Legislator Case Law & Legislation
422/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court refusal of administrative control over shipping companies due to procedural defects and insufficient reasoning.

Case Number 422/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's refusal to order administrative control over two shipping companies. The appellant argued the lower court violated the law by requiring unnecessary preconditions and failing to provide adequate reasoning for rejecting his claims regarding lack of knowledge over company finances. The court found these arguments valid, noting the lower court exceeded statutory requirements and relied on insufficient grounds that impacted the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2), 568(2), 3, 570(3) of the Code of Civil Procedure; The court must reject additional appeal grounds if filed outside the statutory deadline or without proper documentation, and overturn lower court decisions that violate substantive law by imposing unrequired preconditions or providing inadequate reasoning for critical rulings.

Keywords

AI generated
administrative control shipping companies procedural defects insufficient reasoning appeal admissibility statutory preconditions legal violation

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2), (3) of the Code of Civil Procedure
Article 570(3) of the Code of Civil Procedure
Article 40 of Law 979/1979
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 422 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 422/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ναυτικής εταιρείας του Ν. 959/79 με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ναυτικής εταιρείας του Ν. 959/79 με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Π. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Νικολουδάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 461/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-1-2018 αίτησή του και τους από 12-10-2018 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος, εκτός από τον αναιρεσείοντα".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση η από 9-1-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 461/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), καθώς και οι από 12-10-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12-10-2018, όπως προκύπτει από την 120/12-10-2018 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό, ενώ δικάσιμος της υπόθεσης ορίσθηκε αρμοδίως η στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη (βλ.

την από 20-2-2018 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο της αναίρεσης).

Συνεπώς το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους (βλ. τις υπ' αριθμ. …6Δ, …7Δ και …8Δ/16-10-2018 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Ναυπλίου Σ. Π.). Συνακόλουθα, αυτοί είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναίρεσης, η οποία επίσης ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ), του τρίτου των καθ' ων νομιμοποιούμενου παθητικά για την άσκηση εναντίον του της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, αφού αυτός ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 68, 568, 762 και 761 ΚΠολΔ) και με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης επιδιώκεται η αναίρεση αυτής και έναντι αυτού.

Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 959/1979 ορίζεται ότι ''η σύμβασις περί ναυτικής εταιρείας (εταιρική σύμβασις) καταρτίζεται εγγράφως, καταχωρίζεται δε εις το μητρώον ναυτικών εταιρειών κατά τις διατάξεις των άρθρων 50 έως 53 του παρόντος'' και στο άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ότι ''η ναυτική εταιρεία διοικείται και εκπροσωπείται υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, το οποίο απαρτίζεται εκ τριών τουλάχιστον μελών''.

Το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 19 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι αρμόδιο και υπεύθυνο να αποφασίζει, κατά πλειοψηφία, για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικώς την επιδίωξη του εταιρικού σκοπού της και κατά το άρθρο 20 παρ. 1, 2 και 5 αυτού, τις ως άνω εξουσίες και αρμοδιότητές του το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να τις αναθέσει, με απόφασή του, ολικώς ή μερικώς, σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή ακόμα και σε τρίτους, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση των ανατιθεμένων σ' αυτούς εξουσιών τους, η απόφαση δε αυτή πρέπει να καταχωρίζεται στο μητρώο των ναυτικών εταιρειών, οπότε και αποτελεί πλήρη απόδειξη περί των εκπροσώπων της εταιρείας.

Ανώτατο όργανο της ναυτικής εταιρείας, κατ' άρθρο 28 του ίδιου νόμου, είναι η γενική συνέλευση των μετόχων της, με αρμοδιότητα να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, ενώ στα άρθρα 38, 39 και 40 του ίδιου νόμου καθορίζονται και περιγράφονται τα δικαιώματα της μειοψηφίας των μετόχων, τα οποία συνίστανται στη δυνατότητα της καταστατικής προβλέψεως τακτικού ελέγχου (άρθρο 38), συγκλήσεως έκτακτης γενικής συνελεύσεως (άρθρο 39) και τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου της εταιρείας (άρθρο 40).

Ειδικότερα στο άρθρο 40 ορίζεται ότι: "1. Αιτήσει μετόχων εκπροσωπούντων τα 3/20 του εταιρικού κεφαλαίου το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, δικάζον κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 και επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δύναται να διατάξη έλεγχον της εταιρείας, εάν πιθανολογούνται αταξίαι περί την διαχείρησιν των υποθέσεων αυτής, 2.

