Legislator Case Law & Legislation
422/2008 AI generated

422/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 422/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

422/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 422 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 422/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βλασόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2 , ατομικώς και ως ασκούντων από κοινού την γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Ψ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Μορφόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-6-2003 και 4-10-2003 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 837/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, διάβασε την από 24-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το επίδικο τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε ο ανήλικος γυιός των αναιρεσιβλήτων: "Την 18-3-2002 και περί ώρα 15.50', ο Χ1 οδηγώντας το ......

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για ζημίες τρίτων κατά τη λειτουργία του στην ασφαλιστική εταιρεία ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ, έβαινε με αυτό επί της εθνικής οδού ....-..... με κατεύθυνση προς ........ Βρισκόταν δε στο 9, 800 χιλιόμετρο της εν λόγω οδού, η οποία στο συγκεκριμένο σημείο διέρχεται μέσα από κατοικημένη περιοχή και μάλιστα από τον Δήμο Παραβόλας.

Εκείνη την ημέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα και η κίνηση στο δρόμο ήταν πολύ μεγάλη, καθώς υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας. Κάποια στιγμή και ενώ η κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας είχε σταματήσει (προφανώς λόγω της πυκνότητας της κυκλοφορίας), ο Χ1, που και αυτός προηγουμένως είχε σταματήσει την κίνηση του αυτοκινήτου του, ξεκίνησε, αναπτύσσοντας σταδιακά την ταχύτητά του.

Τότε πετάχτηκε εντελώς ξαφνικά από τα αριστερά του και πίσω από ένα φορτηγό αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ο ηλικίας 9 ετών ανήλικος (γεν. στις 24-5-1993) Ψ (υιός των εναγόντων της από 2-6-2003 αγωγής, επί του οποίου αυτοί ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα), ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, προκειμένου να μεταβεί στο απέναντι περίπτερο για να αγοράσει παγωτό.

Ο Χ1 προσπάθησε τροχοπεδώντας το αυτοκίνητό του να αποφύγει το ατύχημα, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς παρέσυρε και κτύπησε τον ανήλικο με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει. Αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του ανηλίκου ήταν ο ανωτέρω οδηγός, ο οποίος από αμέλεια δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού κάτω από παρόμοιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το ατύχημα.

Ειδικότερα, αυτός δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ρύθμισε κατάλληλα την ταχύτητα του αυτοκινήτου του (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 2 Ν 2696/1999 ΚΟΚ), ενόψει α) της μεγάλης κίνησης των οχημάτων που υπήρχε εκείνη τη στιγμή στο δρόμο, β) του γεγονότος ότι βρισκόταν σε κατοικημένη περιοχή, όπου, λόγω και του μποτιλιαρίσματος των αυτοκινήτων, ήταν ενδεχόμενο κάποιοι πεζοί να επιχειρήσουν να διέλθουν ανάμεσα στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα (φαινόμενο, άλλωστε, σύνηθες, κατά την κοινή πείρα, σ' αυτές τις περιπτώσεις) και γ) του γεγονότος ότι μπροστά και αριστερά του, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήταν ακινητοποιημένο ένα φορτηγό αυτοκίνητο (κλούβα) που του απέκλειε λόγω του όγκου του και μάλιστα εντελώς την ορατότητά του όσον αφορά τη δυνατότητα πλήρους ελέγχου της αριστερής γι' αυτόν πλευράς του δρόμου.

Έτσι, ενώ έπρεπε να διέλθει δίπλα από το ακινητοποιημένο φορτηγό με μεγάλη προσοχή και πολύ μικρή ταχύτητα, αυτός ξεκίνησε και κινήθηκε με αυξανόμενη ταχύτητα (τουλάχιστον 30 χιλιόμετρα την ώρα), με αποτέλεσμα, όταν πίσω από το φορτηγό πετάχτηκε ξαφνικά ο ανήλικος Ψ για να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, να μην προλάβει να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του, παρά την τροχοπέδηση που επιχείρησε την τελευταία στιγμή και να τον τραυματίσει κατά τα προαναφερθέντα.

