Legislator Case Law & Legislation
421/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract invalidity, citing failure to prove document forgery.

Case Number 421/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final labor court decision regarding the invalidity of an employment contract. The appellant argued that a specific document submitted during hiring was forged and distorted, but failed to produce the original document for the court's examination. Consequently, the court ruled that the claim of forgery was unproven and rejected the appeal in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20), 561(2) of the Code of Civil Procedure; A claim alleging document forgery or distortion is inadmissible if the appellant fails to submit the document for verification, rendering the ground for appeal unsupported.

Keywords

AI generated
labor contract invalidity document forgery appeal Code of Civil Procedure burden of proof labor dispute procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 664 to 676 of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 421 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 421/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Μεταξά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Σ. Α..Ε.." και το δ.τ. "Ο. Α..Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ..., που προήλθε από την συγχώνευση-απορρόφηση της εταιρείας "Η. Λ. Π. Α.-Π. Η. Α..Ε.." από την "Α. Σ. Ε. Θ. Λ. Ε. Α..Ε.." και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Ειρήνης Γιαννούζη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 540/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4506/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 07-07-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 5391/711/08-07-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1234/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 4506/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή η από 18-10-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7230/22-10-2019 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 540/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 15-04-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2355/23.6.2014 αγωγή του, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ως καταχρηστικής, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, την υποχρέωση της εναγομένης αφενός να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, υπό τους όρους εργασίας και αμοιβής, όπως πριν την απόλυσή του, αφετέρου δε να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, καθώς και την αξίωση του ενάγοντος, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, εξαφάνισε κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα απόφαση, μόνο κατά τα κεφάλαια, με τα οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε νόμιμη και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή ως προς τα κύρια αιτήματα αυτής και κατά το μέρος που η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας θεμελιώθηκε στη μη τήρηση προηγουμένως πειθαρχικής διαδικασίας, προς διαπίστωση του παραπτώματος, ως λόγου της καταγγελίας, άλλως στην ακυρότητα της πειθαρχικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε, με συνέπεια και την ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά και στην καταχρηστική άσκησή της, εξαιτίας ανυπαρξίας λόγου προς τούτο και της γενικόλογης, αόριστης και αναληθούς αιτιολογίας της καταγγελίας αυτής.

Ακολούθως, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 08-07-2021 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 07-07-2020, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων, που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη, καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Επίσης, με δεδομένο ότι η καταγγελία αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εργοδότη, επιφέρει, όμως, ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στον εργαζόμενο, που χάνει τη θέση εργασίας κατάχρηση υφίσταται και όταν, με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης, απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και έχει την έννοια ότι, κατά την ενάσκηση δικαιώματος, πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του εκάστοτε χρησιμοποιούμενου μέσου και του αντιστοίχως επιδιωκόμενου σκοπού, με συνέπεια, αν διαπιστωθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι υπάρχουν άλλα μέτρα, ηπιότερα από την καταγγελία, αλλά εξίσου πρόσφορα με αυτήν, για την επίτευξη του σκοπού, που επιδιώκεται από τον εργοδότη η καταγγελία να αποβαίνει μη αναγκαία και να ελέγχεται ως καταχρηστική (Α.Π. 904/2012 Α.Π. 897/2012).

Στα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, τα οποία, σε συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί να αποδειχθούν εξίσου πρόσφορα με αυτή, για την προστασία των δικαιολογημένων συμφερόντων του εργοδότη, ανήκουν και οι πειθαρχικές ποινές. Ειδικότερα, εάν στον Κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές τότε, ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει, αντί της καταγγελίας, την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται από την εργασία ο εργαζόμενος, διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί, κατά την καλή πίστη, να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην, όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού του εργαζομένου, κατά το άρθρο 281 Α.Κ.

από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος (Α.Π. 380/2019, Α.Π. 114/2019, Α.Π. 1173/2017, Α.Π. 244/2017, Α.Π. 769/2016, Α.Π. 601/2013, Α.Π. 904/2012).

Ειδικότερα, το δικαστήριο κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι, όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (Α.Π. 1173/2017, Α.Π. 244/2017, Α.Π. 769/2016, Α.Π. 601/2013, Α.Π. 904/2012) Η καταγγελία, όμως, δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας, μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (Α.Π. 1889/2017, Α.Π. 1683/2012).

Επίσης, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ. για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη, ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. (Α.Π. 1267/2019, Α.Π. 258/2019, Α.Π. 114/2019, Α.Π. 72/2019).

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή, η καταγγελία, η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης, λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία, από αναιτιώδης, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη.

Περαιτέρω, με τον ν. 2175/1993 ιδρύθηκε ως ν.π.ι.δ., με έδρα την Αθήνα, η εταιρεία με την επωνυμία " Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.) ", με σκοπό τη διεξαγωγή των Αστικών Συγκοινωνιών, με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στο Λεκανοπέδιο Αττικής. Σε εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 του ως άνω ν. 2175/1993, ιδρύθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α., ως ΔΕΚΟ, για την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου, οι εταιρείες ...

και Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., νομίμως συσταθείσες. Εν συνεχεία και με βάση απευθείας τις διατάξεις του ν. 3920/2011, συστάθηκε η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία " Ο.Σ.Υ. Α.Ε. ", προερχόμενη από τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω νόμου (ν. 3920/2011), της ... με την Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε. με απορρόφηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 6 του ως άνω νόμου, της δεύτερης από την πρώτη εταιρεία.

Συναφώς, έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως η πράξη συγχώνευσης των ως άνω εταιρειών (ΦΕΚ 1454/Β/17.06.2011). Οι εργασιακές σχέσεις της αναιρεσίβλητης ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Α.Σ.Α. - Ε.ΘΕ.Λ. - Η.Λ.Π.Α.Π., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998 και έχει, ως εκ τούτου, ισχύ νόμου (Ολ.

Α.Π. 2/2009). Κατά τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού Άρθρο 6 παρ. 1 : Οι προσλήψεις του προσωπικού διενεργούνται με τη διαδικασία του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. Άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α' : Κάθε υποψήφιος για κάθε κατηγορία προσωπικού και ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας, πρέπει να έχει τα απαιτούμενα προσόντα, που καθορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ.

της εταιρείας ή απαιτούνται από το νόμο και τον Υπηρεσιακό Οργανισμό, για τη συγκεκριμένη θέση ή απασχόληση. Άρθρο 7 παρ. 2 : Εκτός από τα ειδικά πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν για την πρόσληψή τους, οι υποψήφιοι στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού, οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να υποβάλλουν, το αργότερο μέχρι την προσδιορισμένη κάθε φορά ημερομηνία, τα παρακάτω πιστοποιητικά σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο :

α. (...) ε. Τίτλους σπουδών (...). Άρθρο 7 παρ. 3 :... Επίσης, πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου, φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν.

Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη, θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Κατά δε το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, με τον οποίο κυρώθηκε ο άνω Κανονισμός : " Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται : 1.

Κάθε διάταξη νόμου ή κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή πρακτικού συμφωνίας ή άλλης άτυπης συλλογικής ρύθμισης οποιοσδήποτε μορφής ή όρος ατομικής σύμβασης εργασίας, ρητώς ή λόγω μακροχρόνιας πρακτικής καθιερωμένος, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας ή των εντεταλμένων οργάνων της ή γενικά κάθε συμβατικής ή μονομερούς δικαιοπραξίας της Διοίκησης, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που εφαρμόζονται στο προσωπικό των Ο.Α.Σ.Α., Ε.ΘΕ.Λ.

Η.Λ.Π.Α.Π., Η.Σ.Α.Π. και αντίκεινται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμου, που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή κατά το μέρος που ρυθμίζει, κατά διάφορο τρόπο, θέματα, που διέπονται από τον παρόντα νόμο ". Από τις παραπάνω διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης εταιρείας, προκύπτει σαφώς ότι, αν ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του στην Ο.Σ.Υ.

προσκομίσει πλαστό ή παραποιημένο τον προσδιοριζόμενο, από το άρθρο 7 παρ. 1 του Γ.Κ.Π., ως αναγκαίο, τίτλο σπουδών και βεβαιώσει ψευδώς στην κατατιθέμενη στην εργοδότρια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985 ότι ο τίτλος είναι γνήσιος, η σύμβαση εργασίας του δεν καθίσταται, εκ του λόγου τούτου, άκυρη, αλλά το γεγονός αυτό θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος), που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί, χωρίς καταβολή αποζημίωσης (Α.Π. 1389/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν " αιτιολογία ", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013). Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν οι επικαλούμενες ανεπάρκειες της αιτιολογίας, αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα, ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009) Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1420/2013) και, κατά τούτο, συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Α.Π. 109/2020).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015).

Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, στην από 15-04-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2355/23-06-2014 αγωγή του εξέθετε ότι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκε στις 10.02.2002 από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " ... ", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " Οδικές Συγκοινωνίες (Ο.Σ.Υ.) Α.Ε. ", προκειμένου να απασχοληθεί ως ηλεκτροτεχνίτης, μέχρι τις 30-09-2003, οπότε, κατά το άρθρο 9 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού προσωπικού της " ... ", που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του, η τελευταία μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και ο ίδιος εντάχθηκε στο μόνιμο τεχνικό προσωπικό, με καθήκοντα υπαλλήλου ηλεκτροσυγκολλήσεων.

