιδείνωση της καταστάσεως από τους θυελλώδεις ανέμους) και εκ της από 15-1-2010 απαντήσεως του υπουργού Δ. Ρ. επί ερωτήσεως του βουλευτού Κορινθίας Α. Μ. (δια της οποίας έγινε αποδεκτό το έντονο πρόβλημα, το οποίον υπάρχει λόγω της διαβρώσεως των ακτών του δήμου Ξυλοκάστρου από την θάλασσα), τέταρτον εκ του από 25-1-2010 δημοσιεύματος περί της επισκέψεως των τοπικών αρχών του Ξυλοκάστρου και των λοιπών παραθαλασσίων Δήμων προς την υπουργό Περιβάλλοντος Τ.

Μ. δια το πρόβλημα της διαβρώσεως των ακτών από την θάλασσα, πέμπτον εκ της από 26-07-2010 ερωτήσεως του βουλευτού Κορινθίας Κ. Κ. (ο οποίος εχαρακτήρισε την διάβρωση των ακτών του δήμου Ξυλοκάστρου ως ανεξέλεγκτο φαινόμενο και την δημιουργηθείσα κατάσταση ως δραματική) και έκτον εκ του εντύπου δημοσιεύματος του δημοσιογράφου Σ.

Κ. περί της επεκτάσεως της θαλάσσης στην ακτή του Κορινθιακού κόλπου) δεν δύναται άνευ άλλων αποδεικτικών στοιχείων να προκύψει μετά βεβαιότητας ότι κατά τον χρόνο κατασκευής του εντός του έτους 1964 ο οικίσκος και ο οικότοπος αυτού ευρίσκοντο εις θέσιν κειμένην εκτός της αναβάσεως του συνήθους μεγίστου χειμερίου κύματος και ότι κατά την τελευταίαν τεσσαρακονταετία μέχρι της πρωτοβαθμίου συζητήσεως της αγωγής η δια των ως άνω δημοσιευμάτων αναφερομένη διάβρωση έχει μεταβάλει (διαβρώσει) τον αιγιαλό εις τοιούτον βαθμόν, ούτως ώστε να καταστήσει την θέση του οικίσκου από εκτός αιγιαλού γη σε εντός αιγιαλού ακτή.

Πρέπει, επιπροσθέτως, να σημειωθεί ότι, όπως έχει αποτυπωθεί δια της υπ' αριθ. 6406 /22-4-1980 αποφάσεως του Νομάρχου Κορινθίας και του συνημμένου από 7-3-1979 τοπογραφικού διαγράμματος παρακτίου ζώνης Συκιάς – Ξυλοκάστρου (ΦΕΚ Δ' 262 /3-5-1980), δια του οποίου έχει καθορισθεί διοικητικώς ο αιγιαλός και η παραλία από του οικισμού του Ξυλοκάστρου μέχρι και σημείου εκατόν έως εκατόν πενήντα μέτρων δυτικώς του επίδικου οικίσκου, η νοητή επέκταση (συνέχιση) του ανατολικώς καθορισθέντος τελευταίου (υπό αριθμητικά στοιχεία "25 - 26 - 27") εδαφικού τμήματος του αιγιαλού μέχρι και της ανατολικώτερον θέσεως του οικοτόπου του οικίσκου καταλήγει να τέμνει τον επίδικο οικίσκο, εξ ου ενισχύεται η ως άνω σχηματισθείσα κρίση περί του ότι ο επίδικος οικίσκος είχε εξ αρχής κατασκευασθεί εντός του αιγιαλού και ότι συνακολούθως οι άμεσοι και ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων δεν ηδύναντο να αποκτήσουν χρησικτησία επ' αυτού δια υπερεικοσαετούς νομής μέχρι του χρόνου μεταβιβάσεως της κατοχής αυτού προς τους εναγομένους, δι' όν ακριβώς λόγον, όπως προανεφέρθη, επελέγη να μεταβιβασθεί προς τους εναγομένους από τους αμέσους δικαιοπαρόχους αυτών μόνον δικαίωμα κατοχής και ουχί και δικαίωμα κυριότητος επί του επιδίκου οικίσκου.