Σε αντίθετη από την παραπάνω κρίση, ότι δηλαδή ο Χ1 ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος, δεν οδηγείται το δικαστήριο από την 1607/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, με την οποία αυτός αθωώθηκε για τις σωματικές κακώσεις του ανηλίκου και η οποία έχει ήδη τελεσιδικήσει, μη ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής, αφού τα κριθέντα με αυτή δεν είναι δεσμευτικά για το παρόν πολιτικό δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον μάλιστα κατά τη δίκη αυτή δεν υποστηρίχθηκε η κατά του εναγομένου οδηγού κατηγορία από τον ενάγοντα πατέρα του ανηλίκου, αφού αυτός αποβλήθηκε από την πολιτική αγωγή για το λόγο ότι δεν ζήτησε με την κρινόμενη αγωγή την επιδίκαση μόνο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του τέκνου του, με την επιφύλαξη να ζητήσει το υπόλοιπο ποσό από το ως άνω δικαστήριο, ώστε να έχει εκ του λόγου αυτού δικαίωμα παράστασης ως πολιτικώς ενάγοντος".

Με τις παραδοχές αυτές με τις οποίες το Εφετείο έκρινεν ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του, τραυματισμού του άνω ανηλίκου (ηλικίας τότε κάτω των 10 ετών) ήταν ο πρώτος αναιρεσείων και κατά παραδοχή της αντέφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 4-10-2003 αγωγή (αναγωγή) των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος ως οδηγού σύμφωνα με την κοινή πείρα για παρόμοιες περιπτώσεις (ημέρα γιορτής, μεγάλη κίνηση οχημάτων, κατοικημένη περιοχή, ενδεχόμενο διέλευσης ανάμεσα στα αυτοκίνητα πεζών, περιγραφή των οχημάτων κατά τη συγκεκριμένη στιγμή), έτσι ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή όχι εφαρμογής των διατάξεων αυτών και ιδίως ως προς την ορθή, εν προκειμένω, υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 της Κ.Πολ.Δ 559 ήτοι για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ΑΚ 297, 298, 330 και 914 ΑΚ, είναι αβάσιμος ως προς αμφότερα τα μέρη του. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του που πλήττει την ίδια απόφαση για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, είναι απαράδεκτος κατά την Κ.Πολ.Δ 561 παρ. 1.

Το άρθρο 923 ΑΚ ορίζει ότι "όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση".

Προϋποθέσεις της ευθύνης από την ανωτέρω διάταξη είναι α) ύπαρξη υποχρέωσης εποπτείας ανηλίκου προσώπου ή ενηλίκου που έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, οι οποίοι έχουν ανάγκη παρακολούθησης χάριν του εαυτού τους και των τρίτων. Το μέτρο της αναγκαίας εκάστοτε εποπτείας πρέπει να βρίσκεται με βάση το σύνολο των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, και ως κριτήρια μπορούν να χρησιμεύσουν η ηλικία, η ωριμότητα, η διανοητική ανάπτυξη του εποπτευόμενου, το προβλεπτό ή η επικινδυνότητα της ζημιογόνου συμπεριφοράς, β) υπαίτια παραμέληση της εποπτείας δηλαδή παράλειψη του υποχρέου να λάβει τα αναγκαία και δυνατά μέτρα, για να αποτρέψει τη βλάβη τρίτων εκ μέρους του εποπτευομένου, γ) παράνομη πρόκληση ζημίας από τον εποπτευόμενο σε τρίτο με ενέργειά του (πράξη ή παράλειψη), η οποία πληροί τις αντικειμενικές προϋποθέσεις μιας αδικοπραξίας, και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του εποπτευόμενου και της ζημίας του τρίτου και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραμέλησης της εποπτείας από τον εποπτεύοντα και της ζημιογόνου συμπεριφοράς του εποπτευομένου.

Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η προστασία των τρίτων έναντι των ανηλίκων ή προσώπων υπό δικαστική συμπαράσταση, τα οποία συνήθως είναι αφερέγγυα ή ανίκανα για καταλογισμό, και όχι του ίδιου του εποπτευόμενου για ζημίες που υφίσταται λόγω της παραμέλησης της εποπτείας του. Έτσι, αν από την παραμέληση της εποπτείας υπέστη ζημία ο ίδιος ο εποπτευόμενος, η ευθύνη του εποπτεύοντος έναντι του εποπτευομένου θα στηριχθεί όχι στην ΑΚ 923, αλλά είτε στις διατάξεις που διέπουν την ιδιαίτερη σχέση (νομική ή συμβατική), από την οποία πηγάζει η υποχρέωση εποπτείας (ΑΚ 1531, 1632, 1680, 335 επ., 380 επ), είτε ενδεχομένως στην ΑΚ 914.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 13 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς τα βάρος της αποδείξεως και παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ΑΚ 923 επειδή, για την απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων, και την παραδοχή του αντίστοιχου λόγου της αντέφεσης των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι αφορούσαν την εκτίμηση από την εκκαλουμένη των αποδείξεων σχετικά με την υπαιτιότητα (αμέλεια) των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων (γονέων του ανηλίκου που τραυματίστηκε στο επίδικο ατύχημα και ήταν τότε ηλικίας κάτω των δέκα ετών) και μάλιστα αποκλειστική συνισταμένη στην παράλειψή τους, να ασκήσουν την δέουσα εποπτεία επί του ανηλίκου τέκνου τους, την οποία επικαλέστηκαν αυτοί στην παρεμπίπτουσα αγωγή τους προς θεμελίωσή της, το Δικαστήριο εκείνο δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε οποιοδήποτε πταίσμα των παρεμπιπτόντως εναγομένων γονέων του ανηλίκου για παραμέληση εποπτείας επ' αυτού, ούτε δύναται να νοηθεί ως εποπτεία η συνεχής επίβλεψη και συνοδεία του ανηλίκου σε οποιαδήποτε κίνησή του, δεδομένου μάλιστα, ότι δεν τους είχε προηγουμένως πει, ότι θα πήγαινε για αγορά παγωτού από το περίπτερο που βρισκόταν απέναντι από την οικία, όπου φιλοξενούνταν ", χωρίς να διαλαμβάνει αιτιολογίες με ποιο τρόπο έγινε η ανταπόδειξη κατά του τεκμηρίου που καθιερώνει το άρθρο 923 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τις τρεις ως άνω αιτιάσεις του, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η επικαλούμενη στην παρεμπίπτουσα αγωγή υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων να ασκήσουν την δέουσα εκ του νόμου εποπτεία επί του ανηλίκου τέκνου τους, υπό την εκδοχή ότι θεμελιώνει ευθύνη αυτών αποζημίωσης του τέκνου τους εις ολόκληρον κατά την ΑΚ 926 με τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν στηρίζεται στο άρθρο 923 ΑΚ, που προβλέπει μαχητό τεκμήριο υπαιτιότητας για τους εποπτεύοντες γονείς όταν το ανήλικο τέκνο, τους ζημιώσει παράνομα τρίτον και που έχει σαν αποτέλεσμα την ανατροπή του βάρους απόδειξης, αλλά στις άνω διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, σε συνδυασμό με εκείνες των ΑΚ 330 και 914, και επομένως, εν προκειμένω ορθώς το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ΑΚ 923, η οποία, άλλωστε, δεν ήταν εφαρμοστέα ούτε με βάση το περιεχόμενο της άνω παρεμπίπτουσας αγωγής, (αναγωγής κατά την ΑΚ 927) ούτε με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2006 αίτηση του Χ1 και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ για αναίρεση της 837/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