Ότι η πρόσληψή του έγινε κατόπιν συμμετοχής του στο δημόσιο διαγωνισμό, που προκηρύχθηκε με το Φ.Ε.Κ. Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 120/08-05-2002, βάσει των δικαιολογητικών που προσκόμισε και της σχετικής Αίτησης για πρόσληψη που υπέβαλε, στην οποία ανέφερε τα προσωπικά του στοιχεία, καθώς και ότι είναι κάτοχος άδειας άσκησης επαγγέλματος ηλεκτροτεχνίτη και απόφοιτος της Σ.

Δ. Σ. Τ. και Ε.. Ότι, στις 06-03-2014, με το 6960 έγγραφο της εναγομένης, κλήθηκε από την τελευταία να καταθέσει τις απόψεις του, αναφορικά με ψευδή δήλωσή του (αναληθή βαθμολογία πτυχίου) κατά την πρόσληψη, διαπιστωθείσα σε αυτεπάγγελτη έρευνα που προηγήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και το άρθρο 7 παρ. 3 του Κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι : " Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης ".

Ότι, με δεδομένο ότι ο ίδιος δεν προέβη σε ψευδείς δηλώσεις κατά την πρόσληψή του και ούτε είχε υποβάλει Υπεύθυνη Δήλωση του Ν. 1599/1985, όπως απαιτεί το άρθρο 7 παρ. 3 του Κανονισμού, για τη στοιχειοθέτηση του παραπτώματος της ψευδούς δήλωσης, αγνόησε την κλήση και δεν παρέσχε εξηγήσεις στην εναγομένη, η οποία στις 28-03-2014, του κοινοποίησε έγγραφο γνωστοποίησης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από 01-04-2014, σύμφωνα με τις αναφερόμενες σ' αυτό σχετικές εγκυκλίους του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και το άρθρο 7 παρ. 3 του Κανονισμού, αρνούμενη έκτοτε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του.

Ότι η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης είναι άκυρη, ως αντίθετη στο άρθρο 7 παρ. 3 του Κανονισμού, καθόσον ο ίδιος ουδέποτε διέπραξε το εκεί αναφερόμενο παράπτωμα, γεγονός που αποδεικνύεται και από την αδυναμία της εναγομένης να του χορηγήσει αντίγραφο της δήθεν ψευδούς Υπεύθυνης Δήλωσης, που υπέβαλε κατά την πρόσληψή του, παρόλο που την κάλεσε να πράξει τούτο εγγράφως, προσέτι δε και διότι δεν προηγήθηκε πειθαρχική διαδικασία προς διαπίστωση του παραπτώματος, ως λόγου της καταγγελίας και, σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία που ακολουθήθηκε (κλήση για κατάθεση απόψεων, κατά το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) πάσχει ακυρότητας, λόγω παραβίασης των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ.

γ' του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., που συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ότι, άλλως, η καταγγελία είναι άκυρη, διότι ασκήθηκε κατά κατάχρηση του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος, αφού : (α) ουδείς νόμιμος λόγος απόλυσης συνέτρεχε, η δε αιτιολογία που επικαλέστηκε η εναγομένη ήταν γενικόλογη, αόριστη και στηριχθείσα σε αναληθείς ισχυρισμούς και (β) αποτελούσε το έσχατο μέσο, δυνάμενη να αποφευχθεί με την επιλογή ηπιότερου μέσου, όπως τη θέση του σε διαθεσιμότητα, ως " διοικητικού - υπηρεσιακού - πειθαρχικού μέτρου και όχι ως πειθαρχικής ποινής ", είτε μέχρι την περάτωση της πειθαρχικής διαδικασίας, αν είχε ακολουθηθεί, είτε μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης, το οποίο (ηπιότερο μέσο) ήταν πρόσφορο και ικανοποιούσε εξίσου το συμφέρον της εργοδότριας.

Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη και ως προϊόν παράνομης βούλησης του Κράτους και, συγκεκριμένα, του αναρμόδιου για την εξέλιξη της εργασιακής του σχέσης Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι άκυρη και διότι δεν καταβλήθηκε η προβλεπόμενη, από τους νόμους 2112/1920 και 3198/1955, αποζημίωση.

Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, προσεβλήθη παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητά του, διότι επλήγησαν η επαγγελματική του υπόσταση, η ανθρώπινη αξία του και η εργασιακή του ασφάλεια, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη, ζήτησε, κυρίως, να αναγνωριστεί : (α) η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και (β) η υποχρέωση της εναγομένης αφενός να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, υπό τους όρους εργασίας και αμοιβής, όπως πριν την απόλυσή του, αφετέρου δε να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, για το μετά την 01-04-2014 χρονικό διάστημα, καθώς και το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Επικουρικά και στην περίπτωση που κριθεί έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, το χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι τεσσάρων (13.524,00) ευρώ. Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 540/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία έκρινε την ένδικη αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη, καθόλα τα αιτήματα αυτής (κύρια και επικουρικό) και, ακολούθως, αφού δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έλαβε χώρα κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού προσωπικού της εναγομένης, καθόσον προέβη σε ψευδή δήλωση κατά την πρόσληψή του (παραποιημένο ως προς τη βαθμολογία πτυχίο της Σ.

