422/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated422/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 422 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 422/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νομικά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αναστασία Κουτσαύτη και Ιφιγένεια Καρανδρέα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 2)Λ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 3)Α. Α. του Ν., κατοίκου ..., 4)Π. Β. - Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5)Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 6)Μ. Μ., κατοίκου ..., 7)Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ... 8)Ε. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 9)Β. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 10)Γ. Τ. του Π., κατοίκου ..., 11)Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 12)Β. Π. του Ε., κατοίκου ..., 13)Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., 14)Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 15)Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 16)Ε. Μ. του Λ., 17)Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 18)Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 19)Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 20)Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 21)Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 22)Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 23)Β. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 24)Χ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 25)Δ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 26)Χ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 27)Γ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 28)Ι. Α. του Χ., κατοίκου ..., 29)Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., 30)Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., 31)Ζ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 32)Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 33)Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., 34)Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 35)Ν. Ι. του Δ., κατοίκου ... και 36)Φ. Μ. του Β., κατοίκου .... Οι 1η, 2ος, 3η, 25η, 27ος, 29η και 34η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αντωνίου, που κατέθεσε προτάσεις, και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Το επώνυμο της 34ης διορθώθηκε στο ορθό "Τ." από το εσφαλμένο "Τ.", όπως προκύπτει από το πρακτικό 41/17-5-2016 του δικαστηρίου τούτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/11/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2225/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 547/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/4/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 30/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να α)απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 4ης αναιρεσίβλητης και β)να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι και να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος κατά της 34ης των αναιρεσιβλήτων, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των: 1) 1)Χ.
Τ. του Θ., 2)Λ. Μ. του Ν., 3)Α. Α. του Ν., 4)Ι. Κ. του Θ., 5)Μ. Μ., 6)Γ. Κ. του Σ., 7)Ε. Χ. του Ι., 8)Β. Τ. του Χ., 9)Γ. Τ. του Π., 10)Ε. Σ. του Σ., 11)Β. Π. του Ε., 12)Ε. Π. του Σ., 13)Μ. Μ. του Δ., 14)Γ. Μ. του Ε., 15)Ε. Μ. του Λ., 16)Ε. Σ. του Δ., 17)Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 18)Σ. Κ. του Ι., 19)Π. Κ. του Ν., 20)Δ. Μ. του Ε., 21)Α. Κ. του Κ., 22)Β. Δ. του Κ., 23)Χ. Δ. του Β., 24)Δ. Δ. του Ι., 25)Χ.
Ε. του Α., 26)Γ. Τ. του Θ., 27)Ι. Α. του Χ., 28)Α. Α. του Κ., 29)Ε. Α. του Γ., 30)Ζ. Κ. του Α., 31)Μ. Π. του Ι., 32)Ε. Α. του Γ., 33)Δ. Τ. του Ι., 34)Ν. Ι. του Δ. και 35)Φ. Μ. του Β.. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από το αναιρεσείον εκθέσεις επιδόσεως: α) υπ' αριθ. 2080Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., β) υπ' αριθ. 2082 Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., γ) υπ' αριθ 2067Ε/1.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά.
Σ., δ) υπ' αριθ 2065Ε/1.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., ε) υπ' αριθ 11735/1.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Κ. Δ., στ) υπ' αριθ 2077Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., ζ) υπ' αριθ. 2066Ε/1.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά.
Σ., η) υπ' αριθ. 2085Ε/3.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., θ) υπ' αριθ. 3594Γ/1.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας Α. Α., ι) υπ' αριθ. 2075Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., ια) υπ' αριθ. 2068Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά.
Σ., ιβ) υπ' αριθ. 2076Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., ιγ) υπ' αριθ. 3255Β/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Κ., ιδ) υπ' αριθ. 2072Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., ιε) υπ' αριθ. 11736/1.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Κ.
Δ., ιστ) υπ' αριθ. 2069Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., ιζ) υπ' αριθ. 2078Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., ιη) υπ' αριθ. 11259γ'/2.9.2015 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Κ. Α.- Ν., ιθ) υπ' αριθ. 2089Ε/4.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά.