Προς τούτο πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ δια του προαναφερθέντος πληρεξουσίου συμβολαίου αναγράφεται ότι κατά τον χρόνο, συντάξεως αυτού (εντός του έτους 1983) ο οικίσκος συνώρευε ανατολικώς και δυτικώς μετά ιδιοκτησιών αγνώστων ιδιοκτητών, εν τούτοις ούτε οι εναγόμενοι ούτε οι άμεσοι δικαιοπάροχοι αυτών έχουν προσδιορίζει μέχρι σήμερα ποία συγκεκριμένα πρόσωπα τυγχάνουν ιδιοκτήτες της ανατολικώς και δυτικώς του οικίσκου γης, εξ ου καταδεικνύεται δια συναγωγής δικαστικού τεκμηρίου ότι ουδείς ιδιώτης κυριεύει ανατολικώς και δυτικώς του οικίσκου συνεχόμενη γη και ότι αύτη τυγχάνει συνεχόμενος του οικίσκου κοινόχρηστους αιγιαλός.

Ούτως, οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο βάρος αποδείξεως ότι ο επίδικος οικίσκος, ο οποίος, όπως και οι ίδιοι ομολόγησαν, ευρίσκεται εντός αιγιαλού κατά τον χρόνον ασκήσεως και συζητήσεως της αγωγής, είχε κατά το παρελθόν ανεγερθεί επί εδάφους κειμένου εκτός ζώνης αιγιαλού και ότι οι ίδιοι είχαν αποκτήσει δια παραγώγου ή πρωτοτύπου τρόπου δικαίωμα κυριότητος επ' αυτού προ της καταλήψεως του από τον αιγιαλό λόγω σταδιακής διαβρώσεως και συρρικνώσεως του εδάφους του αιγιαλού από την θάλασσα.

Άλλωστε, ανεξαρτήτως της μη αποδείξεως από τους εναγομένους του άνω ισχυρισμού περί της αρχικής θέσεως του οικίσκου εκτός αιγιαλού, ο προπεριγραφείς οικίσκος δεν ηδύνατο να υπαχθεί στην περίπτωση του άρθρου 5§4 Ν. 2171/2001 (περί εξαιρέσεως από τον αιγιαλό κτισμάτων ευρισκομένων προ της διαβρώσεως του αιγιαλού εκτός της ζώνης αυτού), αφού, κατά τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, στην ρύθμιση αυτή δεν υπάγονται κτίσματα, όπως ο ως άνω οικίσκος, τα οποία ανηγέρθησαν παρανόμως, ήτοι άνευ των εκ της νομοθεσίας απαιτουμένων διοικητικών αδειών.

Η, κατά τα προαναφερθέντα, έκδοση της υπ' αριθ. 16/ 2013 αποφάσεως του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. Περιφερειακής Ενότητος Κορινθίας, δια της οποίας κατά ομόφωνη παραδοχή της υπ' αριθ. πρωτ. ... /19-11-2013 εγγράφου εισηγήσεως του Ι. Μ. (πολιτικού μηχανικού και υπαλλήλου της Υπηρεσίας Δομήσεως της Διευθύνσεως Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας του Δήμου ... - ... ) έγινε δεκτή η υπ' αριθ.

πρωτ. ... /5-11-2012 προσφυγή του πρώτου εναγομένου και ηκυρώθη η περί χαρακτηρισμού του οικίσκου ως αυθαιρέτου εκδοθείσα υπ' αριθ. πρωτ. ... /30-1-2007 έκθεση αυτοψίας της υπαλλήλου του Πολεοδομικού Γραφείου Ξυλοκάστρου Κ. Κ. υπό την (επιστηρίξασα την ακύρωση) αιτιολογία ότι το κτίσμα υφίσταται από του έτους 1960 και ενδέχεται να προϋφίσταται του έτους 1955, δεν δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια ως προς την διοικητικώς σχηματισθείσα κρίση και απόφαση περί ακυρώσεως του χαρακτηρισμού ως αυθαιρέτου του προαναφερομένου οικίσκου, αφού η χρήση, του ρήματος "ενδέχεται" στο σκεπτικό της αποφάσεως του ως άνω Συμβουλίου δεν θεμελιώνει βεβαία κρίση περί της κατασκευής του οικίσκου προ του έτους 1955, οπότε ο χρόνος κατασκευής του οικίσκου επιτρεπτώς ερευνήθηκε από το παρόν Δικαστήριο, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ο παρεμπίπτων έλεγχος του κύρους και της νομιμότητας διοικητικής τινός πράξεως από τα πολιτικά δικαστήρια γίνεται, εφ' όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από τον νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτής απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας (δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια), οι οποίες προϋποθέσεις αποκλεισμού τέτοιου παρεμπίπτοντος ελέγχου δεν συντρέχει στην ερευνωμένη υπόθεση.