Δ. Σ. Τ. και Ε.), η οποία συνιστά σοβαρό παράπτωμα, που δικαιολογεί την καταγγελία, χωρίς καταβολή αποζημίωσης και ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των επικαλούμενων λόγων ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, τόσο κατά τα κύρια αιτήματά της, όσο και κατά το επικουρικό.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 18-10-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7230/22-10-2019 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία, ειδικότερα, παραπονείτο, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή, ως προς τα κύρια αιτήματά της και κατά το μέρος που η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, θεμελιώθηκε στην αντίθεσή της στο άρθρο 7 παρ. 3 του Κανονισμού, στη μη διενέργεια, πριν από αυτήν πειθαρχικής διαδικασίας και στην καταχρηστική άσκηση του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος, επιδιώκοντας να εξαφανιστεί η απόφαση, κατά τα ως άνω εκκληθέντα κεφάλαιά της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 4506/2020 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, μόνο κατά τα ως άνω κεφάλαιά της, με τα οποία οι προαναφερόμενοι λόγοι ακυρότητας της καταγγελίας κρίθηκαν νόμιμοι και απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, κράτησε την υπόθεση και, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, κατά το αντίστοιχο μέρος της, δηλαδή κατά το μέρος που η επικαλούμενη ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας στηρίζεται : (α) στη μη τήρηση προηγουμένως πειθαρχικής διαδικασίας προς διαπίστωση του παραπτώματος ως λόγου της καταγγελίας, άλλως στην αντίθεση της πειθαρχικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ.

γ' του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και (β) στην καταχρηστική άσκησή της, εξαιτίας ανυπαρξίας λόγου και της γενικόλογης, αόριστης και αναληθούς αιτιολογίας της. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι η αγωγή, κατά το μέρος που η επικαλούμενη ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας θεμελιώθηκε στη μη τήρηση προηγουμένως από την εφεσίβλητη πειθαρχικής διαδικασίας, προς διαπίστωση του παραπτώματος (ψευδής Δήλωση του εκκαλούντος κατά την πρόσληψή του), ως λόγου της καταγγελίας, άλλως στην επικαλούμενη αντίθεση της πειθαρχικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (κλήση του εκκαλούντος για κατάθεση απόψεων) στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 25 παρ. 1 εδ.

γ' του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., με συνέπεια η ακυρότητα της πειθαρχικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε, να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την καταγγελία, είναι μη νόμιμη, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι, ακόμη και εάν υποτεθεί ως αληθές ότι δεν προηγήθηκε της καταγγελίας πειθαρχική διαδικασία, προς διαπίστωση του παραπτώματος ή, έστω, η διαδικασία που ακολουθήθηκε αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις, ουδόλως επηρεάζεται το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, εκ μόνου του λόγου αυτού, καθόσον ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή ποινής, μέσω της πειθαρχικής διαδικασίας, πολύ δε περισσότερο να ακολουθήσει την πειθαρχική διαδικασία, πριν προβεί στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, η δε επιλογή του αυτή ελέγχεται μόνο κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., στα πλαίσια παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, πλην, όμως, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών ισχυρίστηκε ως λόγο ακυρότητας της καταγγελίας τη μη διενέργεια προηγουμένως πειθαρχικής διαδικασίας, άλλως ακυρότητας αυτής που ακολουθήθηκε.

Περαιτέρω, κατά το μέρος που η καταχρηστική άσκηση του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος, θεμελιώθηκε στην ανυπαρξία λόγου για την καταγγελία αυτή, καθώς και στο ότι η αιτιολογία που επικαλέστηκε η εφεσίβλητη ήταν γενικόλογη και αόριστη και στηρίχθηκε σε αναληθείς ισχυρισμούς, η ένδικη αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, ούτε αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του Α.Κ.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας, έκρινε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι η αγωγή, ήταν μη νόμιμη κατά τα αντίστοιχα αιτήματά της, έστω και εάν ο εκκαλών - ενάγων παραπονέθηκε με τους πέμπτο και όγδοο λόγους της ένδικης έφεσης, για την κατ' ουσίαν απόρριψη των ανωτέρω λόγων ακυρότητας, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, κατόπιν αυτού, εξαφάνισε την τότε προσβαλλομένη απόφαση, μόνο κατά τα ως άνω κεφάλαιά της, ενόψει του ότι δεν αρκούσε η αντικατάσταση της αιτιολογίας και η απόφασή του ήταν επωφελέστερη για τον εκκαλούντα - ενάγοντα, σε σύγκριση με την εκκληθείσα, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Με το άρθρο 1 του Ν. 2175/1993 " Οργάνωση ενιαίου φορέα αστικών συγκοινωνιών στην περιοχή Αθηνών - Πειραιώς και περιχώρων ", ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας και την επωνυμία " Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.) ", σκοπός του οποίου ορίστηκε ότι είναι η διεξαγωγή του συγκοινωνιακού έργου, με όλα τα μέσα μεταφοράς, στην περιοχή Αθηνών - Πειραιά και περιχώρων, με το δε άρθρο 3 του ίδιου νόμου καταργήθηκαν οι Συγκοινωνιακές Επιχειρήσεις (Σ.ΕΠ.) και το συγκοινωνιακό έργο με θερμικά λεωφορεία ανέλαβε ο ίδιος ο Ο.Α.Σ.Α., ο οποίος, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 1 παρ. 4 του νόμου αυτού, ίδρυσε μεταγενέστερα την εφεσίβλητη εταιρία, με την αρχική επωνυμία " Α.

