Legislator Case Law & Legislation
421/2025 AI generated

421/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 421/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

421/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, το οποίο τους καταδίκασε, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την τέλεση των ένδικων πράξεων κατά τα ανωτέρω. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι εκκαλούντες προσκομίζουν την από 10.3.2016 τεχνική έκθεση του Η. Σ., μηχανολόγου μηχανικού, η οποία συντάχθηκε μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης και λαμβάνεται υπόψη κατ' αρ. 529 § 1 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 421 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 421/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Ν. και 2) Δ. Τ. του Γ., συζ. Π. Κ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Σ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) …. και 12) Ν. Γ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2006 αγωγή των 1ης έως και 11ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 11-5-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους Α. και Ζ. Κ.). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική και ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... μη οριστική και ... τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-1-2023 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί" (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1588/2024). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι επισπεύδοντες την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ι.

Σ., ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Δ. Ν., δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ως αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρον 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1321/2023).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου και την συζήτησή της, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Από το άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικώς δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικώς η δίκη. Αν, όμως, ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτοδίκου αποφάσεως και η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση, για το κεφάλαιο της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Η αναίρεση, όπως όλα τα ένδικα μέσα, ασκείται με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στην γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεση γίνεται, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά (Α.Π. 1853/2024, Α.Π. 523/2023, Α.Π. 406/2022, Α.Π. 129/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη, από 17-1-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. ... τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 17-3-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.), μόνον κατά το σκέλος που βάλλει κατά της ανωτέρω αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ενώ κατά το μέρος που προσβάλλει και αφορά την υπ' αριθμ. ... οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη, διότι αυτή δεν έχει κατατεθεί και στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου, ως άνω, Δικαστηρίου, κατά παράβασιν του άρθρου 566 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. ..., τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την από 22-6-2006 αγωγή τους, με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι όλοι οι διάδικοι είναι σύνοικοι σε πολυκατοικία και ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν εις βάρος τους τις αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, ζήτησαν να υποχρεωθεί καθένας των τελευταίων να καταβάλει σε καθένα αυτών χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αγωγή τους αυτή συνεκδικάσθηκε με την αντίθετη, από 11-5-2007, αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... οριστική απόφαση του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή των αναιρεσειόντων, έγινε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν η από 22-6-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, υποχρεώθηκε καθένας των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο ενάγοντα και ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο, ποσό 500 ευρώ, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση καθενός των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν, για την ίδια αιτία, σε καθένα των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ποσό 500 ευρώ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να καταβάλλει, για την ίδια αιτία, στην ενδέκατη των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητη, ποσό 500 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά να καταβληθούν με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες - εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 20-2-2015 έφεσή τους. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. ..., τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψιν του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα, είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως, λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και στο αναιρετήριο να γίνεται επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.

Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1058/2023). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ακόμη και σε εκείνον του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (Ολ.

Α.Π. 15/2000, Ολ. Α.Π. 1/1987, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1058/2023). Επίσης, από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αναιρέσεως.

Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1058/2023). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. συνάγεται ότι όποιος, κατά παράβασιν του νόμου, προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση.

Αν η ηθική βλάβη επήλθε με πράξεις περισσοτέρων, οι οποίες, ενόψει των περιστάσεων, εμφανίζουν ενότητα, οφείλεται χρηματική ικανοποίηση, συγκεντρούμενη, ως εκ της ταυτότητας του σκοπού της, συνισταμένου στην ικανοποίηση του προσβληθέντος για την ενιαία βλάβη, την οποία αυτός υπέστη, δηλαδή στην ικανοποίηση ενός και του αυτού συμφέροντος σε μία παροχή (ενιαίο χρηματικό ποσό), το οποίο ο προσβληθείς στην προσωπικότητα του μπορεί, κατ' επιλογήν του, να ζητήσει με αγωγή διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του (Α.Π. 921/2021, Α.Π. 1095/2009, A.Π. 518/2008).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντιθέτως, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή), είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού.

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (Ολ. Α.Π. 4/2023, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.

Α.Π. 3/2020, Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1058/2023, Α.Π. 164/2021). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1058/2023, Α.Π. 3/2021, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 508/2020).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1334/2024). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1334/2024, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1334/2024, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1228/2024).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και το πρώτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 6 του Κ.Πολ.Δ., μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 480 του Α.Κ., επειδή, με την απόρριψη της εφέσεώς τους, υποχρεώθηκαν καθένας αυτών να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των τελευταίων, ποσό 500 ευρώ, ενώ, κατά την γνώμη τους, έπρεπε να καταβάλλουν και οι δύο μαζί να καταβάλουν το ανωτέρω ποσό σε καθένα αυτών. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 20-2-2015 εφέσεως των αναιρεσειόντων (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) δεν προκύπτει ότι αυτοί παραπονέθηκαν με λόγο εφέσεως, έστω και εν σπέρματι, για το ποσό της επιδικασθείσας εις βάρος καθενός αυτών χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και του νόμω βασίμου του σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, αλλά μόνο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε στο αναιρετήριο μνημονεύουν ότι τέτοιος λόγος προτάθηκε παραδεκτώς με την έφεσή τους, ώστε να έχει μεταβιβασθεί το κεφάλαιο αυτό στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Συνεπώς, οι συναφείς αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά τα λοιπά σκέλη αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον διέλαβε ελλιπείς και, ταυτοχρόνως, αντιφατικές αιτιολογίες κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την λειτουργία και την αποκατάσταση της ηλεκτροβάνας στο διαμέρισμα των αναιρεσειόντων, την παραδοχή της ότι το διαμέρισμα αυτών θερμαινόταν, χωρίς να καταγράφονται από τον ωρομετρητή οι ώρες λειτουργίας, ως προς το ποιος και πότε επενέβη στην ηλεκτροβάνα του διαμερίσματός τους, αφού δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένη βλάβη της ηλεκτροβάνας, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει από τις αιτιολογίες αυτές, εάν η βλάβη της ηλεκτροβάνας οφείλεται σε ανθρώπινη παρέμβαση ή σε φυσικά αίτια φθοράς της και πότε ο Ν. Γ. διενήργησε αυτοψία στο διαμέρισμα των αναιρεσειόντων.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όλοι οι αντίδικοι πλην του 12ου εφεσίβλητου, διέμεναν κατά τον χρόνο άσκησης αμφότερων των αγωγών, στην ίδια πολυκατοικία στο Γαλάτσι Αττικής, στην οδό Ηπείρου 20Α, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από αμφότερες τις αντίδικες πλευρές πρακτικά τακτικής συνέλευσης της πολυκατοικίας, με πρώτο εξ αυτών το συνταχθέν στις 15.12.1995.

