Legislator Case Law & Legislation
422/2016 AI generated

422/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 422/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 422 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

422/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 422 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 422 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 422/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Παπαδόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." ("..."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-12-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 47/ΑΥ/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 10-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 21-7-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 47/ΑΥ/2013 αποφάσεως του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 47/ΑΥ/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά της υπ’ αριθμ. 58/2011 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νάουσας, εκδοθείσης κατά τη διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεώς του. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Χ. Μ. δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτησή της, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται, έκθεση επιδόσεως της αιτήσεως αναιρέσεως προς αυτόν με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Επομένως, ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, δεδομένου ότι μεταξύ αυτού και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (στην οποία ήταν ασφαλισμένο το υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του), υπάρχει δεσμός απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 (ισχύς από 1-1-2016) κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου έχει γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 24-1-2011 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Ε. Μ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάουσας, στρεφόμενη κατά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Χ. Μ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και επικαλούμενη αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγομένη αυτοκινήτου, για το επελθόν αυτοκινητικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου υπέστη βλάβες το αυτοκίνητό της και αυτή τραυματίσθηκε, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον το συνολικό ποσό των 11.710,02 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 58/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 47/ΑΥ/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, δικάζοντος ως εφετείο, με την οποία, το ως άνω δικαστήριο, δεχόμενο ότι το ως άνω ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάουσας και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε κατ’ ουσία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 10 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 2696/1999 (Κώδικα οδικής κυκλοφορίας) ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν υποχρεούνται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α)..., β..., γ.... Η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατεύθυνσης επιβάλλεται να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός... Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ίδιου νόμου "Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά... Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς το ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, ως προς την υπαιτιότητα της ενάγουσας - αναιρεσείουσας στην επέλευση του ατυχήματος, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της και του επελθόντος αποτελέσματος και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητος για το ατύχημα του πρώτου εναγομένου - πρώτου αναιρεσιβλήτου. "Στις 18-11-2010 και περί ώρα 10.15 π.μ. ο εναγόμενος Χ. Μ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ αγροτικό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις κατά την λειτουργία του προκαλούμενες σε τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, κινείτο με κανονική ταχύτητα έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και στο οδόστρωμα, επί της επαρχιακής οδού ... στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ..., έχοντας σκοπό να εισέλθει στη διασταύρωση της εν λόγω οδού με την οδό που οδηγεί προς ..., διασταύρωση που βρίσκεται στο 12.800 χιλιομετρικό σημείο της οδού, αριστερά σε σχέση με την πορεία του εναγόμενου. Η συγκεκριμένη επαρχιακή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο αντίθετα ρεύματα (ένα προς ... και το αντίθετο προς ...), τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους κατά μήκος με διπλή διαχωριστική γραμμή η οποία στο χιλιομετρικό σημείο της διασταύρωσης διακόπτεται και επιτρέπεται η είσοδος στην διασταύρωση, έχει συνολικό εύρος οδοστρώματος 9,60 μέτρα, το όριο της επιτρεπόμενης ταχύτητας των οχημάτων είναι 90 χ/ω, όμως πλησίον του σημείου της διασταύρωσης υπάρχουν ρυθμιστικές πινακίδες σήμανσης με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τα κινούμενα οχήματα 70χ/ω, η οδός δε πριν από το σημείο της διασταύρωσης είναι ευθεία σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων. Την συγκεκριμένη ημεροχρονολογία και ώρα η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή, ξηρά, επικρατούσε ημέρα και υπήρχε κανονική κυκλοφορία οχημάτων. Την ίδια χρονική