Legislator Case Law & Legislation
422/2018 AI generated

422/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 422/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

422/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 561§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 422 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 422/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που έχει έδρα στο Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Σαξώνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 3-1-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει έδρα στο Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Σταυρογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13694/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 680/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 8-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος (κατά το οικείο μέρος του), έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9-06-2Ο15 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 680/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 13694/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η από 21-12-2010 αγωγή της τελευταίας, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας των από 4-3-2002 και 12-6-2002 συμβάσεων παροχής ενεχύρου-εκχωρήσεως απαιτήσεων, που φέρονται ότι υπογράφησαν μεταξύ των διαδίκων, ακολούθως δε λόγω της άνω ακυρότητος των συμβάσεων αυτών να υποχρεωθεί η εναγομένη, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 392.540,23 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το Εφετείο δικάζοντας επί της ασκηθείσης κατά της άνω απόφασης έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή της εφέσεώς της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ακολούθως δε δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής και κρίνοντας ότι οι άνω συμβάσεις ήταν άκυρες, επεδίκασε στην ενάγουσα νομιμοτόκως, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το αιτηθέν ποσό.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 561§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που, κατ' άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατ' ειδική ρύθμιση του ως άνω ν.δ., για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαιτήσεως της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πιστώσεως) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαιτήσεως οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης, όμως, βάσει του χρόνου γεννήσεώς της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.

Κατ' ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ν.δ., αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από την επίδοση δε αντιγράφου της συμβάσεως ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η εν λόγω δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 480/2006, ΑΠ 857/2004, 1048/1998).

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως (ΠΔ 30/1996 - ΦΕΚ Α\ 21), ο Νομάρχης, μεταξύ των άλλων, εκπροσωπεί τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (που είναι αυτοδιοικούμενο κατά τόπο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου- άρθρο 1 πδ 30/1996) δικαστικώς και εξωδίκως, διατάσσει την είσπραξη των εσόδων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και αποφασίζει για τη διάθεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού της (παρ. 1 περ.

β' γ' και ε'), ενώ με το άρθρο 89 του Π.Δ. 30/1996, που αναφέρεται στην οικονομική διαχείριση, ορίζεται, στην παρ. 1, ότι "Η ταμειακή υπηρεσία των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων διεξάγεται από ειδική υπηρεσιακή μονάδα". Σύμφωνα δε με το άρθρο 95 του ίδιου Κώδικα, με διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κανονίζονται τα θέματα τα σχετικά με τη βεβαίωση των εσόδων, την ανάληψη υποχρεώσεων, την έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, την ευθύνη και τον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, τη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, τη χρηματική διαχείριση της ταμιακής υπηρεσίας, τη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμιών, τα βιβλία που πρέπει να τηρούν οι ταμειακές υπηρεσίες και γενικά την οικονομική διοίκηση και το λογιστικό των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, ενώ μέχρι να εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα για το λογιστικό των Ν.Α., εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 496/1974 όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και οι διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του.

Περαιτέρω, το άρθρο 12 του ν.δ. 496/1974 έχον τον υπότιτλο "Διάθεσις των πιστώσεων υπό των διατακτών", ορίζει στην παρ. 1 "Το διοικούν το ν.π.δ.δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ πιστώσεις άς δύναται να μεταβιβάζει δι' επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντας διατάκτας)", και στην παράγραφο 4 "Το διοικούν το νομικόν πρόσωπον συλλογικόν όργανον ορίζει εκκαθαριστήν των δαπανών αυτού, εφ' όσον ούτος δεν ορίζεται υπό των κειμένων περί του νομικού προσώπου διατάξεων".

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του ίδιου ν.δ. 496/1974 ("Αναγνώρισις, εκκαθάρισις και εντολή πληρωμής εξόδων") "Τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται και εκκαθαρίζονται υπό των αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι' έκαστον ν.π. ή είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ' αυτών απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι' ετέρων στοιχείων καθοριζομένων δι' αποφάσεων του διοικούντος ταύτα συλλογικού οργάνου" (παρ. 1 εδ.