Στα πρακτικά αυτά αναγράφεται ως ιδιοκτήτης του Δ1 διαμερίσματος ο 1ος εκκαλών, παρόλο που κυρία του σχετικού διαμερίσματος τυγχάνει η 2η (βλ. το προσκομιζόμενο από τους εκκαλούντες υπ' αριθ. 11.005/28.6.1995 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ.), στο δε ως άνω διαμέρισμα διέμεναν με τις δύο κόρες τους, 3η και 4η των εκκαλούντων, οι οποίες ενηλικιώθηκαν μετά την άσκηση της υπό Β' Αγωγής (βλ.

τα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες υπ' αριθ. πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά γέννησης των 3ης και 4ης των εκκαλούντων, τα οποία εκδόθηκαν από το Γραφείο Δημοτολογίου του Δήμου Ανατολικής ...). Μεταξύ των συνοίκων, όταν διαχειριστής ήταν ο 1ος εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από το 2003 έως το 2005, υπήρχαν διενέξεις αναφορικά με τη διαχείριση των κοινόχρηστων δαπανών.

Συγκεκριμένα οι εφεσίβλητοι παραπονούνταν ότι οι λογαριασμοί των κοινοχρήστων ήταν διογκωμένοι, ενώ στην πολυκατοικία τοιχοκολλούνταν ανακοινώσεις από τις οποίες προκύπτει η ύπαρξη κακών σχέσεων μεταξύ των συνοίκων (βλ. τις προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες από 30.6.2015 και 11.11.2015 ανακοινώσεις). Στις 24.11.2005 τη διαχείριση της πολυκατοικίας ανέλαβαν από κοινού η 1η και 2η των εφεσίβλητων, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες με την ως άνω ημερομηνία απόδειξη παραλαβής - είσπραξης.

Έκτοτε οι διενέξεις μεταξύ αφενός των 1ου και 2ης των εκκαλούντων και αφετέρου των 11 πρώτων εφεσίβλητων εντάθηκαν, όταν οι τελευταίοι υποψιάστηκαν ότι οι δύο πρώτοι εκκαλούντες υπέκλεπταν θερμότητα, με αποτέλεσμα τη θέρμανση του διαμερίσματός τους, χωρίς την αντίστοιχη χρέωσή τους, καθώς οι ωρομετρητές δεν κατέγραφαν την σχετική κατανάλωση.

Το αποκορύφωμα των διενέξεων έλαβε χώρα στις 24.3.2006, όταν το πρωί της ημέρας άγνωστοι προκάλεσαν φθορές στο IX αυτοκίνητο της 2ης εκκαλούσας και αυτή κατηγόρησε τους υπόλοιπους σύνοικους για την ενέργεια αυτή. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα δημιουργήθηκε σοβαρό επεισόδιο έξω από το διαμέρισμα των εκκαλούντων, όταν προσήλθαν οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5ος και 6η των εφεσίβλητων, φωνάζοντας προς τους εκκαλούντες και στη συνέχεια ο 1ος εξ αυτών εξήλθε του διαμερίσματος και άρπαξε από τον λαιμό την 2η εφεσίβλητη και την έσπρωξε με βία προς τη σκάλα (βλ.

την προσκομιζόμενη από αμφότερες τις αντίδικες πλευρές υπ' αριθ. ... απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών). Μετά από τα παραπάνω περιστατικά οι 11 πρώτοι εφεσίβλητοι κατέθεσαν την από 20.6.2006 έγκλησή τους σε βάρος του 1ου και της 2ης των εκκαλούντων κατηγορώντας τους για την τέλεση των αδικημάτων της κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας (τελεσθείσας από κοινού), της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά της νυν 2ης εφεσίβλητης (τελεσθείσα από τον 1ο εκκαλούντα), της απλής συνέργειας σε αυτή (τελεσθείσας από την 2η εκκαλούσα), της απάτης κατ' εξακολούθηση (αναφορικά με την διαχείριση των προμηθειών πετρελαίου για την κεντρική θέρμανση της πολυκατοικίας) και της απλής συνέργειας σε απάτη (η οποία αφορούσε τρίτο πρόσωπο, ήτοι τον Χ.

Τ., μεταπωλητή πετρελαιοειδών προϊόντων θέρμανσης). Με την προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες υπ' αριθ. ΕΓ 106-07/102/34Δ/07 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών - η οποία επικυρώθηκε από την προσκομιζόμενη από τους ίδιους υπ' αριθ. ... διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών - η ως άνω έγκληση των νυν εφεσίβλητων απορρίφθηκε κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα για τα καταγγελόμενα από αυτούς αδικήματα της απάτης και της απλής συνέργειας σε αυτή, καθώς και για το αδίκημα της απλής συνέργειας στην επικίνδυνη σωματική βλάβη, που αποδιδόταν στην 2η εκκαλούσα.

Συγκεκριμένα, στην ως άνω διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών αναφέρεται ότι δεν προέκυψαν, από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε, βάσιμες ενδείξεις ότι τελέστηκε από τον 1ο εκκαλούντα η πράξη της απάτης και συγκεκριμένα ότι όταν ήταν διαχειριστής της ένδικης πολυκατοικίας υπερτιμολογούσε τους λογαριασμούς κοινοχρήστων ως προς τις δαπάνες πετρελαίου, σε συμπαιγνία με τον ως άνω προμηθευτή, που ο 1ος εκκαλών διατεινόταν ότι ήταν φίλος τους, με αποτέλεσμα η πολυκατοικία να προμηθεύεται μικρότερη ποσότητα πετρελαίου από αυτή που εμφανιζόταν στους λογαριασμούς και τούτο διότι μόνη η επίκληση συγκριτικών στοιχείων από προηγούμενους λογαριασμούς δεν επαρκούν για την θεμελίωση της σχετικής καταγγελίας, ενώ δεν προέκυψε και ότι υπήρχε φιλία μεταξύ του 1ου εκκαλούντος και του προμηθευτή του πετρελαίου.

Αναφορικά με την απλή συνέργεια στην πράξη της επικίνδυνης βλάβης ο Εισαγγελέας ανέφερε ότι ενώ πράγματι η φυσική παρουσία του σύνεργού μπορεί να στοιχειοθετήσει τη συμμετοχική μορφή της απλής συνέργειας σε ένα αδίκημα, υπό την μορφή της ψυχικής συνδρομής στην τέλεσή του, ωστόσο εν προκειμένω ενώ η 2η εκκαλούσα ήταν πράγματι παρούσα κατά την τέλεση της πράξης, παρόλ' αυτά στην έγκληση των εφεσίβλητων δεν αναφερόταν ποιες ήταν οι ενέργειες αποτροπής, στις οποίες θα μπορούσε να προβεί η 2η εκκαλούσα.

