Legislator Case Law & Legislation
422/2010 AI generated

422/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 422/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συμβασιούχος του Ελληνικού Δημοσίου με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Μη δυνατότητα μετατροπής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ(Ολ) 20/2007).

Legislator headnote

AI generated

422/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρ. 8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.

Keywords

AI generated
prisoner work long-term unemployment periodic review of detention prison system exile political activities penitentiary staff
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 422 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Συμβασιούχος του Ελληνικού Δημοσίου με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Μη δυνατότητα μετατροπής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ(Ολ) 20/2007).

Αριθμός 422/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Δροσογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 9-10-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 18-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 648, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρ. 669 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη και ερμηνεύει το περιεχόμενό της όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΑΠ (Ολ. 18/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρ. 8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου με τις επακόλουθες συνέπειες περί απολύσεως με καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως. Η τελευταία αυτή διάταξη όμως δεν εφαρμόζεται όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας ούτε η σύμβαση του προσληφθέντος υποχρεωτικά κατά νόμο μισθωτού για ορισμένο χρόνο μετατρέπεται σε σύμβαση αόριστου χρόνου ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση έργου που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Κατά το άρθρ. 21 § 1 του Ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρ. 14 § 1 του ίδιου νόμου, (όλοι δηλαδή οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρ. 1 § 6 του Ν. 1256, (όπως συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως), επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατά της ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρη.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρ. 103 παρ. 2 του Συντ. επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Με την αναθεώρηση του Συντ. το έτος 2001, που ισχύει από 18-4-2001 και με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκαν στο άρθρ. 103 η παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή, με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, καθώς και η παρ. 8, κατά την οποία "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από τον νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αόριστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρ. 103 του Συντ. επιβλήθηκαν στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με την πιο πάνω διάταξη του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάσειστης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του Συντ.

τόσο τα πρόσωπα που συνδέονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση των οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παρ. 3 και 8 του άρθρ. 103 του Συντ.

Δηλαδή η απαγόρευση μονιμοποίησής του κατά τα άνω προσλαμβανόμενου προσωπικού ή μετατροπής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αόριστου χρόνου καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούνταν στην πραγματικότητα για τη κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.

Στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των άρθρ. 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντ. δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρ. 189 § 3 και ήδη 249 §§ 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Για τον λόγο αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι ο αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως τα οποία αυτό θα επιλέξει.

Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις.

Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την Οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΑΠ (Ολ. 23/1998). Περαιτέρω, την 10.7.1993 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6, 1939, που έκαμε δεκτή τη συμφωνία -πλαίσιο της 18.3.1999 των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα LES, UNICE και CΕΕΡ, η οποία ενσωματώθηκε ως Παράρτημα στην Οδηγία και προσέλαβε κατ' αυτό τον τρόπο ισχύ παράγωγου κοινοτικού δικαίου.

Στη ρήτρα 1 αυτής ορίζεται ότι σκοπός της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της μη διάκρισης και η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

Στη ρήτρα 2 ορίζεται ότι αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους, ενώ με τις ρήτρες 4 και 5 καθορίζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί ο εθνικός νομοθέτης για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών της συμφωνίας.

Ειδικότερα, στη ρήτρα 5 ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και επίσης, να καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αόριστου χρόνου.

Από τις παραπάνω διατάξεις της συμφωνίας πλαισίου συνάγεται, κατ' αρχάς, ότι οι ρυθμίσεις της, εφόσον δεν γίνεται σχετική διάκριση, αναφέρονται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα κατά τη νομοθεσία ενός εκάστου κράτους μέλους και ότι με τις ρυθμίσεις αυτές δεν, τίθενται κανόνες παράγωγου κοινοτικού δικαίου άμεσης εφαρμογής αλλά παρέχεται στα κράτη - μέλη η ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων να αποτρέπουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την πρόβλεψη πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη.

Κατά το άρθρ. 2 της πιο πάνω Οδηγίας παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο αυτής μέχρι την 10-7-2001 με δυνατότητα παράτασης μέχρι την 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκαμε χρήση η Ελλάδα. Τελικά δε, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία εκδόθηκαν το ΠΔ 81/2003 για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και το ΠΔ 164/2004 που αφορά αποκλειστικά τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και στα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, ισχύουν δε από της δημοσιεύσεώς των στην ΕτΚ (2-4-2003 και 19-7-2004).