Σ. Ε. Θ. Λ. " και το διακριτικό τίτλο " ... ", στην οποία και ανέθεσε την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου, με θερμικά λεωφορεία στην περιοχή της αρμοδιότητάς του. Ειδικότερα, η " Ε.ΘΕ.Λ Α.Ε. " ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτούργησε αρχικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2175/1993 ως συγκοινωνιακός φορέας, μεταγενέστερα δε, κατά τις διατάξεις του Ν. 2669/1998, όπως αυτός ίσχυσε, μετά την τροποποίησή του με το Ν. 3297/2004, ως Εκτελεστικός Φορέας Συγκοινωνιακού Έργου, εποπτευόμενος από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, υπό τη μορφή και πάλι νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, στον τομέα των αστικών συγκοινωνιών, η δραστηριότητα της οποίας ελέγχεται και συντονίζεται από τον Ο.Α.Σ.Α., σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του ανωτέρω νόμου, με τον οποίο συμβάλλεται η Ε.ΘΕ.Λ., αποτελώντας θυγατρική εταιρία του.

Ακολούθως, με το άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 5 του Ν. 3920/2011 " Εξυγίανση αναδιάρθρωση και ανάπτυξη αστικών συγκοινωνιών ", η εφεσίβλητη, με την τότε επωνυμία " ... ", συγχωνεύθηκε με την εταιρία " Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε. ", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, δυνάμει της 28738/2638/10.6.2011 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω νόμου (3920/2011) και μετονομάστηκε σε " ... ", με το διακριτικό τίτλο " ..." [ ήδη αναιρεσίβλητη ].

Με την προαναφερόμενη κοινή υπουργική απόφαση ορίστηκε ότι, με την ολοκλήρωση της συγχώνευσης, η οποία συντελείται με τη δημοσίευση της περίληψης στο Φ.Ε.Κ. και με την καταχώρισή της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών, που έλαβε χώρα στις 5.7.2011, η απορροφώσα εταιρία αποκτά τη νέα της επωνυμία, ανατίθεται δε σ' αυτήν, υπό την ιδιότητά της, ως εταιρίας παροχής συγκοινωνιακού έργου (Ε.Π.Σ.Ε.), αποτελούσα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που υπηρετεί σκοπό κοινής ωφέλειας, η αρμοδιότητα εκτέλεσης του δημόσιου συγκοινωνιακού έργου, με επίγεια οδικά μέσα, εντός των ορίων της Περιφέρειας Αττικής, όπως αυτή ορίζεται στο Ν. 3852/2011, υπαγόμενη, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 7 παρ. 1, στο Ν. 3429/2005 (Δημόσια Επιχείρηση Κοινής Ωφέλειας).

Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε εγγράφως στις 10.10.2002, η εφεσίβλητη εταιρία, με την τότε επωνυμία " Α. Σ. Ε. Θ. Λ. " και το διακριτικό τίτλο " ...", προσέλαβε τον εκκαλούντα [ ήδη αναιρεσείοντα ] Γ. Λ., απόφοιτο της Σ. Δ. Σ. Τ. και Ε. και κάτοχο της από 20.3.1992 άδειας άσκησης επαγγέλματος ηλεκτροτεχνίτη αυτοκινήτων (Ν. 1575/1985), που εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Πειραιά, προκειμένου να τον απασχολήσει, ως δόκιμο ηλεκτροτεχνίτη οχημάτων, μέχρι τις 30.9.2003 σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο ένατο παρ. 1 και 3 του κυρωθέντος, με το άρθρο 9 του Ν. 2669/1998 (Φ.Ε.Κ.

A' 283/18.12.1998), Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των Ο.Α.Σ.Α. Ε.ΘΕ.Λ. και Η.Λ.Π.Α.Π. (εφεξής Κανονισμός), του οποίου ο εκκαλών έλαβε γνώση και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, προσχωρώντας, με όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας του, στις διατάξεις του. Με τη ρητή δε αυτή και ειδική παραπομπή συγκεκριμένα στους όρους του εφαρμοζόμενου, με ισχύ νόμου, Κανονισμού, οι όροι του αποτέλεσαν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος και, συνεπώς, η τελευταία περιείχε και τους όρους του ανωτέρω Κανονισμού [...].

