Legislator Case Law & Legislation
422/2020 AI generated

422/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 422/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

422/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 422 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 422/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ξενοφώντα Νικολάου.

Των αναιρεσίβλητων :1.Χ. Δ. Μ. και 2. Φ. Γ. Μ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείνοτος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 117/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-5-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ1342/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση από τις 823 /01-10-2019 και 824/01-1Θ-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Π. Γ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης από 30/05/2018 αίτησης για αναίρεση της 117/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που, ως Εφετείο, δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 120/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (04-12-2019), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, με κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πλην όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 560 αρ. 2 ΚΠολΔ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων ή ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεσή του, δηλαδή, την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του.

Ο αναιρετικός λόγος συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 παρ. 1 ΚΠολΔ., σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται, χωρίς τη θέλησή του, το δικαστή που ορίζει ο νόμος γι' αυτόν" ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Ο καθορισμός της σύνθεσης του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 15 του Ν. 1756/1988 (Α.Π.502/2017). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α ΚΠολΔ., όπως προστέθηκε από το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3994/2011, "στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.

Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτού, ως παρέδρου Πρωτοδικείου και σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη".

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., δηλαδή, της μη νόμιμης σύνθεσης του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, συγκροτήθηκε από τον Πρωτοδίκη Κ.

Ρ., κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17Α ΚΠολΔ., που ρυθμίζει τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όταν δικάζει έφεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου, αφού ο τελευταίος κατά το χρόνο που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος, δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο, συζήτησης αυτής (έφεσης), υπηρετούσαν στο ίδιο δικαστήριο δύο πρωτοδίκες, με υπηρεσία μεγαλύτερη των πέντε ετών, που δίκασαν την ίδια ημέρα άλλες υποθέσεις.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, για την έρευνα της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι πράγματι ο προαναφερόμενος πρωτοδίκης, που αποτέλεσε τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στις 08/11/2016, κατά την οποία συζητήθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο, κατά νόμο, χρόνο πενταετούς υπηρεσίας, ενόψει του ότι είχε διορισθεί ως πάρεδρος πρωτοδικείου στις 19-7-2013 και ακολούθως είχε προαχθεί στο βαθμό του πρωτοδίκη στις 8-7-2014.

Περαιτέρω προέκυψε ότι κατά τον ίδιο χρόνο υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Πατρών οι πρωτοδίκες Μ. Τ. και Β. Ρ., με χρονολογία προαγωγής στον ως άνω βαθμό από 27/07/2007 και 07/09/2011, αντίστοιχα, οι οποίοι κατά την παραπάνω ημερομηνία συζήτησης της ένδικης έφεσης, δίκασαν άλλες υποθέσεις.

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν νόμιμη η συγκρότηση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού έγινε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17Α ΚΠολΔ., και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτώς προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, της κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, αφορά την δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ.2 περ.γ' ΚΠολΔ) είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από tq Δικαστή που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 117/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. - Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000)ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