Κατά τα λοιπά για τα καταγγελθέντα αδικήματα της κλοπή θερμικής ενέργειας και επικίνδυνης σωματικής βλάβης ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά αμφοτέρων για το πρώτο και κατά του 1ου εκκαλούντος για το δεύτερο. Η έγκληση των εφεσίβλητων αποτελεί την ιστορική βάση της υπό Α' αγωγής τους που ασκήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επί της οποίας εκδόθηκε (αφού συνεκδικάσθηκε με την Β' αγωγή των εκκαλούντων) η εκκαλούμενη απόφαση, αφού στο σώμα της αγωγής, ενσωματώνεται το κείμενο της έγκλησης και με βάση τα επικαλούμενα από τους 11 πρώτους εφεσίβλητους τελεσθέντα αδικήματα από τους 1η και 2η των εκκαλούντων, ζητείται η αποκατάσταση της εξ αυτών προκληθείσας ηθικής τους βλάβης.

Μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του 1ου και της 2ης των εκκαλούντων για τις παραπάνω πράξεις εκδόθηκε η ... απόφαση του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που προσκομίζεται από αμφότερες τις αντίδικες πλευρές), με την οποία καταδικάσθηκαν αμφότεροι για τις πράξεις που τους αποδίδονταν με το κατηγορητήριο και επιβλήθηκαν σε αυτούς ποινή φυλάκισης 10 μηνών σε καθένα από τους εκκαλούντες για την πράξη της κλοπής ενέργειας και επιπλέον στον 1ο εκκαλούντα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης.

Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους των καταδικασθέντων εκδόθηκε η (προσκομιζόμενη από αμφότερες τις αντίδικες πλευρές) υπ' αριθ. ... απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία αμφότεροι οι 1ος και 2η των εκκαλούντων καταδικάσθηκαν και σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της κλοπής θερμικής ενέργειας, τελεσθείσας από κοινού και ειδικότερα καταδικάστηκαν διότι τουλάχιστον από το έτος 2002 και μέχρι τις 13.2.2006 αφαίρεσαν θερμική ενέργεια από την κατοχή άλλων με σκοπό να την ιδιοποιηθούν παράνομα.

Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι, αφού αχρήστευσαν την ηλεκτροβάνα του υπό Δ-1 διαμερίσματος που διέμεναν, χρησιμοποιούσαν θερμική ενέργεια που ανήκε και στους λοιπούς συνιδιοκτήτες και ενοίκους της πολυκατοικίας (εν προκειμένω τους 11 πρώτους εφεσίβλητους), προκειμένου να θερμαίνεται η κατοικία τους, χωρίς όμως να καταγράφονται από τον ωρομετρητή του διαμερίσματος τους οι ώρες λειτουργίας του καλοριφέρ τους και με τον τρόπο αυτό πέτυχαν να θερμαίνεται αυτό, χωρίς να καταγράφεται η κατανάλωση θερμότητας, με αποτέλεσμα να χρεώνονται οι λοιποί συνιδιοκτήτες με την κατανάλωση και της δικής τους θερμότητας, η αξία της οποίας δεν ήταν δυνατόν να προσδιορισθεί Περαιτέρω, ως προς την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, το Εφετείο καταδίκασε τον 1ο εκκαλούντα - κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης που του αποδόθηκε - για απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος της 2ης εφεσίβλητης, ήτοι ότι στις 24.3.2006 επιτέθηκε κατά αυτής, την άρπαξε από τον λαιμό και με βία την έσπρωξε προς τη σκάλα και κινδύνευσε να πέσει και εκ του τρόπου που τελέστηκε η πράξη θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή της, πλην όμως η πράξη δεν ολοκληρώθηκε, όχι με τη βούληση του καταδικασθέντα, αλλά επειδή μπροστά από την παθούσα βρισκόταν η αδελφή της (3η εφεσίβλητη), η οποία την συγκράτησε και για τον λόγο αυτό δεν έπεσε από τη σκάλα.

Επιβλήθηκαν δε στον 1ο εκκαλούντα οι ποινές της φυλάκισης 8 μηνών για την πράξη της κλοπής θερμικής ενέργειας και 3 μηνών για την απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης, με συνολική επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 9 μηνών, ενώ στη 2η εκκαλούσα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών για την πράξη της κλοπής θερμικής ενέργειας, για αμφότερους δε οι ως άνω ποινές ανεστάλησαν.

Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε από τους καταδικασθέντες αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο, με την προσκομιζόμενη από τους εφεσίβλητους (σε απόσπασμα) υπ' αριθ. 1942/2010 απόφαση του Ε' ποινικού τμήματος. Επομένως, κατά τρόπο αμετάκλητο κρίθηκε από τα ποινικά Δικαστήρια ότι οι 1ος και 2η των εκκαλούντων τέλεσαν τα ως άνω αδικήματα, τα οποία αποτελούν την ιστορική βάση της υπό Α' αγωγής των εφεσιβλήτων (μαζί με το έτερο αδίκημα της απάτης, για το οποίο η έγκλησή τους απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω) και ναι μεν οι αποφάσεις των ποινικών Δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο για τα πολιτικά, παρά μόνο κατά το μέρος που έκριναν την ασκηθείσα ενώπιόν τους πολιτική αγωγή..., ωστόσο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων της Α' αγωγής (νυν 11 πρώτων εφεσίβλητων), λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των εισκομισθέντων στη δίκη αποδεικτικών μέσων και παραπέμποντας ειδικότερα στις παραπάνω ποινικές αποφάσεις.

Εν προκειμένω, πράγματι αποδείχθηκε η τέλεση των παραπάνω πράξεων εκ μέρους των 1ου και 2ης των εκκαλούντων, παρά τα όσα ισχυρίζονται στην έφεσή τους και παρά τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στις υπ' αριθ. 2593/2008,2594/2008 και 2595/2008 ένορκες βεβαιώσεις, καθώς αντικρούονται από την ως άνω ...

απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, το οποίο τους καταδίκασε, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την τέλεση των ένδικων πράξεων κατά τα ανωτέρω. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι εκκαλούντες προσκομίζουν την από 10.3.2016 τεχνική έκθεση του Η. Σ., μηχανολόγου μηχανικού, η οποία συντάχθηκε μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης και λαμβάνεται υπόψη κατ' αρ. 529 § 1 εδ.

α' ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο συντάξας αυτή πραγματοποίησε σχετική αυτοψία του στις 29.2.2016 και 4.3.2016, προκειμένου να ελεγχθεί η ηλεκτροβάνα του διαμερίσματος των εκκαλούντων και δεν διαπιστώθηκε να παρουσιάζει κάποια βλάβη, ούτε στο ηλεκτρολογικό, ούτε στο υδραυλικό της μέρος. Η τεχνική αυτή έκθεση δεν δύναται ωστόσο να οδηγήσει σε κρίση περί μη τέλεσης της ένδικης πράξης της κλοπής θερμικής ενέργειας από τους 1ο και 2η των εκκαλούντων, καθώς αυτή αποδίδεται σε αυτούς για το χρονικό διάστημα από το 2002 έως τον Μάρτιο του 2006, ενώ η αυτοψία εκ μέρους του ως άνω μηχανολόγου μηχανικού πραγματοποιήθηκε μία δεκαετία αργότερα, χωρίς να αποδεικνύεται ότι στο μεσοδιάστημα δεν υπήρξε η οποιαδήποτε ενέργεια αποκατάστασης της λειτουργίας του συστήματος παροχής θερμότητας του ένδικου διαμερίσματος, μετά την διαπιστωθείσα ήδη τον Μάρτιο του 2006 σχετική επέμβαση στη λειτουργία της, η οποία αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από τους εφεσίβλητους έκθεση του 12 εξ αυτών Ν.