στιγμή η ενάγουσα Ε. Μ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ επιβατικό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή της στο οδόστρωμα και την κίνηση των οχημάτων, έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα που δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς αλλά πάντως μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου των 90 χλμ/ώρα, κινείτο στην ίδια επαρχιακή οδό ... - ... στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς την Bέρoια (αντίθετα προς την κίνηση του εναγόμενου). Μόλις ο εναγόμενος προσέγγισε το σημείο της διασταύρωσης, αφού ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων και διαπίστωσε ότι ακώλυτα μπορούσε να εισέλθει αριστερά της πορείας του στην διασταύρωση, διενήργησε την είσοδο διασχίζοντας το ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο κινείτο η ενάγουσα έχοντας το όχημά του σε κάθετη θέση στο οδόστρωμα, ενώ ελάχιστη απόσταση απέμενε προκειμένου να ολοκληρώσει πλήρως την είσοδο στην διασταύρωση. Τότε η ενάγουσα η οποία οδηγούσε χωρίς σύνεση με υπερβολική ταχύτητα που δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς αλλά πάντως μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου των 90 χλμ/ώρα, χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή της στο οδόστρωμα και την κίνηση των οχημάτων, δεδομένου ότι λόγω της ευθείας της οδού υπήρχε ορατότητα και έγκαιρα μπορούσε αντιληφθεί την κίνηση εισόδου του αυτοκινήτου του εναγόμενου στην διασταύρωση η οποία (κίνηση) επρόκειτο να ολοκληρωθεί, χωρίς να έχει μειώσει την ταχύτητα του οχήματός της όπως όφειλε με βάση τις πινακίδες σήμανσης που υπήρχαν πριν από την διασταύρωση, μόλις αντίκρισε το όχημα του εναγόμενου δεν μπόρεσε να τροχοπεδήσει έστω και σταδιακά ώστε να μειώσει την ταχύτητά της και να διέλθει ομαλά την διασταύρωση, αλλά επιχείρησε αδέξιο ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της κατευθύνοντας το αυτοκίνητό της προς το άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας της εκεί που ήδη βρισκόταν εν κινήσει το αυτοκίνητο του εναγόμενου και επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου της επί της αριστερή πλαϊνής πλευράς του αυτοκινήτου του εναγόμενου, εμβολίζοντας αυτό στο κέντρο της πλαϊνής πλευράς και στην κεντρική κολώνα του αμαξώματος, ενώ από πλευράς θέσης η σύγκρουση τοποθετείται στο σημείο (Θ) του σχεδιαγράμματος που συνοδεύει την από 18-11-2010 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας ...ς, σημείο που βρίσκεται στο απώτατο άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο κινείτο η ενάγουσα και απέχει άνω των τεσσάρων μέτρων από την διαχωριστική γραμμή της οδού. Αποτέλεσμα της παραπάνω σύγκρουσης ως προς την ενάγουσα ήταν να υποστεί εκτεταμένες υλικές ζημίες το αυτοκίνητό της που κατεστράφη ολοσχερώς και να τραυματισθεί ελαφρά η ίδια, η οποία υπέστη θλάση αντίχειρα δεξιού χεριού και ΑΜΣΣ αυχένα ενώ παράλληλα τραυματίσθηκε και ο εναγόμενος που υπέστη κάκωση κεφαλής. Σταθμίζοντας την οδηγική συμπεριφορά των εμπλεκομένων στο ατύχημα διαδίκων οδηγών, η πρόκληση αυτού, οι επελθούσες υλικές ζημίες στα οχήματα και οι σωματικές βλάβες στην ενάγουσα Ε. Μ., οφείλονται αποκλειστικά στην υπαίτια (αμελή) παράνομη συμπεριφορά (πράξεις και παραλείψεις) της ιδίας, η οποία συμπεριφορά της ως μόνη ενεργός αιτία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό αυτής και την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Ειδικότερα η αποκλειστικά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της ενάγουσας συνίσταται στο ότι κινείτο οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητό της χωρίς σύνεση με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, πέραν του επιτρεπόμενου ορίου των 70 χλμ/ώρα κατά την προσέγγισή της στην διασταύρωση, όπως προκύπτει από την σφοδρότητα της σύγκρουσης και τις εκτεταμένες υλικές ζημίες, χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή της στο οδόστρωμα και την κίνηση των οχημάτων ώστε έγκαιρα να αντιληφθεί την είσοδο του αυτοκινήτου του εναγόμενου στην διασταύρωση, προσοχή την οποία μπορούσε και όφειλε να καταβάλλει με βάση τις ατομικές της ικανότητες ενόψει και των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν την δεδομένη χρονική στιγμή στις διασταυρούμενες οδούς (ημέρα, ξηρό οδόστρωμα, μεγάλη ορατότητα), στις οποίες η κυκλοφοριακή κίνηση οχημάτων πάσης φύσεως είναι συνεχής, γεγονότα που έναν μέσης σύνεσης οδηγό τον υποχρεώνουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, ενώ επιπλέον παραβίασε όλως αυθαιρέτως τον βασικό κανόνα οδικής κυκλοφορίας που υποχρεώνει την υπακοή των οδηγών στις ρυθμίσεις των πινακίδων σήμανσης που ρυθμίζουν την κυκλοφορία και την ανώτερη επιτρεπόμενη ταχύτητα των οχημάτων κατά τρόπο απόλυτα δεσμευτικό, στοιχείο που καταδεικνύει την ελλειμματική οδηγική εκπαίδευσή της, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία στο όχημά της ώστε ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (τροχοπέδηση, αποφευκτικό ελιγμό) γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το ότι δεν μείωσε ως όφειλε την ταχύτητα του οχήματός της ενώ πλησίαζε σε κόμβο διασταύρωσης, δεν μπόρεσε να διενεργήσει τροχοπέδηση έστω και σταδιακή συνεχίζοντας την κίνηση του οχήματός της ευθεία στο ρεύμα κυκλοφορίας της στο οποίο υπήρχε ελεύθερο το οδόστρωμα ή να διενεργήσει έγκαιρα τον ορθό αποφευκτικό ελιγμό του οχήματός της στην θέα του σύννομα κινούμενου αυτοκινήτου του εναγόμενου που ολοκλήρωνε την είσοδό του στην διασταύρωση, διότι εάν ενεργούσε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της ακόμα και εάν δεν μείωνε κατ’ ελάχιστο την μεγάλη ταχύτητα με την οποία κινείτο, θα μπορούσε με ευκολία να διέλθει πίσω από το κινούμενο αυτοκίνητο του εναγόμενου, αφού υπήρχε ελεύθερος χώρος στο ρεύμα κυκλοφορίας της άνω των τεσσάρων μέτρων, ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 4, 12 παρ. 1, 13 παρ. 2, 19 και 20 Κ.