α), ενώ "Διά την πληρωμήν οιουδήποτε εξόδου απαιτείται η έκδοσις χρηματικού εντάλματος" (παρ. 4). Το ίδιο άρθρο 13 του ν.δ. 496/1974 ορίζει στην παρ. 6 εδ. β αυτού, ότι με Προεδρικό Διάταγμα, εκδιδόμενο με πρόταση του Υπουργού των Οικονομικών, ορίζεται "η διαδικασία εκκαθαρίσεως και εντολής πληρωμής των εξόδων των νομικών προσώπων υπό της οικονομικής αυτών υπηρεσίας ή των δια των διατάξεων του άρθρου 14 του παρόντος προβλεπομένων Υπηρεσιών Εντελλομένων Εξόδων", ενώ με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 496/1974 παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση Π.Δ/των σχετικά με τη σύσταση Υπηρεσιών Εντελλομένων Εξόδων στα ν.π.δ.δ., καθώς και την ανάθεση εκκαθάρισης και εντολής πληρωμής των δαπανών νομικών προσώπων σε ήδη υφιστάμενες Υπηρεσίες Εντελλομένων Εξόδων.

Ακόμη, το άρθρο 53 του αυτού ν.δ. 496/1974, υπό τον τίτλο "Κατάσχεσις εις χείρας του ν.π. και εκχώρησις" ορίζει τα εξής: "1. Δια πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. ως τρίτου, το κατασχετήριον ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π. κοινοποιούνται εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π.

και εις το αρμόδιον δια την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγεται φορολογικώς ο καθού η κατάσχεσις και εις την αρμοδίαν δια την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2.

Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, δια την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαιτήσεως ονομαστικής τρίτου κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως υπέρ Τράπεζας, συνεπαγόμενης εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμειακή υπηρεσία οικονομικής διαχείρισης) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, (Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών) καθώς και (σωρευτικώς) στον οικείο Νομάρχη, ως μόνο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (κύριος διατάκτης, ως αποφασίζων για τη διάθεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού της Ν.Α.).

Επίσης, εντός δέκα πέντε ημερών από την επίδοση της αναγγελίας στην ως άνω αρμόδια για την πληρωμή υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης θα πρέπει να κοινοποιηθεί η αυτή αναγγελία και στην αρμόδια για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής της δαπάνης υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 87 παρ. 1 εδ.

γ' του ΠΔ 30/1996 ("Την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των εξόδων των Ν.Α. ενεργούν οι Υπηρεσίες Εντελλομένων Εξόδων που λειτουργούν στις Ν.Α. και υπάγονται στον Υπουργό των Οικονομικών"). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 7 και 8 Ν. 1418/1984, 40 παρ. 1 και 7 Π.Δ. 609/1985, 18 του Ν. 1947/1991, 2 παρ. 6 του Ν. 2229/1994 και 1 επ. του Π.Δ. 186/1996 προκύπτει ότι, προκειμένου περί έργου νομαρχιακού επιπέδου, εκτελούμενου από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, και υπαγόμενου στις διατάξεις περί δημοσίων έργων του Ν. 1418/1984 και ΠΔ 609/1985, αρμόδια υπηρεσία της Ν.Α.

για την εκκαθάριση της αμοιβής του αναδόχου του έργου (έλεγχος των οικείων λογαριασμών και πιστοποίηση των εργασιών) και για την έκδοση της εντολής πληρωμής της είναι η διευθύνουσα υπηρεσία, ήτοι η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της κυρίας του έργου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Στην περίπτωση που δεν γίνουν όλες οι κοινοποιήσεις αυτές (σωρευτικώς), οι οποίες οπωσδήποτε δεν αναπληρώνονται από την ευθεία αναγωγή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης από τον εκδοχέα, δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαιτήσεως αποτέλεσμα της συμβάσεως εκχωρήσεως έναντι της οφειλέτριας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, δεδομένου ότι ρητά θεωρείται, με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974, η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία, ως άκυρη.

Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη μόνο ως προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, στην ενημέρωση των Υπηρεσιών της οποίας εντοπίζεται ο σκοπός των επιδόσεων αυτών, προκειμένου να της παρασχεθεί η δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά της και να αποφύγει ενδεχόμενη ζημία της και μπορεί να προταθεί από την τελευταία (ΑΠ 480/2006, 176/1974).

Περαιτέρω, σύμφωνα και με το άρθρο 460 ΑΚ ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο του, επί δε νομικών προσώπων στον κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπο τους. Όμως, από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 455 ΑΚ, στις σχέσεις μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα δεν χρειάζεται αναγγελία για την εκχώρηση, εφόσον δε ο οφειλέτης καταβάλλει στον εκδοχέα γνωρίζοντας την εκχώρηση, λόγω αναγγελίας που γίνεται προς αυτόν χωρίς την τήρηση όλων των τυπικών προϋποθέσεων ή εξ άλλων λόγων, αυτός (οφειλέτης) απαλλάσσεται από την απαίτησή του έναντι του εκχωρητή, στον τελευταίο δε εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν υφίσταται η σύμβαση εκχωρήσεως μεταξύ αυτού και του εκδοχέα.

Εξάλλου, από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, Προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επομένως η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση αποτελεί κατά το άρθρ. 361 του ΑΚ νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματά του απ' αυτή.

Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη, ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, πρέπει δε τα σχετικά περιστατικά, που συνεπάγονται το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης και συνιστούν τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 390/2011).

Εξάλλου, δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία. Ενδέχεται στη σχέση δότη και λήπτη του πλουτισμού να παρεμβάλλεται και τρίτο πρόσωπο, οπότε δημιουργείται τριμερής σχέση μεταξύ του τρίτου, του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, αναλυόμενη συνήθως σε δυο μερικότερες σχέσεις, δηλαδή τη σχέση του τρίτου προς το δότη του πλουτισμού (σχέση κάλυψης) και αυτή του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού (σχέση αξίας).

Δεν υπάρχει όμως τέτοια έλλειψη αιτίας, όταν με σύμβαση, που καταρτίζεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, με την οποία συνιστάται υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενέχυρο σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαιτήσεως της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πιστώσεως) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαιτήσεως οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, οπότε η ενεχύραση αυτή συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, στην περίπτωση που δεν τηρήθηκαν όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της αναγγελίας προς τον οφειλέτη ως προς την απαίτηση που έχει κατ' αυτού ο εκχωρητής, έτσι ώστε η αναγγελία να καθίσταται άκυρη ως προς τον οφειλέτη.

Αν όμως ο τελευταίος (οφειλέτης), καταβάλλει στον εκδοχέα, γνωρίζοντας την εκχώρηση, εξαιτίας της περιέλευσης σ' αυτόν της αναγγελίας που έγινε χωρίς την τήρηση όλων των τυπικών προϋποθέσεων η αναγγελία αυτή δεν δημιουργεί πλουτισμό χωρίς νόμιμη αιτία, στον εκδοχέα της απαίτησης αυτής του εκχωρητή, αφού η ανυπαρξία ή ακυρότητα της αναγγελίας στον οφειλέτη, δεν δημιουργεί πλουτισμό χωρίς νόμιμη αιτία στον πρώτο, καθόσον, στις σχέσεις μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα δεν χρειάζεται αναγγελία για την εκχώρηση, αλλά αρκεί ότι υφίσταται έγκυρη σύμβαση εκχωρήσεως μεταξύ τους, η δε ενεχύραση, η οποία συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, παρέχει δικαίωμα στην τελευταία να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή, μόνο δε για το επί πλέον της ενεχύρασης ποσό παρέχεται στον εκχωρητή της απαίτησης αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όχι όμως και αν δεν καλύπτεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση, η ενεχυρασμένη απαίτηση του ίδιου εκχωρητή ή τρίτου, προς κάλυψη της οποίας έγινε η σύμβαση ενεχυρίασης και η παράλληλη εκχώρηση προς τον εκδοχέα της απαίτησης του εκχωρητή από τρίτον.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 680/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) με την επωνυμία "..." με καταστατικό σκοπό την κατασκευή δημοσίων έργων συνήψε την 1- 6-2000 στο ...

με τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ….. σύμβαση με την οποία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Αποκατάσταση Υφισταμένου Προβλήτα της Τρυπητής με άμεση επαναλειτουργία του" με συμφωνηθέν εργολαβικό τίμημα το ποσό των 300.000.000 δραχμών και ήδη 880.410,85 ευρώ και στις 6-6-2002 νέα σύμβαση με την ίδια κυρία του έργου για την εκτέλεση του έργου "Αποκατάσταση Υφισταμένου Προβλήτα της Τρυπητής-Ενίσχυση Υπεδάφους" με συμφωνηθέν εργολαβικό τίμημα το ποσό των 1.026.988 ευρώ.

Για την εκτέλεση αμφοτέρων των έργων η ενάγουσα συνήψε στις 24-8-2001 και στις 6-6-2002 συμβάσεις υπεργολαβίας με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." αντί τιμήματος, που θα ορίζονταν στα συνοδεύοντα τις συμβάσεις συμβατικά τεύχη. Ταυτόχρονα η ενάγουσα, νομίμως εκπροσώπου μένη από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Χ.

Γ., δυνάμει των με αριθ. ….7/13-3-2001 και ….7/11-6-2002 πληρεξουσίων συνταχθέντων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κ. Ζ. Τ. το πρώτο και της Συμβολαιογράφου Κ. Κ. Δ.-Γ. το δεύτερο, διόρισε τον Ά. Γ. του Α., αντιπρόσωπο και αντίκλητο της, προς τον οποίο παρείχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα αντ' αυτής και για λογαριασμό της να: "1) ενεργεί βάσει των ανωτέρω συμβάσεων έργου για την εκτέλεση αυτών, 2) να παρίσταται και να αντιπροσωπεύει αυτήν (ενάγουσα) στη Νομαρχία ….

για κάθε θέμα που έχει σχέση με την εκτέλεση του έργου, 3) να παρίσταται ενώπιον πάσης Δημόσιας, Δικαστικής ή άλλης Διοικητικής Υπηρεσίας και οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου ως και ενώπιον των Τραπεζών Ελλάδος, Εργασίας, Εμπορικής, Εθνικής, Αγροτικής και όλων των λοιπών Τραπεζών, το οποίο θα είχε κατά τον οποιοδήποτε τρόπο σχέση με τα εν λόγω έργα, ενεργών ότι απαιτείται και είναι αναγκαίο και ενδεδειγμένο για την προώθηση κατασκευής και εκτέλεσης αυτών κατά τους όρους των συμβάσεων, υπογράφων κάθε προς τούτο απαιτηθησόμενο έγγραφο, 4) να υπογράφει πρωτόκολλα, κανονισμών νέων τιμών μονάδος, ανακεφαλαιωτικούς πίνακες, επιμετρήσεις και να επιμελείται των πιστοποιήσεων και να υπογράφει αυτές, 5) να ενεργεί και να πράττει χωρίς κανένα περιορισμό και ότι αυτός θεωρεί νόμιμο και ενδεδειγμένο, αναλαμβάνοντας όλες τις υποχρεώσεις που τυχόν προκύψουν, εφαρμόζων εν προκειμένω τις διατάξεις του Ν. 1418/1984 ως και τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα, υπογράφων και καταθέτων παντός είδους δηλώσεις και έγγραφα, ιδίως δε δηλώσεις κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 ως επίσης να αιτείται και λαμβάνει αντίγραφα παντός είδους εγγράφου κατατεθέντος τόσο στη Νομαρχία …., Διεύθυνση Τεχνικών Έργων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης …., όσο και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, 6) να συμβιβάζεται αναφορικά προς τα έργα της Ν.Α.