Γ., ο οποίος βεβαίωσε την σχετική παρέμβαση και στη συνέχεια ακολούθησε η ως άνω περιγραφείσα ποινική διαδικασία. Εξάλλου, ο ίδιος ο συντάξας την ως άνω τεχνική έκθεση (Η. Σ.) επιβεβαιώνει ότι υπάρχουν παραδείγματα παρέμβασης, που πράγματι έχουν ως αποτέλεσμα την κλοπή θερμικής ενέργειας, παραθέτοντας σχετικές περιπτώσεις, όπως όταν η ηλεκτροβάνα μένει μόνιμα μισάνοιχτη, ή όταν είναι μεν ανοιχτή αλλά "κολλημένη" αλλά για την διαπίστωσή τους απαιτείται σφαιρική επίγνωση όλων των παραμέτρων - αντικρούοντας με τον τρόπο αυτό την προσκομιζόμενη από τους ίδιους τους εκκαλούντες, άνευ ημερομηνίας, τεχνική έκθεση του Σ.

Μ., ο οποίος αναφέρει σε αυτή ότι αν υπάρχει καταγραφή ωρών στο μετρητή κάποιου διαμερίσματος - όπως εν προκειμένω εκθέτουν οι εκκαλούντες - τότε αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει λόγος ελέγχου της ηλεκτροβάνας, αφού αυτή λειτουργεί κανονικά. Σε απάντηση στην ως άνω έγκληση εκ μέρους των εφεσίβλητων, που κρίθηκε κατά τρόπο αμετάκλητο κατά τα ανωτέρω, οι εκκαλούντες άσκησαν μήνυση κατά όλων των νυν εφεσίβλητων, κατηγορώντας τους 11 πρώτους εξ αυτών για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, ως προς όλα τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στην ανωτέρω έγκλησή τους, της συκοφαντικής δυσφήμησης εξαιτίας των περιεχομένων στην έγκλησή τους πραγματικών περιστατικών και της ψευδορκίας μάρτυρα για τα γεγονότα που κατέθεσαν επιβεβαιώνοντας την έγκλησή τους, ενώ κατηγόρησαν τον 12ο των εφεσίβλητων για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, επειδή στην ως άνω αναφερθείσα έκθεσή του ανέφερε ότι πραγματοποίησε αυτοψία στην εγκατάσταση του διαμερίσματος τους την 1.3.2006 διαπιστώνοντας την ως άνω καταστροφή της ηλεκτροβάνας, ωστόσο ούτε την παραπάνω ημερομηνία πραγματοποίησε αυτοψία, ούτε και υπήρχε η παραμικρή βλάβη.

Περαιτέρω, κατηγόρησαν τους 11 πρώτους των εφεσίβλητων για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση της ψευδορκίας εκ μέρους του 12ου εξ αυτών, καθώς και για την πράξης της απόπειρας απάτης επειδή προσκόμισαν την ως άνω έκθεση του τελευταίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της υπό Α' ένδικης αγωγής τους, παρόλ' αυτά η πράξη δεν ολοκληρώθηκε επειδή - κατά τον παραπάνω χρόνο - δεν είχε εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση, ενώ τέλος κατηγόρησαν τον 12ο των εφεσίβλητων για πράξης της άμεσης συνδρομής στην πράξης της απόπειρας απάτης, λόγω του ότι συνέταξε την ανωτέρω έκθεσή του.

Επί της ως άνω μήνυσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (την οποία προσκομίζουν αμφότερες οι αντίδικες πλευρές), η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. σχετική από 29.11.2018 υπηρεσιακή βεβαίωση - σφραγίδα της Γραμματείας του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στην κεφαλίδα της απόφασης) και με την οποία όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν όλων των πράξεων που τους αποδίδονταν με το κατηγορητήριο.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αναφορικά με την ψευδή καταμήνυση οι 11 πρώτοι εφεσίβλητοι αθωώθηκαν καθώς οι πράξεις της κλοπής θερμικής ενέργειας και της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης - όπως τελικώς η πράξη χαρακτηρίσθηκε ορθά από το ως άνω Εφετείο - πράγματι τελέστηκαν, ενώ η καταμήνυση της 2ης εκκαλούσας για την πράξη της απλής συνέργειας στην τέλεση της δεύτερης ως άνω πράξης - για την οποία η έγκληση των εφεσίβλητων απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά τα ανωτέρω - βασίστηκε στο αληθινό γεγονός ότι ήταν παρούσα κατά το περιστατικό, συνεπώς δεν υπήρξε ψευδής περιγραφή κάποιου περιστατικού, αλλά ο Εισαγγελέας στη διάταξή του (οπ.π) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σχετικό αληθινό γεγονός δεν αξιολογείται ποινικά.

Τέλος, αναφορικά με την καταμήνυση της πράξης της απάτης εκ μέρους των δύο πρώτων εκκαλούντων - όπως η πράξη χαρακτηρίσθηκε από τον Εισαγγελέα που έλαβε την έγκληση, στην οποία οι νυν εφεσίβλητοι κατήγγειλαν την τέλεση υπεξαίρεσης - για την οποία ομοίως η έγκληση των εφεσίβλητων (κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα) απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, το Δικαστήριο απάλλαξε τους κατηγορούμενους ελλείψει του υπερχειλούς δόλου που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου αδικήματος, καθώς επικαλέστηκαν αυξημένους 4 λογαριασμούς κοινοχρήστων και ζήτησαν τη διερεύνησή τους, χωρίς να έχουν πρόθεση να καταμηνύσουν ψευδώς τους 1ο και 2η των εκκαλούντων εν γνώσει του ψεύδους.

Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση (...) κρίθηκε ότι οι 11 πρώτοι των εφεσίβλητων δεν τέλεσαν ούτε την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς αφενός μεν ως προς την κλοπή θερμικής ενέργειας και την απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατάθεσαν αληθή πραγματικά περιστατικά, ενώ ως προς την πράξη της απάτης οι νυν εφεσίβλητοι είχαν την πεποίθηση ότι ο ισχυρισμός τους περί υπερτιμολόγησης των λογαριασμών κοινοχρήστων ήταν αληθής και στηριζόταν στα γεγονότα που είχαν υποπέσει στην αντίληψή τους.