Μετά τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας, που αποτελούσε τη δοκιμαστική περίοδο, ο εκκαλών, κατόπιν αξιολόγησης της καταλληλότητας και απόδοσής του, εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εφεσίβλητης, με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου της και η σύμβαση εργασίας του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων τέταρτου παρ. 1 και ένατου παρ. 4, 7 και 8 του Κανονισμού.

Η πρόσληψη του εκκαλούντος έγινε κατόπιν συμμετοχής του στο δημόσιο διαγωνισμό, που προκηρύχθηκε από την " ... ", με την 3/2002 Προκήρυξη, νομίμως δημοσιευθείσα στο Φ.Ε.Κ. 120/8.5.2002 (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.), για την πλήρωση 1.258 θέσεων προσωπικού κατηγοριών Πανεπιστημιακής, Τεχνολογικής και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Στο Κεφάλαιο Α' της Προκήρυξης και υπό τον τίτλο " ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ", ορίστηκαν αφενός τα " Γενικά προσόντα πρόσληψης " των υποψηφίων όλων των κατηγοριών, οι οποίοι έπρεπε να είναι έλληνες πολίτες, να έχουν γεννηθεί κατά τα έτη 1967 έως και 1981, να έχουν την υγεία και τη φυσική κατάσταση, που τους επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης που επιλέγουν και, κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων και του διορισμού, να μην έχουν καταδικαστεί για τα εκεί αναφερόμενα αδικήματα, να μην είναι υπόδικοι, να μην τελούν σε δικαστική συμπαράσταση και να μην έχουν απολυθεί από θέση δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.

ή Ν.Π.Ι.Δ. του άρθρου 14 Ν. 2190/1994, για τους ειδικά αναφερόμενους λόγους, αφετέρου δε τα " Τυπικά προσόντα πρόσληψης κατά κατηγορία και κλάδο ή ειδικότητα ". Συγκεκριμένα, για την κατηγορία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) και την ειδικότητα ηλεκτροτεχνίτες αυτοκινήτων της κατηγορίας αυτής, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα τυπικά προσόντα, κατά την Προκήρυξη ήταν : " (α) 'Αδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηλεκτροτεχνίτη αυτοκινήτου και (β) Ο ομώνυμος ή αντίστοιχος τίτλος Ι.Ε.Κ.

ή Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου Α' ή Β' κύκλου σπουδών ή Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου ή Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου ή Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών ή σχολών μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. ή άλλος ισότιμος τίτλος σχολικών μονάδων της ημεδαπής ή αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας ". Στο Κεφάλαιο Β' της Προκήρυξης και υπό τον τίτλο " ΑΙΤΗΣΕΙΣ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ " ορίστηκε ότι η συμμετοχή των υποψηφίων στο διαγωνισμό, γίνεται με αίτηση, που απευθύνεται στην "..." και υποβάλλεται στην Κεντρική Γραμματεία της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών, από την οποία και μόνο παραλαμβάνεται, ότι η αίτηση επέχει θέση υπευθύνου δηλώσεως του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 και η ανακρίβεια των δηλουμένων στοιχείων επισύρει τις προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις και ότι στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτει ο υποψήφιος, σε επικυρωμένα αντίγραφα, όλα τα απαιτούμενα από την Προκήρυξη πιστοποιητικά ή τίτλους, με κύρωση, σε περίπτωση που δεν επισυναφθούν και προσκομιστούν, τη θέση του υποψηφίου εκτός διαδικασίας διαγωνισμού και την απόρριψη της Αίτησης.

Τέλος, στο Γ' Κεφάλαιο της ίδιας Προκήρυξης και υπό τον τίτλο "ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ " ορίστηκε ότι : " Ο υποψήφιος με την αίτηση πρέπει να υποβάλει όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά επικυρωμένα, ήτοι: 1. Φωτοτυπία των δύο όψεων της αστυνομικής ταυτότητας ή, ελλείψει ταυτότητας, φωτοτυπία των κρίσιμων σελίδων του διαβατηρίου... 2.

Φωτοτυπία τίτλου σπουδών, στον οποίο αναγράφεται ο ακριβής βαθμός αυτού και το έτος κτήσης του τίτλου. Σε κάθε περίπτωση που ο βαθμός εκφράζεται με αξιολογικό χαρακτηρισμό ή με ακέραιο αριθμό, πρέπει στη φωτοτυπία του τίτλου να περιλαμβάνεται και βεβαίωση της οικείας σχολής, για τον ακριβή αριθμητικό βαθμό ή να προσκομίζεται χωριστή βεβαίωση...".