Διά της αποφάσεώς του το Δικαστήριον ορίζει τους ελεγκτάς ως και τον χρόνον εντός του οποίου δέον να έχουν περατώσει τον έλεγχον. Διά της αυτής αποφάσεως το Δικαστήριον διατάσσει και παν έτερον πρόσφορον μέτρον διά την διεξαγωγήν του ελέγχου. 3. Διαταχθείσης της διεξαγωγής ελέγχου το διοικητικόν συμβούλιον υποχρεούται να συνδράμη την διεξαγωγή αυτού".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές επιδιώκεται η προστασία των συμφερόντων των μετόχων της ναυτικής εταιρείας και δη της ως άνω μειοψηφίας μέσω του προβλεπομένου, από αυτές, ελέγχου των διαχειριστικών πράξεων της διοικήσεώς της για να διαπιστωθούν πιθανολογούμενες ατασθαλίες των οργάνων της, στα πλαίσια δε του προβλεπομένου από τις διατάξεις αυτές ελέγχου, ελεγχόμενα όργανα είναι αυτά της διοικήσεως της ναυτικής εταιρείας και ειδικότερα το διοικητικό της συμβούλιο και σε περίπτωση ανάθεσης του συνόλου ή μερικών εξουσιών αυτού σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή σε τρίτους, ελέγχονται οι τελευταίοι.

Η εκπροσώπηση της αιτούσας μειοψηφίας στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή ακόμη και η συμμετοχή κάποιου μέλους της σ' αυτό, δεν αποτελεί αρνητική προϋπόθεση του ελέγχου της ως άνω μειοψηφίας. Ούτε από το γράμμα αλλά ούτε από το πνεύμα του νόμου διαφαίνεται πρόθεση του νομοθέτη να επιβάλει τέτοια προϋπόθεση στην άσκηση του δικαιώματος ελέγχου της εταιρείας.

Επομένως και ο μειοψηφών μέτοχος, που συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο, έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου και αν ακόμη ο έλεγχος αυτός ανάγεται σε χρόνο που ήταν μέλος της διοικήσεως της εταιρείας. Απαιτείται, όμως, ο αιτών τον έκτακτο έλεγχο, μειοψηφών μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου, να μην έχει ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση της εταιρείας και να μην γνωρίζει την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα αυτής.

Πρέπει, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας να ερευνά τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αιτούντος τον έκτακτο έλεγχο, ότι τη διαχειριστική εξουσία της εταιρείας ασκούσε άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και ότι ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί για τα οικονομικά πεπραγμένα της. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1464/2013).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από την πιο πάνω διάταξη λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο τρίτος από τους αιτούντες Π. Σ.ς, ο Δ. Γ. και ο καθού η αίτηση Σ. Δ., στις 7-3-2003 συνέστησαν στον … την πρώτη καθής ναυτική εταιρεία του ν. 959/1979, με την επωνυμία "...." και έδρα τον Πειραιά. Η εταιρεία αυτή καταχωρήθηκε στο μητρώο ναυτικών εταιρειών του ν. 959/1979 στις 19-3-2003, η διάρκειά της συμφωνήθηκε έως τις 31-12-2023, με μετοχικό κεφάλαιο 600.000 ευρώ διαιρεμένο σε 100 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας 6.000 ευρώ η καθεμία, από τις οποίες 40 έλαβε ο Π.

Σ.ς, 40 ο Δ. Γ. και 20 ο Σ. Δ.. Σκοπός της εταιρείας ορίσθηκε η κυριότητα, εκμετάλλευση ή διαχείριση ίδιων ελληνικών εμπορικών πλοίων. Το διοικητικό της συμβούλιο συμφωνήθηκε να είναι τριμελές και να αποτελείται από τους προαναφερόμενους μετόχους, ο δε τρίτος των καθών Π. Σ.ς ορίσθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, την οποία δέσμευε με μόνη την υπογραφή του.