Ομοίως οι κατηγορούμενοι κρίθηκε ότι δεν τέλεσαν ούτε την πράξη της απλής δυσφήμησης, ούτε αυτή της εξύβρισης. Αναφορικά με την 12ο εφεσίβλητο, αυτός ομοίως απαλλάχθηκε τόσο για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, όσο και για αυτή της άμεσης συνδρομής στην απόπειρα απάτης, ενώ οι 11 πρώτοι των εφεσιβλήτων απαλλάχθηκαν και για την πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, καθώς η έκθεση που συνέταξε (ο 12ος εφεσίβλητος) ανέφερε το πραγματικό γεγονός της βλάβης της ηλεκτροβάνας του διαμερίσματος των εκκαλούντων, που είχε ως αποτέλεσμα την κλοπή θερμικής ενέργειας - για την οποία καταδικάσθηκαν αμετάκλητα οι 1ος και 2η των εκκαλούντων - ενώ η αναφερόμενη στην τεχνική έκθεση ημερομηνία αυτοψίας (1.3.2006) ακόμη και αν ήταν πράγματι ψευδής, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, δεν αποτελεί γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενόψει του ότι το κρίσιμο γεγονός είναι η παρέμβαση στην εγκατάσταση του διαμερίσματος με σκοπό την κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας.

Πράγματι εν προκειμένω, οι εκκαλούντες προσκομίζουν φωτογραφίες του ερμαρίου, εντός του οποίου βρισκόταν η εγκατάσταση θέρμανσης του διαμερίσματός τους, από τις οποίες προκύπτει ότι στις 9.3.2006 το ερμάριο ήταν σφραγισμένο και έφερε κολλητική ταινία, οπότε η σχετική αυτοψία από τον 12ο εφεσίβλητο έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο, γεγονός που βεβαιώνουν και οι μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως, με επιμέλεια των νυν εκκαλούντων, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας δίκης (βλ. 2594/2008 και 2595/2008 ένορκες βεβαιώσεις της Ζ.

Ρ., μητέρας της 2ης εκκαλούσας και της Α. Μ., οικογενειακής φίλης των εκκαλούντων αντίστοιχα). Πλην όμως, το γεγονός αυτό, ήτοι ότι στην, με ημερομηνία 1.3.2006, έκθεσή του αναφέρει ότι πραγματοποίησε αυτοψία την ημέρα αυτή, ενώ το αληθές ήταν ότι την πραγματοποίησε εντός μεν του μήνα Μαρτίου του 2006, αλλά κάποιες ημέρες αργότερα, δεν στοιχειοθετεί αφ' εαυτού την τέλεση οποιασδήποτε ποινικά κολάσιμης πράξης, ούτε συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά, χωρίς πρόσθετα πραγματικά περιστατικά, αφού από μόνο του το γεγονός αυτό δεν έχει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια...Εξάλλου, επισημαίνεται ότι η ένσταση των εναγομένων της Α' αγωγής (και νυν εκκαλούντων) που επιχειρήθηκε να στηριχθεί στη διάταξη το άρθρου 281ΑΚ, η οποία προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναπροβάλλεται με την υπό κρίση έφεση τυγχάνει απορριπτέα προεχόντως ως νομικά αβάσιμη και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμη ως ακολούθως:

Οι εκκαλούντες αναφέρουν ότι εξακολουθούν να έχουν διαφορές με τους αντιδίκους τους αναφορικά με την επιβάρυνση του διαμερίσματος με τις δαπάνες της λειτουργίας του ανελκυστήρα, με την ηλεκτροδότηση των χώρων στάθμευσης και την ακώλυτη χρήση των κοινόχρηστων χώρων και για τον λόγο αυτό έχουν προβεί σε καταγγελία στην πολεοδομική αρχή, ενώ οι αντίδικοι έχουν ασκήσει σε βάρος τους έτερη αγωγή, ζητώντας την καταβολή οφειλόμενων κοινοχρήστων.

Μετά δε από την περιγραφή των παραπάνω περιστατικών αναφέρουν ότι η άσκηση της υπό Α' αγωγής αποτελεί προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι με αυτή οι αντίδικοί τους είχαν σκοπό να τους συκοφαντήσουν και να αποσπάσουν παράνομο περιουσιακό όφελος.

Με αυτό το περιεχόμενο ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να στοιχειοθετήσει την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς οι εκκαλούντες δεν αναφέρουν κανένα πραγματικό περιστατικό καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των εναγομένων, ενώ σε κάθε περίπτωση επί αμιγώς διαδικαστικών πράξεων στο χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η άσκηση της αγωγής, δε βρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου, ενώ στις αμιγώς διαδικαστικές πράξεις προσήκει η εφαρμογή του άρθρου 116 ΚΠολΔ, περί τήρησης των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστης από τους διαδίκους ...

Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός τυγχάνει αβάσιμος κατ' ουσία, ενόψει του ότι τα περιεχόμενα στην Α' αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν συκοφάντηση των εκκαλούντων, ούτε πρόθεση απόσπαση περιουσιακού οφέλους, κατά τα ως άνω αναφερθέντα...Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι των εκκαλούντων προέβησαν στην επιπλέον άσκηση και έτερης μήνυσης, στρεφόμενοι ειδικότερα κατά των 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ου και 6ης των εφεσίβλητων, κατηγορώντας τους για σειρά έτερων πράξεων, η οποία εκδικάσθηκε από το ΙΑ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 90778/2010 απόφασή του (που προσκομίζουν αμφότερες οι αντίδικες πλευρές), με την οποία α) η 1η, 2η, 3η, 4η και 6η των εφεσίβλητων αθωώθηκαν για την αποδιδόμενη σε αυτές πράξη της απόπειρας διατάραξης οικιακής ειρήνης στις 14.2.2006, αναφορικά με την προσπάθειά τους να εισέλθουν στο διαμέρισμα των εκκαλούντων, β) η 4η και 6η των εφεσίβλητων αθωώθηκαν για την πράξη της εξύβρισης σε βάρος του 1ου εκκαλούντος στις 24.3.2006, β) οι 1η, 2n, 3n και 5ος των εφεσίβλητων αθωώθηκαν για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, αναφορικά με την καταστροφή του πόμολου της πόρτας του διαμερίσματος των εκκαλούντων στις 24.3.2006, γ) οι 1η και 2η των εφεσίβλητων αθωώθηκαν για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης λόγω άσκησης έτερης αγωγής κατά του 1ου εκκαλούντος για οφειλή κοινόχρηστων δαπανών, δ) η 2η εφεσίβλητη αθωώθηκε για την πράξη της απειλής σε βάρος της 2ης εκκαλούσας στις 21.3.2006, ενώ αντίθετα ε) οι 1η, 2n, 3n και 5ος των εφεσίβλητων καταδικάσθηκαν για την πράξη της εξύβρισης κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή σε βάρος αμφότερων των 1ου και 2ης των εκκαλούντων στις 14.2.2006 και 24.3.2006, ενώ για την πράξη αυτή τους επιβλήθηκε ποινή 4 μηνών για κάθε παθόντα και συνολική ποινή 6 μηνών, η οποία ανεστάλη.