Σ., κ) υπ' αριθ. 2081Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., κα) υπ' αριθ. 3258Β/3.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Κ., κβ) υπ' αριθ. 384Β/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Σ. Γ., κγ) υπ' αριθ. 2088Ε/3.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά.
Σ., κδ) υπ' αριθ. 2064Ε/1.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ., κε) υπ' αριθ. 11261γ'/2.9.2015 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Κ. Α.- Ν. , κστ) υπ' αριθ. 11260γ'/2.9.2015 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Κ. Α.- Ν. , κζ) υπ' αριθ. 2095Ε/4.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά.
Σ., κη) υπ' αριθ. 2070Ε/2.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ. και κθ) υπ' αριθ. 2692Γ/5.9.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης Ι. Κ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 10.11.2015, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η συζήτηση για τη δικάσιμο της 17.5.2016 και ακολούθως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (17.1.2017), επιδόθηκε στους τέταρτη, πέμπτο, έκτη, έβδομο, όγδοη, ένατη, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατο τέταρτο, δέκατη πέμπτη, δέκατο έκτο, δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη, εικοστή, εικοστή πρώτη, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη, εικοστό τέταρτο, εικοστή έκτη, εικοστή όγδοη, τριακοστή, τριακοστή πρώτη, τριακοστή δεύτερη, τριακοστή τρίτη, τριακοστή πέμπτη και τριακοστή έκτη των αναιρεσιβλήτων με την επιμέλεια της, παραδεκτά διορισθείσας, πληρεξούσιας δικηγόρου του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, Ιφιγένειας Καρανδρέα.
Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη μ` αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο σχετικός λόγος αναίρεσης (ΑΠ 4/2015, 1521/07, 731/05).
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης (Π. Β.- Κ.), ως προς την οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη, 547/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, η από το αναιρεσείον ασκηθείσα από 28.11.2006 έφεση κατά της υπ` αριθ. 2225/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, καθόσον ουδεμία εκ των προβαλλομένων, με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο δικόγραφο λόγους, αιτιάσεων αναφέρεται στην παραπάνω απορριπτική (ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη) κρίση της προσβαλλομένης απόφασης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ολ.ΑΠ 18/2006).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε την 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004, αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης και δη της σύμβασης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν δε από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη, κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων, τον οποίο διατηρούν και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ολ.
ΑΠ 7/2011). Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 85/18.4.2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις και οι οποίες κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς το σκοπό αυτό προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.
γ` της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18.4.2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ` αυτό, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (ΑΠ 602/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι` αυτό απευθύνονται, κατ` ανάγκην, όχι απ` ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.
Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ολΑΠ 31/2009, 19,20/2007). Την 10.7.1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη - μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10.7.2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10.7.2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους - μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη - μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου. Τα κράτη - μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ` όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας - πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ` αριθ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη - μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος - μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζεται ότι α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα της επιχείρησης, γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19.7.2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ` εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 παρ. 1 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται ότι Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19.7.2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις (3) τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο ανανέωσης απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α` να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Ενώ με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη της ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α` της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης, ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του ΠΔ 164/2004 απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ` επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10.7.2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας, που δεν ήταν κατά τα προαναφερθέντα άμεσης εφαρμογής, και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα.
Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (oλΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Με το λόγο αυτό αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη (ΑΠ 253/2016, 21/2015, 220/2012, 181/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΑΠ 644/2013, 1581/2012, 1265/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τους τρεις πρώτους αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 και όχι και από τους αριθμούς 8,10 και 19, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 21 του ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 5 και 11 του π.δ. 164/2004, δέχθηκε το Εφετείο ότι οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου των λοιπών, πλην της 34ης (Δ.