….., το ΙΚΑ και κάθε άλλο οργανισμό, Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και εταιρεία κοινής ωφελείας, 7) να υποβάλει αιτήσεις θεραπείας σε περίπτωση διαφωνίας με τον εργοδότη επί παντός θέματος, το οποίο πιθανό να ανακύψει κατά την εκτέλεση των έργων και μέχρι πέρατος αυτών ενεργών ότι ορίζει ο Ν. 1418/1984 και τα εκτελεστικά διατάγματα και οι λοιπές διατάξεις, 8) να επιτρέπει και λαμβάνει σχετικές πιστοποιήσεις και λογαριασμούς των εκτελεσθεισών εργασιών των άνω έργων από τη Νομαρχία ….., να προεξοφλεί και να εκχωρεί αυτούς σε τράπεζες ή σε ιδιώτες και να εισπράττει το προϊόν της προεξόφλησης, ως και να εισπράττει και εξοφλεί τις σχετικές επιταγές του Δημοσίου...." Με βάση τις παρασχεθείσες αυτές εντολές και πληρεξουσιότητες ο Ά.

Γ. συνήψε στις 4-3-2002 και 12-6-2002 με την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) δύο συμβάσεις παροχής ενεχύρου και εκχώρησης απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της κυρίας του έργου (Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ….), δυνάμει των οποίων "συστήθηκε υπέρ της εναγομένης δικαίωμα ενεχύρου επί των δύο ανωτέρω εργολαβικών συμβάσεων καθώς και επί της πρώτης εντολής πληρωμής ποσού 32.000.000 δραχμών την 13-12-2001, κατά οσουδήποτε ποσού παρούσης ή μέλλουσας απαίτησης, που απορρέει από τις ανωτέρω συμβάσεις".

Στις συμβάσεις αυτές συμβλήθηκε ο Ά. Γ. ταυτόχρονα και ως νόμιμος εκπρόσωπος της υπεργολάβου ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", υπό την ιδιότητά της ως πιστούχου της με αριθ. ...9/29-8-2001 σύμβασης παροχής πίστωσης ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, δυνάμει της οποίας της είχε χορηγηθεί πίστωση από την εναγομένη συνολικού ποσού, μετά από διαδοχικές αυξήσεις 750.000 ευρώ και προς εξασφάλιση των απορρεουσών από αυτή απαιτήσεων της εναγομένης είχαν υπογραφεί οι ανωτέρω συμβάσεις της εκχώρησης.

Εν συνεχεία στις 22-9-2003, 27-10-2003 και 30-12-2003 η εναγομένη εισέπραξε, δυνάμει των ως άνω συμβάσεων εκχώρησης απαιτήσεων, τρεις επιταγές εκδόσεως της κυρίας του έργου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης …., σε διαταγή της (εναγομένης) ποσού 69.328,92 ευρώ, 95.810,71 ευρώ και 104.235,83 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικό ποσό 269.375,46 ευρώ.

Στις 29-12-2003 η ενάγουσα νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Χ. Γ. προέβη στην ανάκληση των ως άνω πληρεξουσίων της προς τον Ά. Γ., δυνάμει της με αριθ. …6/29-12-2003 σχετικής πράξης της Συμβολαιογράφου Κ. Ε. Λ., το οποίο κοινοποίησε στην εναγομένη στις 20-1-2004 μαζί με την υπ' αριθ. …8/20-1-2004 επιστολή της, με την οποία της γνώριζε ότι ο μέχρι τότε πληρεξούσιος της έπαψε να έχει την εξουσία είσπραξης οποιουδήποτε ποσού από τις πληρωμές των λογαριασμών που εκδίδονταν για την εξυπηρέτηση των συμβάσεων έργου που είχε αναλάβει.