Επισημαίνεται ότι δυνάμει των, προσκομιζόμενων από τους εφεσίβλητους, υπ' αριθ. ... και ... διατάξεων του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατόπιν άσκησης έφεσης από τους ως άνω καταδικασθέντες, η ποινή που επιβλήθηκε σε άπαντες παραγράφηκε υφ' όρο και διατάχθηκε η μη εκτέλεσή της, δυνάμει της διάταξης του αρ. 2 §§ 1, 2 του ν. 4043/2012.

Πλην όμως, η υπό κρίση υπό Β' αγωγή των νυν εκκαλούντων δεν περιλαμβάνει αίτημα αποκατάστασης της ηθικής τους βλάβης από την πράξη της ως άνω εξύβρισης (για την οποία καταδικάσθηκαν κατά τα ως άνω οι 1η, 2η, 3η και 5ος των εφεσίβλητων), απορριπτομένου του όγδοου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμου, καθώς με αυτόν γίνεται επίκληση της ως άνω καταδίκης.

Συγκεκριμένα, η υπό Β' αγωγή των εκκαλούντων κατά όλων των εφεσίβλητων αφορά την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε σε αυτούς εξαιτίας της επικαλούμενης α) τέλεσης από τους 11 πρώτους εφεσίβλητους της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος τους, λόγω των περιεχομένων στην υπό Α' αγωγή πραγματικών περιστατικών, β) τέλεσης από τον 12ο εφεσίβλητο της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, επειδή η αυτοψία που πραγματοποίησε στην εγκατάσταση θέρμανσης του διαμερίσματος των εκκαλούντων δεν έλαβε χώρα την 1.3.2006, γ) τέλεσης από την 1η, 2η και 5ο των εφεσίβλητων σε βάρος της 2ns εκκαλούσας της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς στις 2.4.2007 μετέβησαν στο Αστυνομικό Τμήμα Πατησίων και κατήγγειλαν ότι η 2η εκκαλούσα προέβη στην τέλεση της πράξης της αυτοδικίας και τέλος δ) τέλεσης εκ μέρους των 11 πρώτων εφεσίβλητων της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος των 3ης και 4ης των εκκαλούντων, καθώς ισχυρίστηκαν ψευδώς στην ανωτέρω έγκλησή τους κατά των 1ου και 2ης εξ αυτών, διηγηματικά, ότι κατά το επεισόδιο της 24.3.2006, η ανήλικη κόρη τους έβριζε, ενώ αυτό ουδέποτε συνέβη.

Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πορεία της μήνυσης των δύο πρώτων εκκαλούντων κατά των 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ου και 6ης των εφεσίβλητων για τις πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, εξύβρισης, απόπειρας διατάραξης οικιακής ειρήνης (σε απόπειρα), απειλής και συκοφαντικής δυσφήμησης λόγω άσκησης (έτερης) αγωγής για οφειλή κοινόχρηστων δαπανών δεν ασκεί καμία επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.

Αναφορικά με το πρώτο κονδύλια της υπό Β' αγωγής των νυν εκκαλούντων (βλ. παραπάνω, υπό στοιχείο α') αυτό τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον οι εφεσίβλητοι με την άσκηση της Α' αγωγής δεν τέλεσαν σε βάρος των δύο πρώτων εκκαλούντων ούτε την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, ούτε αυτή της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθόσον όπως προαναφέρθηκε, τα όσα καταμήνυσαν αναφορικά με την κλοπή θερμικής ενέργειας και την απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης ήταν αληθή και οι 1ος και 2η των εκκαλούντων καταδικάστηκαν αμετάκλητα για την τέλεση των συγκεκριμένων αδικημάτων από τα ποινικά Δικαστήρια, ενώ τα όσα καταμήνυσαν για την τέλεση απάτης σε βάρος τους, για την οποία η έγκλησή τους απορρίφθηκε, δεν τα κατήγγειλαν εν γνώσει του ψεύδους τους, αλλά έχοντας την πεποίθηση ότι ήταν αληθή κατά τα αναλυτικώς αναφερθέντα ως άνω, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων του τέταρτου λόγου έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε χώρα κλοπή θερμικής ενέργειας και ότι οι λογαριασμοί κοινοχρήστων των εφεσίβλητων δεν ήταν διογκωμένοι, του έκτου λόγου έφεσης, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι δεν τελέστηκε σε βάρος της 2ης εφεσίβλητης η πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του έβδομου λόγου έφεσης, με τον οποίο επικαλούνται την απόρριψη της έγκλησης των εφεσίβλητων για την πράξη της υπεξαίρεσης (η οποία χαρακτηρίστηκε ως απάτη από τον Εισαγγελέα που την απέρριψε κατά τα ανωτέρω).

Αναφορικά με το αίτημα της Β' αγωγής που στρέφεται κατά του 12ου εφεσίβλητου (βλ. παραπάνω, υπό στοιχείο β'), κατά το οποίο αυτός τέλεσε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, καθώς δεν πραγματοποίησε αυτοψία στην εγκατάσταση θέρμανσης του διαμερίσματός τους την 1.3.2006, αλλά αργότερα εντός του μήνα Μαρτίου, ομοίως τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθώς - όπως προαναφέρθηκε - η διεξαγωγή της αυτοψίας την 1.3.2006 ή οποιαδήποτε άλλη ημέρα εντός του μήνα δεν αποτελεί γεγονός που αφ' εαυτού ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή αναφορικά με το κρίσιμο γεγονός της κλοπής θερμικής ενέργειας, το οποίο βεβαίωσε στην τεχνική έκθεση που συνέταξε και η οποία πράγματι τελέστηκε από τους εκκαλούντες, ενώ αντιθέτως ο 12ος εφεσίβλητος αθωώθηκε αμετάκλητα για την πράξη που του καταλογίσθηκε (βλ. ...

ΣΤ' ΤρΠλημΑθ, οπ.π.), απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του 5ου λόγου έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο έλεγχος του 12ου ενάγοντα δεν διενεργήθηκε την 1.3.2006 και η ηλεκτροβάνα του διαμερίσματός τους δεν ήταν χαλασμένη, συνεπώς δεν έλαβε χώρα κλοπή θερμικής ενέργειας. Αναφορικά με το αίτημα της Β' αγωγής (βλ.