Ο.Κ., με αποτέλεσμα από τις παραπάνω υπαίτιες και παράνομες πράξεις και παραλείψεις της να προκαλέσει το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα με την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου της και τον τραυματισμό της ιδίας. Στοιχεία που να θεμελιώνουν αποκλειστικά υπαίτια άλλως συνυπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού Χ. Μ. στη πρόκληση του ατυχήματος, την καταστροφή του αυτοκινήτου της ενάγουσας και τον τραυματισμό της ουδόλως αποδείχθηκαν, όλοι δε οι αντίθετοι περί τούτου ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι η ίδια κινείτο σύννομα με χαμηλή ταχύτητα και ότι ο εναγόμενος οδηγός ενώ η ίδια βρισκόταν ελάχιστα μέτρα πριν από την διασταύρωση επιχείρησε αιφνιδιαστικά και απροειδοποίητα ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του για να εισέλθει στην διασταύρωση, και συνεπώς ότι υφίσταται αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου οδηγού, ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Στην παραπάνω κρίση του το Δικαστήριο οδηγείται από όλα τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως φωτογραφίες των αυτοκινήτων των διαδίκων και δη του εναγόμενου οι οποίες μάλιστα ελήφθησαν από το Τμήμα Τροχαίας ...ς αμέσως μετά την σύγκρουση, είναι δε οι μοναδικές που απεικονίζουν τα σημεία πρόσκρουσης στο αυτοκίνητο του εναγόμενου, καθώς και από το συνταχθέν σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας ...ς, που απεικονίζουν τον τόπο της σύγκρουσης τις πορείες των οχημάτων, το σημείο σύγκρουσης και τα ευρήματα, όπως αυτά προαναφέρθηκαν, διότι εάν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας τότε η πρόσκρουση του αυτοκινήτου της θα ήταν στο εμπρόσθιο γωνιακό αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του εναγόμενου. Σε αντίθετη κρίση, δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από την μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρος Χ. Α., αρραβωνιαστικού της ενάγουσας η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, διότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας, στερείται άμεσης αντίληψης και επαναλαμβάνει τα όσα του εξιστορεί η ενάγουσα.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ήταν αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος και την επέλευση των ζημιών και του τραυματισμού της ενάγουσας ήδη εφεσίβλητης, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει αφού γίνουν δεκτοί κατ’ ουσία οι λόγοι της έφεσης (ο πρώτος και κύριος λόγος της έφεσης που αφορά το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού, ο επικουρικά δεύτερος λόγος της έφεσης που αφορά το κεφάλαιο της απόφασης περί απόρριψης της ένστασης συνυπαιτιότητας της ενάγουσας οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος και στην επέλευση των ζημιών και ο επικουρικά προβαλλόμενος τρίτος λόγος της έφεσης που αφορά το κεφάλαιο της απόφασης με τα επιδικασθέντα χρηματικά κονδύλια), να γίνει δεκτή η έφεση αυτών ως κατ’ ουσία βάσιμη, και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το σύνολο της καταψηφιστικής της διάταξης για το ενιαίο της εκτέλεσης". Με τις εκτεθείσες κρίσεις του το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330, 300 ΑΚ και 21 και 23 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2696/1999 ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητος της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και της μη υπαιτιότητος του πρώτου εναγομένου - πρώτου αναιρεσιβλήτου για το επελθόν ατύχημα, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας με την έννοια της αποκλειστικής υπαιτιότητάς της που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση έχουν εφαρμογή και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2696/1999. Κατόπιν αυτών ο από το άρθρο 560 περ. 1 Κ.Πολ.Δ. σχετικός λόγος της αναιρέσεως για παραβίαση από το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Οι περιεχόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις περί ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών της αποφάσεως, είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες, διότι δεν θεμελιώνουν τον από το άρθρο 560 ΚΠολΔ όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο τρίτο του Ν. 4335/ 2015 λόγο αναιρέσεως.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας (δικάζοντος ως Εφετείου) που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή εκτός αυτού που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως στην καταθέσασα και να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "..." στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ. Μ..

Αναιρεί, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "...", την υπ’ αριθμ. 47/ΑΥ/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων, που κατατέθηκαν για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, στην καταθέσασα. Και

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