Στις 27-7-2004 και στις 28-9-2004 η εναγομένη εισέπραξε μέρος δύο ακόμη επιταγών εκδόσεως της κυρίας του έργου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ….., σε διαταγή της, ποσού 50.387,05 ευρώ και 94.777,72 ευρώ, αντίστοιχα, και συγκεκριμένα από την πρώτη εισέπραξε το ποσό των 30.387,05 ευρώ και από τη δεύτερη το ποσό των 64.777,72 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 95.164,77 ευρώ (τα υπόλοιπα ποσά αμφοτέρων των επιταγών εισέπραξε η ενάγουσα μετά από παράκλησή της προς την εναγομένη), ενώ εισέπραξε, γεγονός που δεν αρνείται η εναγομένη και το ποσό των 28.000 ευρώ, που αφορούσε πιστοποίηση λογαριασμού μηνός Δεκεμβρίου του 2004....

Η ενάγουσα ισχυρίζεται, ισχυρισμό που επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης έφεσής της, ότι οι ως άνω συμβάσεις εκχώρησης απαιτήσεων είναι άκυρες λόγω μη νομότυπης σύναψής τους, αφού ουδέποτε έλαβε χώρα προσήκουσα αναγγελία τους στην οφειλέτρια-κυρία του έργου (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ….). Οι ως άνω συμβάσεις παροχής ενεχύρου και εκχώρησης απαιτήσεων αναγγέλθηκαν με κοινοποίηση αντιγράφου τους:

στην Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης …., στο Νομαρχιακό Ταμείο …, στην υπεργολάβο "...", στην ΔΟΥ ΦΑΕ …., στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης, στην ενάγουσα, στη ΔΟΥ Φορολογίας Ανωνύμων Εταιριών Αθηνών και στην Περιφέρεια Κεντρικής …....Όμως, σύμφωνα μ' αυτά που αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη σχετικά με τις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω διατάξεις, για να είχε η επίδοση κάθε μιας των συμβάσεων ενεχύρασης και εκχώρησης απαιτήσεων τα αποτελέσματα της αναγγελίας της εκχωρούμενης απαίτησης, έπρεπε να είχε γίνει αυτή (επίδοση) σωρευτικά στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα της εναγομένης (Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της), στον οικείο Νομάρχη …., καθώς και στη διεύθυνση Τεχνικών Έργων.

Όμως, σωρευτικά όλες οι επιδόσεις δεν έλαβαν χώρα και δεν αρκούν οι επικαλούμενες επιδόσεις στο Νομαρχιακό Ταμείο και στη διεύθυνση Τεχνικών Έργων, η οποία (δεύτερη) είναι αρμόδια υπηρεσία μόνο για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής της δαπάνης, ενώ έπρεπε να λάβει χώρα, για τη νομότυπη σύσταση των συμβάσεων εκχώρησης, επίδοση και στον οικείο Νομάρχη …., ως μόνο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο της Νομαρχιακής Διεύθυνσης …..

Συνεπώς, οι επίδικες συμβάσεις είναι απολύτως άκυρες και δεν επέφεραν τα αποτελέσματα της εκχώρησης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί μη νομότυπης σύναψης των συμβάσεων εκχώρησης λόγω μη προσήκουσας αναγγελίας τους στην κυρία του έργου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινομένης έφεσης και, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη στο σύνολο της.....Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να ερευνηθεί η αγωγή.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν υφίσταται πλέον νόμιμη αιτία και η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά τα ως άνω ποσά, που εισέπραξε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση …., συνολικού ποσού 392.540,23 ευρώ [(269.375,46 + 95.164,77 =) 364.540,23+28.000=)".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή, και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα πρέπει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό. των 392.540,23 ευρώ, ως πλουτισμό που αποκόμισε η πρώτη χωρίς νόμιμη αιτία, λόγω της ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων ενεχυρίασης και εκχώρησης συνεπεία της άκυρης (για τυπικούς λόγους) αναγγελίας των συμβάσεων αυτών από την εκδοχέα αναιρεσείουσα προς την κυρία του έργου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης …., που είχε αναθέσει την εκτέλεση αυτού στην εκχωρήτρια εταιρεία και από τις οποίες απέρρεαν οι ενεχυρασθείσες και εκχωρηθείσες απαιτήσεις προς την εναγομένη Τράπεζα, συνισταμένου δηλαδή του αδικαιολόγητου πλουτισμού στα ποσά που η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ….