Συνακολούθως εκ της αυθαιρέτου ανεγέρσεως, υπάρξεως και διατηρήσεως του επιδίκου οικίσκου μετά της αυλής αυτού εντός του αιγιαλού και της αδυναμίας χρήσεως του τμήματος του αιγιαλού του καταλαμβανόμενου από τον οικίσκο και τον οικότοπον αυτού προσβάλλεται παρανόμως το δικαίωμα επί της προσωπικότητας των εναγόντων δια κοινοχρησία αυτού |».

Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κράτησε αυτή, την δίκασε και την δέχθηκε κατά ένα μέρος, υποχρεώνοντας τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να άρουν την προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων με την ολοκληρωτική κατεδάφιση του επίδικου οικίσκου, μετά του αυλόγυρου και του τοιχείου περίφραξης αυτού.

Έτσι, που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57,59,966, 967,968 ΑΚ, και αρθ. 1 του α.ν. 2344/1940, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ και 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως αυτές αναλύθηκαν στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στην παράνομη προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων από την παρεμπόδιση της άσκησης του δικαιώματος αυτών να κάνουν ελεύθερη και ανεμπόδιστη χρήση του αιγιαλού με τη διατήρηση από τους αναιρεσείοντες του επίδικου οικίσκου του αυλόγυρου και του τοιχείου περίφραξης αυτού, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, στις οποίες ερείδεται η αγωγή.

Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τον αναιρετικό έλεγχο, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, περί του ότι ο επίδικος οικίσκος έχει ανεγερθεί παράνομα επί του αιγιαλού.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, αφού εκθέτει, μετά από αναλυτική αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ότι ο επίδικος οικίσκος είχε κατασκευαστεί παράνομα επί του αιγιαλού,, αφού βρεχόταν κατά το χρόνο κατασκευής του και συνεχίζει να βρέχεται από τις μέγιστες συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της θάλασσας και ότι περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι διαβρώθηκε σε τέτοιο βαθμό η ακτή, ώστε να καταστήσει τη θέση του οικίσκου από εκτός αιγιαλού γη σε εντός αιγιαλού.

Επιπρόσθετα δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, καθόσον δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Επομένως, οι τρίτος, έκτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

[VΙ] Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού, υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, είτε αυτό προσκομίζεται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 545/2014), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς διέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικώς προς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/ 2008, 175/2017).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του νομίμως, μετ' επικλήσεως, προσκομισθέντος από αυτούς προς απόδειξη της αβασιμότητας της αγωγικής αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, εγγράφου και ειδικότερα της υπ' αριθ. 1733/25-11-1965 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε κηρυχθεί αθώος ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Η.

Κ. του ότι στη …, κατά τις αρχές του μηνός Φεβρουαρίου 1964, αυτογνωμόνως επελήφθη δημοσίου κτήματος ευρισκομένου αναμφισβήτητα υπό την κατοχή του Δημοσίου ήτοι προέβη στη κατασκευή οικίσκου επί τμήματος ευρισκομένου μεταξύ της δημοσίας οδού Κορίνθου- Πατρών και του αιγιαλού. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παραπάνω εκτίθεται, το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό (της υπ' αριθ.1733/25-11-1966 απόφασης) σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση τούτου, αφού ως προς τη σχετική του κρίση για το χαρακτήρα του εδάφους επί του οποίου αναγέρθηκε ο επίδικος οικίσκος, το Εφετείο, αφού ανέγνωσε σωστά την εν λόγω απόφαση, στην οποία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο και την οποία δεν εξαίρει, αλλά απλώς αναφέρει, εκτιμώντας και, αξιολογώντας το περιεχόμενό της μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό και, κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.

[VΙΙ] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ( ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997) και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί ή τα περιστατικά που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού της (ΑΠ 1851/2007).