Ο εκκαλών, για τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό και συγκεκριμένα για την κατηγορία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) και την ειδικότητα ηλεκτροτεχνίτη αυτοκινήτων, για την οποία με την Προκήρυξη προβλέπονταν δέκα (10) θέσεις, εκ των οποίων οι δύο (2) θα καλύπτονταν από πολύτεκνους και τέκνα πολυτέκνων και το εν λόγω προσωπικό θα προσλαμβανόταν αρχικά με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (ένα έτος), που εν συνεχεία θα μετατρεπόταν σε αορίστου, με απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου, μετά από αξιολόγηση των ιεραρχικά προϊσταμένων και κατά τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό, υπέβαλε " Αίτηση - Υπεύθυνη Δήλωση υποψηφίου για πρόσληψη στην ... (Τεύχος Προκήρυξης Α.Σ.Ε.Π. 120/8.5.2002) ", η οποία έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ....

Η αίτηση αυτή ήταν έντυπη και περιελάμβανε πεδία, που οι υποψήφιοι όφειλαν να συμπληρώσουν, τα οποία αναφέρονταν στα προσωπικά στοιχεία του υποψηφίου, στην οικογενειακή του κατάσταση και στη διεύθυνση κατοικίας του, καθώς και πεδία, που αφορούσαν στα γενικά και στα τυπικά προσόντα πρόσληψης, όπως ορίζονταν στην Προκήρυξη, ανά κατηγορία και ειδικότητα, μεταξύ των οποίων, ειδικά για την ειδικότητα ηλεκτροτεχνιτών αυτοκινήτων της κατηγορίας ΔΕ, η Άδεια άσκησης επαγγέλματος ηλεκτροτεχνίτη αυτοκινήτου και ο τίτλος σπουδών (Ι.Ε.Κ.

ή Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου Α' ή ΕΓ κύκλου σπουδών ή Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου ή Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου ή Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών ή σχολών μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. ή άλλος ισότιμος τίτλος σχολικών μονάδων της ημεδαπής ή αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας). Ο εκκαλών στην ανωτέρω αίτηση, που κατά την Προκήρυξη, επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, συμπλήρωσε, μεταξύ άλλων, ως αναγκαία, κατά την Προκήρυξη, τυπικά προσόντα, ότι κατέχει την από 20.3.1992 άδεια άσκησης επαγγέλματος ηλεκτροτεχνίτη αυτοκινήτων της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Πειραιά και πτυχίο της Σ.

Δ. Σ. Τ. και Ε. με γενικό βαθμό 17 και 3/10, το οποίο υποχρεωτικά επισύναψε στην αίτηση και προσκόμισε σε επικυρωμένο αντίγραφο, ως απαραίτητο από την Προκήρυξη τίτλο σπουδών, αφού διαφορετικά, θα είχε τεθεί εκτός διαδικασίας διαγωνισμού και η αίτησή του θα είχε απορριφθεί. Η ως άνω υποχρέωση προσκομιδής της επαγγελματικής άδειας, για όσες ειδικότητες απαιτείται και του τίτλου σπουδών, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα, προβλέπεται, ως προϋπόθεση πρόσληψης και από το έβδομο άρθρο παρ. 2 περ.

ε' και στ' του Κανονισμού, στην παράγραφο 3 του οποίου ορίζεται, περαιτέρω, ότι : " Επίσης, πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1985, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία της ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου. Φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν.

Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη, θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης ". Έτσι βάσει της ανωτέρω με αριθμό πρωτοκόλλου ... Αίτησης - Υπεύθυνης Δήλωσης για πρόσληψη στην " ... " και των υποχρεωτικά επισυναπτόμενων σε αυτή και απαιτούμενων από την Προκήρυξη, πιστοποιητικών και τίτλων σπουδών, δηλαδή εν προκειμένω, της άδειας άσκησης επαγγέλματος ηλεκτροτεχνίτη αυτοκινήτων και του πτυχίου της Σ.

Δ. Σ. Τ. και Ε., τα οποία αποτελούσαν και τα τυπικά προσόντα πρόσληψης, για την ειδικότητα ηλεκτροτεχνιτών αυτοκινήτων της κατηγορίας ΔΕ και εάν δεν επισυνάπτονταν ο υποψήφιος ετίθετο αυτομάτως εκτός διαδικασίας διαγωνισμού και η αίτησή του απορριπτόταν, ο εκκαλών κατατάχθηκε, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994, στην 5η θέση, από τις προς πλήρωση δέκα (10) της συγκεκριμένης ειδικότητας και κατ' ουσίαν οκτώ (8), αφού τις δύο (2) θέσεις θα καταλάμβαναν πολύτεκνοι και τέκνα πολυτέκνων.