παραπάνω υπό στοιχείο γ'), με το οποίο η 2η εκκαλούσα στρέφεται κατά της 1ης, 2ης και 5ου των εφεσίβλητων και ζητεί την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, λόγω της σε βάρος της τέλεσης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, διότι στις 2.4.2007 αυτοί προσήλθαν στο AT Πατησίων και κατήγγειλαν ότι η 2η εκκαλούσα τέλεσε το αδίκημα της αυτοδικίας επισημαίνεται ότι:

Από την (προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες) από 17.4.2007 επιστολή του AT Πατησίων προς την 2η εκκαλούσα, στην οποία επισυνάπτεται η από 2.4.2007 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και απόσπασμα του βιβλίου παραπόνων του ως άνω Αστυνομικού Τμήματος αποδεικνύεται ότι πράγματι στις 2.4.2007 και ώρα 18:15 προσήλθαν στην Αστυνομία οι 1ης, 2η και 5ος των εφεσίβλητων και διατύπωσαν παράπονα κατά της 2ης εκκαλούσας και συγκεκριμένα ότι ενώ ετοιμάζονταν να απαντήσουν σε αυτή ότι δέχονται τα αιτήματα που η 2η εκκαλούσα έθεσε με έτερη εισαγγελική παραγγελία, παρόλ' αυτά η τελευταία προέβη σε αυτοδικία, πράγμα που συμπέραναν από την λειτουργία του ωρομετρητή, ενώ την ίδια ημέρα στις 19:15 προσήλθε στο ίδιο Αστυνομικό Τμήμα η 2η εκκαλούσα, η οποία αρνήθηκε τα όσα ισχυρίσθηκαν οι παραπονούμενοι.

Με την συγκεκριμένη διατύπωση ουδόλως προκύπτει η εκ μέρους των 1ης, 2ης και 5ου των εφεσίβλητων τέλεση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της 2ης εκκαλούσας, καθώς οι πρώτοι διατύπωσαν το παράπονο ότι η τελευταία προέβη σε αυτοδικία - θέτοντας προφανώς σε λειτουργία την θέρμανση του διαμερίσματος της - αιτιολογώντας ωστόσο τον λόγο που θεώρησαν ότι αυτό συνέβη, επεξηγώντας ότι κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό λόγω της λειτουργίας του ωρομετρητή.

Επομένως, από τη συγκεκριμένη καταγγελία, η οποία έχει τη μορφή παραπόνου και όχι τη μορφή μήνυσης, προκύπτει ότι οι 1η, 2n και 5ος των εκκαλούντων είχαν την πεποίθηση ότι η 2η εκκαλούσα προέβη στην ως άνω αυθαίρετη πράξη, για την οποία δεν είχε δικαίωμα, επομένως ακόμη και αν πράγματι δεν ήταν αληθές ότι η 2η εκκαλούσα προέβη σε αυτοδικία, ή αν είχε όντως το δικαίωμα να προβεί σε επαναλειτουργία της θέρμανσης του διαμερίσματός της, δεν στοιχειοθετείται ο σχετικός δόλος των καταγγελλόντων για τη στοιχειοθέτηση της συκοφαντικής δυσφήμησης, ούτε το γεγονός αυτό αποτελεί γεγονός ικανό να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή της, αφού αποτελεί περιγραφή ενός πραγματικού γεγονότος, το οποίο χαρακτηρίζεται ως αυτοδικία από τους καταγγέλλοντες, χωρίς να προβαίνουν σε καταμήνυση της τέλεσης του ποινικού αδικήματος της αυτοδικίας του αρ. 331 ΠΚ, ενώ από την διατύπωσή του παραπόνου ουδόλως προκύπτει σκοπός εξύβρισης της 2ης εκκαλούσας, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του ένατου λόγου έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες επικαλούνται την σε βάρος της 2ης εξ αυτών τέλεσης της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης για τα περιστατικά αυτά.

Τέλος, αναφορικά με το αίτημα της υπό Β' αγωγής των νυν εκκαλούντων (βλ. παραπάνω υπό δ'), το οποίο αφορά τις 3η και 4η εξ αυτών και με το οποίο ζητείτο να υποχρεωθούν οι 11 πρώτοι των νυν εφεσίβλητων να καταβάλουν σε κάθε μία από τις 3η και 4η των εκκαλούντων το ποσό των 12.000,00€ ο καθένας, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την σε βάρος τους τέλεση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, διότι στην από 1.6.2006 έγκλησή τους και συγκεκριμένα στην 16η σελίδα αυτής, αναφερόταν ότι η ανήλικη θυγατέρα των 1ου και 2ης των εκκαλούντων τους εξύβριζε, ενώ αυτό ουδέποτε συνέβη, αντιθέτως είχαν τρομοκρατηθεί από τις διενέξεις μεταξύ των συνοίκων της ένδικης πολυκατοικίας, επισημαίνεται ότι:

Από την επισκόπηση της ως άνω έγκλησης των νυν εφεσίβλητων προκύπτει ότι διηγηματικά, κατά την περιγραφή του ως άνω αναφερθέντος έντονου επεισοδίου μεταξύ των αντιδίκων, στις 24.3.2006, έξω από το διαμέρισμα των εκκαλούντων, αναφέρεται ότι "έγινε ένας τρομερός φραστικός καυγάς έξω από την πόρτα του ενώ είχε εξέλθει και η ανήλικη κόρη του βρίζοντας".

Αυτή είναι και η μοναδική φράση στην έγκληση των νυν εφεσίβλητων που αναφέρεται στο ανήλικο τέκνο των 1ου και 2ης των εκκαλούντων, ωστόσο από την διατύπωση της φράσης δεν προκύπτει σε ποια από τις 3η ή 4η των εκκαλούντων αναφερόταν, δεδομένου ότι αμφότερες κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ανήλικες (βλ. τα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες υπ' αριθ.