Κατά το άρθρ. 5 του τελευταίου αυτού διατάγματος "απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και επικαλούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης...

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του επόμενου αριθμού". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρ. 7 του ίδιου Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν ενόλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Στο άρθρ. 11 του ίδιου ΠΔ περιλήφθηκαν μεταβατικές ρυθμίσεις για την τύχη των διαδοχικών συμβάσεων που είχαν συναφθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας (10-7-2002) μέχρι την προσαρμογή αυτή και ήταν ενεργές μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ., ορίσθηκε δε ότι οι συμβάσεις αυτές συνιστούν εφεξής συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρ. 5 του δ/τος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της κατά τα προεκτεθέντα προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στη Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, το άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής και μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (ΑΠ (Ολ. 20/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εργάσθηκε αρχικά κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από το έτος 1984 μέχρι το έτος 1992 στη Διεύθυνση Αναδασώσεων Νομού ... του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σε σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Η απασχόλησή του αυτή ήταν άτυπη και πραγματοποίησε συνολικά 1003,2 ημερομίσθια. Στη συνέχεια προσλήφθηκε από την ίδια Υπηρεσία του αναιρεσείοντος για να εργασθεί ως φύλακας αναδασώσεων στο φυτώριό της στη ... με τις παρακάτω συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου: ...αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και τις αντίστοιχες ...

αποφάσεις του Νομάρχη ..., για κάλυψη, όπως αναφέρεται σε αυτές, εποχιακών αναγκών. Με τις εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε στο αναιρεσείον με την ως άνω ειδικότητα 1) από τις 13-5-1993 μέχρι 15-9-1993, 2) από τις 16-4-1994 μέχρι 31-7-1994, 3) από τις 1-9-1996 μέχρι 16-4-1997, 4) από τις 16-11-1998 μέχρι 15-7-1998, 5) από τις 6-9-1999 μέχρι 30-6- 2000, 6) από τις 18-10-2000 μέχρι 30-6-2001, 7) από τις 3-12- 2001 μέχρι 5-8-2002, 8) από τις 15-1-2003 μέχρι 28-9-2003, 9) από τις 8-6-2004 μέχρι 8-2-2005.

Ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των εκάστοτε προσλήψεων, ο αναιρεσίβλητος κατά τα άνω χρονικά διαστήματα των οκτώ μηνών έκαστο, εκτελούσε καθήκοντα φύλακα των αναδασώσεων, που ήταν η κύρια απασχόληση του, αλλά και εργάτη στα δασικά φυτώρια, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, δοθέντος ότι, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας αποδείξεως, "είναι ο μοναδικός φύλακας και με την απουσία του θα καταστραφούν τα δάση".

Η ορισμένη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων εργασίας δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας που παρείχε αλλά ούτε από άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως. η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου ή η εκτέλεση σωρρευθείσας ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας. Έτσι από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι, η ορισμένη χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πιο πάνω Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος έγινε με πρόθεση καταστρατηγήσεως των διατάξεων του Ν. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος της συμβάσεως ως προς τον χρονικό περιορισμό της διάρκειάς της και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας του αναιρεσιβλήτου να αποτελεί μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη της την 8-2-2005, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920, που επιτελεί τους σκοπούς της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και λειτουργεί ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο του εθνικού δικαίου για την αποφυγή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Επί πλέον δε η απαγόρευση συνάψεως συμβάσεων εργασίας αόριστου χρόνου που επιβάλλει ο Ν. 2190/1994 είναι αντίθετη με την προαναφερόμενη Οδηγία και δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920, του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση. Ακολούθως, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος συνδέεται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου στο μέλλον.

Με την παραπάνω κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 8 § 3 του Ν. 2112/1920, τις οποίες δεν έπρεπε να εφαρμόσει και των άρθρ. 103 §§2, 7 και 8 του Συντ., 21 του Ν. 2190/1994 και 5 και 11 του ΠΔ 160/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε αλλά ήταν εφαρμοστέες. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρ. 22 του Ν. 3693/1957 και της ΥΑ 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 220/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