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, αποδίδουν στο Εφετείο την από τον αριθ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυρισμό τους ότι είχαν αποκτήσει τη νομή του επίδικου οικίσκου και δέχθηκε ότι αυτοί ήταν μόνο κάτοχοι αυτού.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο τρόπος προβολής του επικαλούμενου ισχυρισμού των αναιρεσειόντων στο Δικαστήριο της ουσίας, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη αυτόν και τον απέρριψε "εκ των πραγμάτων", ως αβάσιμο, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωσή του, δηλαδή ότι ο επίδικος οικίσκος είχε ανεγερθεί επί του αιγιαλού και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να έχουν αποκτήσει τη νομή και περαιτέρω την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία .

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

[VIIΙ] Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τους ακόλουθους αναιρετικούς λόγους:

1) τον δεύτερο λόγο από τους αριθ. 4,1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο: α) υπερέβη τη δικαιοδοσία του με το να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της υπ'αριθ. …/2013 ατομικής διοικητικής πράξης του ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ Περιφερειακής Ενότητας Κορινθίας, που είχε κρίνει ότι δεν είναι αυθαίρετος ο επίδικος οικίσκος και β) υπέπεσε στην πλημμέλεια των αριθ.1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι επιτρεπτώς ερευνήθηκε ο χρόνος κατασκευής του οικίσκου, χωρίς προηγουμένως να κηρύξει άκυρη ή μη νόμιμη την ανωτέρω διοικητική πράξη και επιπλέον κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο εφάρμοσε και ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΒΔ από 9-8-1955 περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους, του άρθρου 1 του πδ 5/1983, του ΑΝ 2344/1940,του Ν. 2971/2001 περί καθορισμού αιγιαλού και των άρθρων 15,17 του Ν. 1337/1983,

2)τον τέταρτο λόγο από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο μέμφονται το Εφετείο ότι, με την παραδοχή του ότι δεν έχουν αποκτήσει τη νομή του επιδίκου οικίσκου και στη συνέχεια με το να μην προσμετρήσει στο δικό τους χρόνο χρησικτησίας το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 974,1045 και 1051 ΑΚ και διέλαβε αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες,

3) τον έβδομο λόγο από τον αριθμό 1 και 4 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο α)ότι υπερέβη αφενός τη δικαιοδοσία του, με το να δεχθεί ότι ο επίδικος οικίσκος είναι αυθαίρετος και κατεδαφιστέος, αφού αυτή η δικαιοδοσία ανήκει στη αρμόδια διοικητική αρχή και β) ότι με το να διατάξει να αρθεί η προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων με την κατεδάφιση του αυθαίρετου επίδικου οικίσκου έσφαλε στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 ΚΠολΔ, 914, 967, 57, 1108 ΑΚ, ΑΝ 2334/1940, 15 Ν. 1337/1983 περί αυθαιρέτων 52 παρ.1 και 60 του από 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 Ν.Δ/τος "περί σχεδίων πόλεων", επειδή η κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων αποφασίζεται και διατάσσεται από την οικεία διοικητική αρχή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παρατιθέμενες στην παρ. V της παρούσας απόφασης παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της, στηρίζεται, αυτοτελώς και επαρκώς, στην αιτιολογία της ότι προσβάλλεται η προσωπικότητα των αναιρεσιβλήτων από την παρεμπόδιση του δικαιώματος αυτών, οι οποίοι έχουν όμορη κατοικία, να κάνουν ελεύθερη και ανεμπόδιστη χρήση του αιγιαλού, επί του οποίου έχει ανεγερθεί ο επίδικος οικίσκος. Επομένως, οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, ως αλυσιτελείς. Τούτο δε διότι, όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις, που περιέχονται σ` αυτούς, αφορούν πλεοναστικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης, σχετικά με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων για την απόκτηση από αυτούς, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, της κυριότητας του επιδίκου οικίσκου και με την αυθαίρετη δόμηση αυτού, οι οποίοι δεν ασκούσαν έννομη επιρροή, μετά την ανωτέρω αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της.

[VIIII] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.453/2016 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου και να επιβληθεί στους ηττώμενους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη των πρώτου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, που ήταν παρόντες και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (αρθρ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.453/2016 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου. Και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των πρώτου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