κατέβαλε στην εναγομένη λόγω των άνω καταρτισθεισών συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι οι μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσες συμβάσεις ενεχυρίασης και εκχώρησης από την ενάγουσα εκχωρήτρια των απαιτήσεών της προς την εναγομένη εκδοχέα τράπεζα που απέρρεαν από την εκτέλεση του έργου που της ανέθεσε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση …., ήσαν άκυρες, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 455, 460 ΑΚ, 12, παρ. 1, 13, παρ. 1, 4, 6β, 14, παρ. 1, 2, 53 ν.δ. 496/1974 και 95 ΠΔ 30/1996, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι καταρτισθείσες κατά τα άνω συμβάσεις εκχωρήσεως μεταξύ των διαδίκων ήταν άκυρες μόνο ως προς την τελευταία ως οφειλέτρια, λόγω της άκυρης αναγγελίας της εκχωρήσεως προς αυτήν εξαιτίας μη τηρήσεως του νόμιμου τύπου που επιβάλλουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις, ενώ οι τελευταίες αυτές συμβάσεις ήταν καθόλα νόμιμες και έγκυρες μεταξύ τους, στα πλαίσια της κατ' άρθρον 361 του ΑΚ ελευθερίας των συμβάσεων, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1247, 1248 και 1254 του ίδιου Κώδικα.

Περαιτέρω δε, με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι με το να καταβάλει η οφειλέτρια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση …., η οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου έλαβε γνώση των συμβάσεων αυτών από την άκυρη προς αυτήν αναγγελία της εκχωρηθείσας, οφειλόμενης κατά τα άνω απαίτησης της ενάγουσας από την εκτέλεση του ανατεθέντος σ' αυτήν έργου, στην εναγομένη τράπεζα, στην οποία είχε ενεχυριάσει και εκχωρήσει την απαίτησή της αυτή, προς κάλυψη, της συμβληθείσης επίσης στις άνω συμβάσεις υπεργολάβου ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", της πίστωσης που χορηγήθηκε στην τελευταία από την εναγομένη τράπεζα με την υπ' αριθ. ...9/29-8-2001 σύμβαση παροχής ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία (πίστωση) ανήλθε, μετά από διαδοχικές αυξήσεις, στο ποσόν των 750.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της οποίας (πίστωσης) είχαν καταρτισθεί οι άνω συμβάσεις ενεχυρίασης και εκχώρησης προς την εναγόμενη εκδοχέα των άνω απαιτήσεων της ενάγουσας και ότι εκείνη (εναγομένη), κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία και καθίσταται υπόχρεη προς καταβολή στην ενάγουσα του ως άνω ποσού, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, ανεξάρτητα από την άκυρη αναγγελία προς την οφειλέτρια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση …. εφόσον η τελευταία έλαβε γνώση των ανωτέρω συμβάσεων ενεχυρίασης και εκχώρησης προς την εναγομένη των απαιτήσεων που είχε η ενάγουσα απ' αυτήν, οι διαδοχικές καταβολές στις οποίες προέβη αυτή (οφειλέτρια), συνολικού ποσού 392.540,23 ευρώ δεν έγιναν χωρίς νόμιμη αιτία, αλλά ως νόμιμη αιτία είχαν τις άνω νόμιμες και έγκυρες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ενεχυρίασης και εκχώρησης προς εξασφάλιση της χορηγηθείσας στην πιστούχο υπεργολάβο εταιρία πίστωσης, ποσού 750.000 ευρώ, που είναι υπέρτερο του καταβληθέντος, αλλ' αντιθέτως οι καταβολές αυτές είχαν ως συνέπεια τη μείωση κατά το εν λόγω ποσό, μέρους της χορηγηθείσης σ' αυτήν πίστωσης και όχι την αύξηση της περιουσίας της πιστώτριας Τράπεζας.

Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που όλοι εκτιμώνται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των ως άνω λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει τους λοιπούς, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 680/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 680/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