Με την από 12-5-2003 απόφαση του Δ.Σ. της εταιρείας ανατέθηκε η εκπροσώπησή της και στον αιτούντα Στυλιανό Διάκο, με το δικαίωμα να ενεργεί χωριστά ή από κοινού με τον τρίτο των καθών η αίτηση και να δεσμεύει με την υπογραφή του την εταιρεία. Περαιτέρω ο τρίτος των καθών η αίτηση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπουμένη από τον τρίτο των καθών η αίτηση και η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένη από τον τρίτο των καθών η αίτηση, συνέστησαν στις 28-12-2005 στον …., τη δεύτερη των καθών η αίτηση ναυτική εταιρεία του ν. 959/1979 με την επωνυμία "....", επίσης με έδρα τον …. Η εταιρεία αυτή καταχωρήθηκε στα βιβλία μητρώου ναυτικών εταιρειών του ν. 959/1979 στις 13-1-2006, συμφωνήθηκε να έχει διάρκεια έως τις 31-12-2023, με μετοχικό κεφάλαιο 1.500.000 ευρώ διαιρεμένο σε 30.000 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 50 ευρώ η καθεμία, από τις οποίες 9.000 έλαβε ο αιτών (30% του εταιρικού κεφαλαίου), 900 0 τρίτος των καθών (3% του εταιρικού καφαλαίου), 9.900 η εταιρεία "..." (33% του εταιρικού κεφαλαίου) και 10.200 η εταιρεία "...

Ο.Ε." (34% του εταιρικού κεφαλαίου). Αποκλειστικός σκοπός και της εταιρείας αυτής ορίσθηκε η κυριότητα, εκμετάλλευση ή διαχείριση ίδιων ελληνικών εμπορικών πλοίων. Το διοικητικό της συμβούλιο συμφωνήθηκε να είναι τριμελές, το πρώτο δε διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε από τον τρίτο των καθών, το γιο του Γεώργιο Συρεγγέλα και τον αιτούντα, από τους οποίους οι δύο πρώτοι ορίσθηκε ότι εκπροσωπούν και δεσμεύουν με την υπογραφή τους την εταιρεία από κοινού ή ο καθένας χωριστά.

Οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιήθηκαν με την εκμετάλλευση των Φ/Γ πλοίων με τα ονόματα "..." και ...", με τα οποία μετέφεραν πρώτες ύλες, δομικά και αδρανή υλικά. Κατά το τέλος του έτους 2006 η έδρα των δύο εταιρειών μεταφέρθηκε από τον … στο ..., τα δε από 26-12-2006 και 19-12-2006, αντίστοιχα, πρακτικά της γενικής συνέλευσης των εταιρειών αυτών δημοσιεύθηκαν νόμιμα στο μητρώο ναυτικών εταιρειών.

Με τις από 8-7-2008 και 21-1-2009 αντίστοιχες αποφάσεις της έκτακτης γενικής συνέλευσης των εταιρειών αυτών που καταχωρήθηκαν στο μητρώο ναυτικών εταιρειών στις 14-7-2008 και 2-4-2009, αντίστοιχα, ορίστηκαν ως μέλη του Δ.Σ. της πρώτης οι τρεις μέτοχοι αυτής, της δε δεύτερης επίσης οι τρεις μέτοχοι αυτής και ως νόμιμοι εκπρόσωποι αμφοτέρων των εταιρειών με αυτοτελή εκπροσωπευτική εξουσία ορίσθηκαν ο τρίτος των καθών η αίτηση και ο αιτών.

Η μεταξύ των δύο νομίμων εκπροσώπων των εταιρειών αυτών συνεργασία υπήρξε ομαλή μέχρι το έτος 2011, οπότε βεβαιώθηκαν σε βάρος των εταιρειών και των νομίμων εκπροσώπων τους χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο, που υπερέβαιναν το ένα εκατομμύριο ευρώ από οφειλές των εταιρειών αυτών κατά τα οικονομικά έτη 2008-2010, με αποτέλεσμα να ασκηθούν το έτος 2012 ποινικές διώξεις και σε βάρος του αιτούντος.

Ο τελευταίος, έχοντας πεποίθηση ότι τα χρέη δημιουργήθηκαν από οικονομικές ατασθαλίες του τρίτου των καθών Π. Σ., υπέβαλε κατ' αυτού στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου την από 15-3-2013 μηνυτήρια αναφορά για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, ενώ προηγουμένως με την από 3-2-2012 εξώδική του δήλωση που επιδόθηκε στις 8-2-2012 στην υπηρεσία μητρώου ναυτικών εταιρειών, παραιτήθηκε από τη θέση του νομίμου εκπροσώπου αμφοτέρων των εταιρειών αυτών και στη συνέχεια άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου την από 11-10-2016 αίτησή του, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι ουσιαστικά την οικονομική διαχείριση αμφοτέρων των εταιρειών αυτών είχε ο τρίτος των καθών η αίτηση, ζήτησε να διαταχθεί ο διαχειριστικός έλεγχος των εταιρειών αυτών κατά το άρθρο 40 του ν. 959/1979 και να υποχρεωθούν τα λοιπά μέλη του Δ.Σ.