πρωτ. ... και ... πιστοποιητικά γέννησής τους που εκδόθηκαν από το γραφείο Δημοτολογίου του Δήμου Ανατολικής ...), ενώ από την ίδια φράση δεν προκύπτει ούτε τι ακριβώς είπε η ανήλικη, ούτε αν το απηύθυνε σε κάποιον από τους εμπλεκόμενους στο επεισόδιο. Επομένως, με τον τρόπο που διατυπώθηκε ουδόλως τελέστηκε από τους νυν εφεσίβλητους το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, της απλής δυσφήμησης ή της εξύβρισης σε βάρος κάποιας από τις 3η ή 4η των εκκαλούντων, καθώς διατυπώθηκε όλως αόριστα, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση και πρωτίστως δεν προκύπτει ποιο από τα δύο τέκνα αφορούσε, επομένως κατά τον τρόπο αυτό δεν δύναται να προσβληθεί η τιμή ή η υπόληψη κάποιας από τις 3η και 4η των εκκαλούντων από την συγκεκριμένη αιτίαση, καθώς - ασχέτως της αλήθειας ή του ψεύδους αυτής - δεν προκύπτει σε ποια από τις δύο αναφέρεται, απορριπτομένου και του τρίτου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου, με την επισήμανση ότι στην υπό Β' αγωγή δεν γινόταν επίκληση ισχυρισμού των 3ης και 4ης των εναγουσών (ήδη εκκαλουσών) περί αποκατάστασης της ηθικής τους βλάβης, λόγω του στρες και της στενοχώριας που βίωσαν λόγω των διενέξεων, αλλά μόνο λόγω της παραπάνω - κατά τους ισχυρισμούς τους - συκοφαντίας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 20-2-2015 έφεση των εναγομένων - ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν την από 22-6-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, αυτά της αξιόποινης συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων απέναντι σε καθένα των αναιρεσιβλήτων, στα πλαίσια της συνοικήσεως όλων των διαδίκων στην οικοδομή, όπου βρίσκονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες, ενόσω ήταν διαχειριστές της οικοδομής, παρενέβησαν στην ηλεκτροβάνα που ρύθμιζε την παροχή θερμότητας στο διαμέρισμά τους, με αποτέλεσμα να θερμαίνεται αυτό χωρίς την αντίστοιχη χρέωσή τους, αφού οι ωρομετρητές δεν κατέγραφαν την σχετική κατανάλωση και ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι αντέδρασαν στην ενέργεια αυτή των αναιρεσειόντων, τις αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε καθένα των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων προς τους αναιρεσίβλητους και την αξίωση καθενός των τελευταίων να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που περιλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, περί του ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση πότε, πώς, από ποιόν και αν αποκαταστάθηκε η ηλεκτροβάνα που εξυπηρετεί το διαμέρισμα των αναιρεσειόντων, το είδος και ο χρόνος της βλάβης αυτής και ο ακριβής χρόνος διενέργειας αυτοψίας από τον Ν.

Γ. στο διαμέρισμα των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούςν εκδοχής περί της μη επεμβάσεώς τους στην ηλεκτροβάνα, που ρύθμιζε την παροχή θερμότητας στο διαμέρισμά τους, κατά τον επίδικο χρόνο, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν το αδίκημα της κλοπής θερμικής ενέργειας εις βάρος όλων των αναιρεσιβλήτων και ο πρώτος αναιρεσείων και το αδίκημα της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, καθώς και ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ηθική βλάβη εξαιτίας της εις βάρος τους αδικοπραξίας.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος και αντίστοιχος του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. οριζόμενος λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 469/1984) και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Α.Π. 987/2023). Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπ' όψιν, παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρίνονταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από την λήψη ή τη μη λήψη υπ' όψιν των "πραγμάτων".

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμον στην γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση, αιτιολογημένη ή όχι, αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (Ολ.

Α.Π. 469/1984, Α.Π. 987/2023), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση αποδείξεως του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 38/2021). Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, επίσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (Α.Π. 987/2023, ΑΠ 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 954/2011), ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του (Α.Π. 987/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 9/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020).

Τέλος, το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναιρέσεως, που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (Α.Π. 248/2024, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 1505/2022, Α.Π. 894/2018). Επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει, όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου.

Με βάση την διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία ελέγχονται με τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επί των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ελέγχεται μόνον η νομική και η ποιοτική αοριστία (η τελευταία για τις αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1.1.2016), στα πλαίσια των λόγων των αριθμών 1 και 5, αντιστοίχως, του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., ενώ, αντιθέτως, δεν ελέγχεται η ποσοτική αοριστία, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 248/2024, Α.Π. 1505/2022, Α.Π. 399/2020, Α.Π. 60/2019, Α.Π. 894/2018, Α.Π. 494/2018, Α.Π. 127/2018, Α.Π. 853/2017).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπ' όψιν του τους κάτωθι αναφερομένους λόγους της από 20-2-2015 εφέσεώς τους κατά της υπ' αριθμ. ...

αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών: 1) ότι μερικοί των αναιρεσιβλήτων τους εξύβρισαν και γι' αυτό ζήτησαν από αυτούς να υποχρεωθούν να τους καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 2) ότι η ηλεκτροβάνα του διαμερίσματός τους λειτουργούσε κανονικά, 3) ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ήταν αόριστη, 4) ότι ζήτησαν την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης στην προαναφερθείσα ηλεκτροβάνα και 5) ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκε καταχρηστικώς, κατ' άρθρον 281 του Α.Κ.

Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται, καθόσον οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν συνιστούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που να θεωρούνται "πράγματα", κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα, τα οποία οι αναιρεσείοντες αντλούν από τις αποδείξεις.

Περαιτέρω, ομοίως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίον ισχυρίζεται ότι η από 22-6-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι αόριστη, επειδή δεν διευκρινίζεται, αν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες παραβίασαν τον ωρομετρητή ή την ηλεκτροβάνα, καθόσον η αιτίαση αυτή συναρτάται με την, κατ' άρθρον 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, πλην όμως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην νομική σκέψη, δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ.

τέτοιος λόγος αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά σκέλη του ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το εν λόγω Δικαστήριο ερεύνησε τους σχετικούς λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αξιολόγησε το ενώπιόν του αποδεικτικό υλικό και δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εξύβρισαν τους αναιρεσείοντες κατά τον κρίσιμο χρόνο και ότι οι τελευταίοι με την αγωγή τους δεν ζήτησαν να υποχρεωθούν οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτος αναιρεσίβλητοι να τους καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της εξυβρίσεως αυτών (αναιρεσειόντων).

Από δεν την παραδεκτή επισκόπηση της από 11-5-2007 αγωγής των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι πράγματι δεν διαλαμβάνεται αίτημα αυτών περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως εις βάρος των εν λόγω αναιρεσιβλήτων εξαιτίας της εξυβρίσεως. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τις ενώπιόν του προσαχθείσες αποδείξεις αποδεικνύεται η τέλεση από τους αναιρεσείοντες των επικαλούμενων, με την από 22-6-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αξιοποίνων πράξεων, εις βάρος των τελευταίων, οπότε θεμελιώνεται η αξίωση αυτών (αναιρεσιβλήτων) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τους αναιρεσείοντες, αφού ερεύνησε τις προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.

Επίσης, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπ' όψιν το αίτημα των αναιρεσειόντων να ζητήσουν με λόγο εφέσεως την διεξαγωγή της αιτηθείσας πραγματογνωμοσύνης και το απέρριψε ως αλυσιτελές, ενώ, τέλος, έκρινε ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων δεν ήταν καταχρηστική, κατ' άρθρον 281 του Α.Κ.

και γι' αυτό απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως. Τούτων δοθέντων, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και ερεύνησε τους επίδικους λόγους της από 20-2-2015 εφέσεως των αναιρεσειόντων. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, δικαστικά έξοδα σε βάρος των ηττώμενων αναιρεσειόντων και υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν επιδικάζονται, διότι, λόγω της ερημοδικίας αυτών, δεν υφίσταται το απαιτούμενο προς τούτο αίτημα (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. - Α.Π. 1330/2024, Α.Π. 1233/2023, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 1043/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-1-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. ... τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