Τ.), των αναιρεσιβλήτων, αποτελούν ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια. Ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με τους αναιρεσιβλήτους αυτούς αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, που προσλαμβάνονταν, κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα ο καθένας, από το εναγόμενο με αλλεπάλληλες (διαδοχικές) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με αντικείμενο εργασίας τους την απασχόληση στην εκτίμηση ζημιών από διάφορα ζημιογόνα αίτια και στο διοικητικό έλεγχο αιτήσεων για χορήγηση οικονομικών ενισχύσεων, εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του εναγομένου, οι οποίες δεν ήταν πρόσκαιρες ή εποχικές ή έκτακτες, αλλά κάλυπταν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, αφού οι ως άνω συμβάσεις που κατάρτιζαν με το εναγόμενο δεν αφορούσαν συγκεκριμένες εποχές ή περιόδους, αλλά κάλυπταν όλη σχεδόν τη διάρκεια του έτους απείχαν δε μεταξύ τους μικρά χρονικά διαστήματα.
Ενόψει αυτών, ο χρονικός περιορισμός της διάρκειας των άνω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και συγκεκριμένα από την εποχικότητα του έργου του εναγομένου, ούτε από τη φύση των υπηρεσιών, που παρείχαν οι ενάγοντες, ούτε από τη φύση και το είδος των καλυπτόμενων από την εργασία τους αναγκών του εναγομένου, ούτε, τέλος, υπαγορεύτηκε από κάποιο άλλο ειδικό λόγο αναγόμενο στις συνθήκες των υπηρεσιών αυτού.
Επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγοντες προσλαμβάνονταν για κάλυψη εκτάκτων και εποχιακών αναγκών του. Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των 1ης, 2ου, 3ης, 5ου, 6ης, 7ου, 8ης, 9ης, 10ης, 11ης, 13ης, 14ης, 15ου, 16ης, 17ου, 18ης, 20ου, 21ης, 22ης, 23ης, 24ης, 25ης, 26ου, 27ης, 28ης, 29ου, 30ης, 31ης, 32ης 33ης, 34ης, 35ης 38ης και 39ης των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων, που προσλήφθηκαν για πρώτη φορά από το εναγόμενο πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 103 παρ.
δ' του ισχύοντος Συντάγματος, είχαν ήδη προσλάβει για καθέναν εξ αυτών, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση, το χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγόντων ως μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού εργασίας του, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης από αυτόν (κανονισμό) ως σύμβασης ορισμένου χρόνου, αφού, άλλωστε, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολο τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ νόμου κανονισμών εργασίας.
Συνακόλουθα, αφού η πρώτη από τις αλλεπάλληλες (διαδοχικές) συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των άνω εναγόντων συνήφθη και προσέλαβε τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη ισχύος της αναθεώρησης της διάταξης του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου αυτού, ούτε οι διατάξεις των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, παρότι η εργασιακή σχέση αυτών με το εναγόμενο συνεχιζόταν και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους και μετά από αυτή".
Οι εν λόγω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι γιατί διαλαμβάνονται ως προς αυτούς αποσπασματικά μόνον και όχι πλήρεις οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου‚ δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του. Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται οι σχετικές παραδοχές του Εφετείου, ως προς το χρόνο καταρτίσεως της πρώτης, τη διάρκεια εκάστης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που κατάρτισε κάθε αναιρεσίβλητος με το αναιρεσείον, ο αριθμός αυτών και η διάρκεια των κενών μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων χρονικών διαστημάτων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά ή όχι το Εφετείου εφάρμοσε τις φερόμενες ως προσβληθείσες διατάξεις.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ168/2015, 130/2015). Με τον πέμπτο, αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 και όχι και από τους αριθμούς 8,10,11και 19, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε, ως συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον, το χρόνο που οι πρώτοι έκαναν πρακτική άσκηση στο τελευταίο, σε εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 και 4α του ν. 2538/1997, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 2732/1999 και των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 3147/2003.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τον ως άνω ισχυρισμό του, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είχε προτείνει το αναιρεσείον στο Εφετείο, ούτε, άλλωστε, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεώς του ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός.
Με τον τέταρτο, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια ότι κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 21 του ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 5 και 11 του π.δ. 164/2004, δέχθηκε ότι είναι νόμιμη η αγωγή, κατά το μέρος που ασκείται, από την 34η των αναιρεσιβλήτων (Δ.