αυτών να επιτρέψουν και ανεχθούν τον έλεγχο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου εξέδωσε την εκκαλουμένη, με την οποία διέταξε τον διαχειριστικό έλεγχο αμφοτέρων των εταιρειών για τα διαχειριστικά έτη 2007 έως 2016, όρισε ελεγκτή και υποχρέωσε τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. αυτών, πλην Σ. Δ., να ανεχθούν τον έλεγχο, αφού δέχθηκε, ότι ο τελευταίος με την από 3-2-2012 εξώδικη δήλωσή του είχε παραιτηθεί νόμιμα από την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ.

αμφοτέρων των εταιρειών αυτών και ότι ουσιαστικά την εκπροσώπηση και την οικονομική διαχείριση αυτών (των εταιρειών) είχε αναλάβει από τη μεταφορά της έδρας στο ... (τέλος 2006) ο τρίτος των καθών Π. Σ.ς. Όμως με το να δεχθεί τα ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς δέχθηκε ότι ο Σ.

Δ. είχε νόμιμα παραιτηθεί από μέλος του Δ.Σ. αμφοτέρων των εταιρειών και ότι από το έτος 2007 είχε αναλάβει ατύπως την εκπροσώπηση και την οικονομική διαχείριση των εταιρειών αυτών αποκλειστικά ο τρίτος των καθών Π. Σ.ς. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο αιτών Σ. Δ.

ήταν απλά μειοψηφών μέτοχος των εταιρειών αυτών (κατά 20% της πρώτης και κατά 30% της δεύτερης), ότι από το έτος 2007 δεν είχε πλέον την ιδιότητα του εκπροσώπου των εταιρειών αυτών και ότι με την από 3-2-2012 εξώδικη δήλωσή του είχε νόμιμα παραιτηθεί από την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. αμφοτέρων των εταιρειών αυτών.

Ειδικότερα με την άνω από 3-2-2012 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στις 8-2-2012 στην υπηρεσία μητρώου ναυτικών υπηρεσιών ο Σ. Δ. παραιτήθηκε από την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. αμφοτέρων των ως άνω εταιρειών, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά από την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος των εταιρειών αυτών...

Σε κάθε περίπτωση όμως ούτε και η παραίτηση του Σ. Δ. από την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου των εταιρειών αυτών υπήρξε νομότυπη και δεν επέφερε τα νόμιμα αποτελέσματά της, καθόσον, σύμφωνα με τις ως άνω δύο βεβαιώσεις, μέχρι τις 25-4-2017 δεν έχει κατατεθεί στην ως άνω υπηρεσία μητρώου ναυτικών εταιρειών οποιοδήποτε πρακτικό συνεδρίασης των οργάνων των εταιρειών αυτών για την αντικατάσταση του Σ.

Δ. με άλλον, με αποτέλεσμα, με βάση όσα προαναφέρθηκαν και τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 959/1979 από τις παραπάνω βεβαιώσεις να συνάγεται πλήρης απόδειξη ότι ο καθού Σ. Δ. εξακολουθεί να διατηρεί την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και προέδρου του Δ.Σ. των εταιρειών αυτών, την οποία ουδόλως απώλεσε. Ο τελευταίος για τις επικαλούμενες από τον ίδιο οικονομικές ατασθαλίες του τρίτου των καθών Π.

Σ., δεν αποδείχθηκε ότι κίνησε από μόνος του, όπως είχε δικαίωμα, τις διαδικασίες ενημέρωσης και σύγκλησης της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου των εταιρειών αυτών, ενόψει και του ότι κατά το άρθρο 29 παρ. α' και β' του ν. 959/1979 η γενική συνέλευση είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει, πέραν των άλλων και για το θέμα της εκλογής και ανάκλησης μελών του Δ.Σ., ούτε επικαλέσθηκε με την αίτησή του εκείνη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, νομότυπο τρόπο με τον οποίο νόμιμος εκπρόσωπος των εταιρειών αυτών από το έτος 2007 και εφεξής κατέστη μόνο ο τρίτος των καθών η αίτηση Π.

Σ.ς. Επίσης, ως μειοψηφών μέτοχος δεν αποδείχθηκε ότι υπέβαλε για το θέμα αυτό (σε περίπτωση που το τυχόν αίτημά του δεν είχε γίνει δεκτό από το Δ.Σ.) αίτηση για υποχρεωτική σύγκληση γενικής συνέλευσης των εταιρειών αυτών από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας των εταιρειών κατά τους όρους του άρθρου 39 παρ. 1 του ν. 959/1979.

Κατά συνέπεια, ο αιτών - εφεσίβλητος εξακολουθεί να είναι πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος των εταιρειών αυτών, δηλαδή ανήκει στα διοικούντα τις εταιρείες αυτές όργανα και, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν νομιμοποιούνταν για την υποβολή της αίτησης για τι διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου των εταιρειών αυτών για πιθανολογούμενες διαχειριστικές ατασθαλίες του τρίτου των καθών η αίτηση ως νομίμου εκπροσώπου και μέλους του Δ.Σ.

των εταιρειών αυτών, αφού για τα θέματα αυτά αποφασίζει αποκλειστικά (κατά πλειοψηφία) το Δ.Σ. των εταιρειών αυτών κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 959/1979... Επιπροσθέτως απορριπτέος κρίνεται τέλος και ο ισχυρισμός του αιτούντος περί άγνοιας σχετικά με τα θέματα που αφορούσαν τα οικονομικά των εν λόγω εταιρειών και ότι ο μόνος που διαχειριζόταν τα θέματα αυτά ήταν ο τρίτος των καθών συμφωνώντας τους όρους όλων των εμπορικών συναλλαγών των εταιρειών, μεριμνώντας για την είσπραξη των εσόδων, την πληρωμή των εξόδων των πλοίων και υποβάλλοντας φορολογικές δηλώσεις που συντάσσει ο λογιστής της επιχείρησής του καθώς α) από το παράρτημα Νο 1 που ανήκει στο από 16-8-2006 ναυλοσύμφωνο μεταξύ ΑΕ ...

με ημερομηνία 16-8-2007, β) παράρτημα Νο 2 ανήκει στο από 16-8-2006 ναυλοσύμφωνο μεταξύ ΑΕ ... με ημερομηνία 1-8-2008 και γ) παράρτημα Νο 3 που ανήκει στο από 16-8-2006 μεταξύ ΑΕ ... με ημερομηνία 31-7-2009, αποδεικνύεται ότι για λογαριασμό των καθών ναυτικών εταιρειών τα ναυλοσύμφωνα έχει υπογράψει ο αιτών...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των καθών η αίτηση κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε δεχθεί την αίτηση του αναιρεσείοντος και είχε διατάξει το διαχειριστικό έλεγχο των πρώτης και δεύτερης των καθών η αίτηση ναυτικών εταιρειών.

Σύμφωνα με το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο αφού αξίωσε για την εφαρμογή του άρθρου 40 του ν. 979/1979 προϋποθέσεις που οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν θέτουν και συγκεκριμένα αξίωσε ως προϋποθέσεις για την άσκηση της αιτήσεως να διαταχθεί διαχειριστικός έλεγχος των ως άνω ναυτικών εταιρειών, την προηγούμενη σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης των εταιρειών αυτών και τη μη συμμετοχή του αιτούντος (μειοψηφούντος εταίρου) στο διοικητικό συμβούλιο των εταιρειών ή και στην εκπροσώπηση αυτών.

Περαιτέρω παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη αφού με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τους ισχυρισμούς του αιτούντος ότι, αν και ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου των εταιρειών και νόμιμος εκπρόσωπος αυτών, δεν είχε ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση των εταιρειών και δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα των δύο εταιρειών, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί τα σχετικά με την οικονομική διαχείριση των εταιρειών θέματα και ότι γνώση για αυτά είχε ο τρίτος των καθών Π.

Σ.ς, που ασκούσε την οικονομική διαχείρισή τους, μόνη δε η παραδοχή ότι ο αιτών υπέγραψε ναυλοσύμφωνα για λογαριασμό των καθ' ων εταιρειών χωρίς άλλες παραδοχές περί της δυνατότητάς του να πληροφορείται την οικονομική διαχείριση των εν λόγω εταιρειών δεν αρκούσε για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αιτούντος.

Έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 979/1979 που εφάρμοσε, καθόσον, αφενός αξίωσε για την εφαρμογή του περισσότερες από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, αφετέρου δε έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες για τα ανωτέρω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ως άνω διάταξης που εφαρμόστηκε.

Συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από του αριθμούς 1 για τον πρώτο λόγο και 19 για το δεύτερο του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο συμπληρωματικός του δευτέρου λόγου αναίρεσης δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 461/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την ως άνω αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