Τ. κατά την αγωγή και την αίτηση αναίρεσης Δ. Τ. κατ' ορθή διατύπωση, ύστερα από παραδεκτή διόρθωση του επωνύμου) και δέχθηκε περαιτέρω ότι είναι και κατ' ουσίαν βάσιμη. Όπως προκύπει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή (Δ. Τ.), δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Εξ άλλου ως προς την τριακοστή έκτη ενάγουσα, Δ.
Τ., που προσλήφθηκε στις 2.7.2001, δηλαδή μετά από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 παρ.1 και 5 του π.δ. 164/2004 για τον χαρακτηρισμό των άνω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων παρείχε (αυτή) τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο, ως μίας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, αφού:
α) η τελευταία σύμβαση που κατάρτισε με το εναγόμενο είχε διάρκεια από 17.2.2004 έως 16.6.2004, έληξε δηλαδή αυτή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν την έναρξη ισχύος (19.7.2004) του άνω διατάγματος, β) οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της είχαν συνολική χρονική διάρκεια τουλάχιστον 24 μήνες, γ) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της είχε διανυθεί στο εναγόμενο, με την ίδια ειδικότητα (της εκτιμήτριας ζημιών φυτικής παραγωγής) και με τους ίδιους πάντα όρους εργασίας και δ) κάλυπτε, κατά τα προεκτεθέντα, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι, "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, (ως προς την ενάγουσα αυτή), είναι νόμιμη και ακολούθως δέχτηκε αυτήν ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, έστω και με διαφορετική εν μέρει και ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την ως άνω, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε" και απέρριψε ως αβάσιμους τους συναφείς λόγους της έφεσης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 8 του ν. 2112/1920, 21 του ν. 2190/1994, 103 παρ. των παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, και 11 παρ. 1 και 5 του π.δ. 164/2004, διότι εφόσον η αρχική σύμβαση, ορισμένου χρόνου της εν λόγω αναιρεσίβλητης καταρτίσθηκε μετά την ισχύ των αναθεωρημένων ως άνω διατάξεων του Συντάγματος, δεν είναι επιτρεπτή, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα στον οποίο υπάγεται και το αναιρεσείον, του οποίου η ίδρυση και λειτουργία ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ν. 1790/1988 (ΑΠ 244/2015), η μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τω ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που ασκείται κατά των λοιπών πλην της τριακοστής τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή δε του τετάρτου λόγου να γίνει αυτή δεκτή κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της τριακοστής τέταρτης των αναιρεσιβλήτων και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της αυτό.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ.1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της τριακοστής έκτης ενάγουσας- εφεσίβλητης και ήδη τριακοστής τέταρτης αναιρεσίβλητης. Στο δικάσαν Εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το μέρος της που είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ως άνω τριακοστής έκτης ενάγουσας εκεί τριακοστής έκτης εφεσίβλητης και ήδη τριακοστής τέταρτης αναιρεσίβλητης, από το Μονομελές Πρωτοδικείο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της.
Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το μέρος της που ασκείται από την ως άνω ενάγουσα- εκκαλούσα- αναιρεσίβλητη και είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως, είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της, που αναφέρονται στη νομική βασιμότητα της αγωγής ως προς την εν λόγω εφεσίβλητη, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος της με το οποίο δέχθηκε την αγωγή της εφεσίβλητης αυτής και να απορριφθεί η αγωγή, ως μη νόμιμη.
Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων πρέπει να συμψηφισθoύν στο σύνολό τους λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που αφορά τους λοιπούς πλην της τριακοστής τετάρτης αναιρεσίβλητης.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 547/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στην τριακοστή τέταρτη αναιρεσίβλητη. ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της. ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος της και ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 2225/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στην τριακοστή τέταρτη ενάγουσα. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.11.2003, με αριθμό καταθέσεως 4044/7.11.2003 αγωγή. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 14 Φεβρουαρίου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