Μετά δε και τον έλεγχο που διενεργήθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) στις αιτήσεις και τα επισυναπτόμενα σε αυτές δικαιολογητικά, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατ' ένσταση, οριστικοποιήθηκε η κατάταξη του εκκαλούντος και ο τελευταίος, ως ήδη προαναφέρθηκε, κατήρτισε με την εφεσίβλητη στις 10.10.2002 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διάρκειας ενός έτους, που εν συνεχεία και μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου.

Στις 24.12.2013 κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη εταιρία από το Υπουργείο Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, η ΔΙΔΑΔ/Φ.34/42/οικ. 33906/16.12.2013 εγκύκλιος του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με θέμα : " Έλεγχος νομιμότητας πτυχίων πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του προσωπικού μητρώου υπαλλήλων ".

Ειδικότερα, με την εγκύκλιο αυτή και σε συνέχεια της ΔΙΔΑΔ/Φ.34/35/οικ.14888/24.5.2013 εγκυκλίου, με την οποία οι Διευθύνσεις Διοικητικού / Προσωπικού των Υπηρεσιών, προς τις οποίες απευθύνθηκε, κλήθηκαν να προβούν σε ενημέρωση και επικαιροποίηση των μητρώων των υπαλλήλων τους, οι ίδιες Διευθύνσεις κλήθηκαν να προβούν περαιτέρω και σε έλεγχο της νομιμότητας πρόσληψης / μετάταξης και μετατροπής της εργασιακής σχέσης, σε αορίστου χρόνου των υπαλλήλων τους και, συγκεκριμένα, σε έλεγχο όλων των πτυχίων, πιστοποιητικών και στοιχείων, που σχετίζονται με την πρόσληψη, τη μετάταξη ή τη μετατροπή της εργασιακής σχέσης σε αορίστου χρόνου, καθώς και του συνόλου των στοιχείων, που περιλαμβάνονται στο μητρώο των υπαλλήλων (τίτλοι σπουδών, πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, πιστοποιητικά γνώσης Η/Υ, βεβαιώσεις προϋπηρεσίας, κ.λ.π.), τα οποία αποδεικνύουν την κατοχή των βασικών - κύριων, πρόσθετων ή επικουρικών προσόντων και τεκμηριώνουν τη νομιμότητα της υπαλληλικής σχέσης και κατάστασης.

Στην ίδια εγκύκλιο αναφέρεται ότι, στην περίπτωση που βεβαιωθεί, με επαρκώς αιτιολογημένο έγγραφο, από τις αρχές που εξέδωσαν τους τίτλους και τα πιστοποιητικά είτε ότι δεν εκδόθηκαν από αυτές, είτε ότι είναι ανακριβή, ως προς τα στοιχεία τους, πρέπει να προηγηθεί ακρόαση των ενδιαφερομένων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 του Συντάγματος και εάν, μετά από αυτή, δεν προκύψουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία, που να αναιρούν τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Υπαλληλικού Κώδικα (δόλια πρόκληση ή υποβοήθηση της παρανομίας), να κινηθούν οι διαδικασίες ανάκλησης του διορισμού των υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου.

Η ανωτέρω εγκύκλιος (ΔΙΔΑΔ/Φ.34/42/οικ.33906/16.12.2013) διευκρινίστηκε, με την ΔΙΔΑΔ/Φ.34/45/2843 ομοία, ως προς το πεδίο εφαρμογής της και επισημάνθηκε, ειδικότερα ότι ο έλεγχος νομιμότητας των πτυχίων, Πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του προσωπικού μητρώου καταλαμβάνει και τους υπαλλήλους, που υπηρετούν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στις δημόσιες υπηρεσίες, O.T.A.

α' και β' βαθμού, κρατικά ν.π.ι.δ και δημόσιες επιχειρήσεις, με μεγαλύτερη βαρύτητα και προτεραιότητα, κατά τον έλεγχο, στο μόνιμο προσωπικό. Για τους υπαλλήλους αυτούς αναφερόταν ότι, σε περίπτωση που προκύψει ότι προσλήφθηκαν καταθέτοντας πλαστό ή παραποιημένο έγγραφο, απαραίτητο για την πρόσληψή τους, πρέπει να προηγηθεί ακρόαση του υπαλλήλου και, εφόσον στοιχειοθετείται η υποβοήθηση της παρανομίας ή ο δόλος, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 53 του π.δ 410/1988.

Σε εφαρμογή των ανωτέρω εγκυκλίων, η εφεσίβλητη εταιρία ξεκίνησε έλεγχο της γνησιότητας των πτυχίων, πιστοποιητικών και στοιχείων, που σχετίζονταν με την πρόσληψη των εργαζομένων της, στα πλαίσια του οποίου διαβίβασε φωτοτυπίες των τίτλων σπουδών τους, στις αρχές που τα εξέδωσαν, για έλεγχο της γνησιότητάς τους, στη δε Σ.

Δ. Σ. Τ. και Ε. διαβίβασε, μεταξύ άλλων, φωτοτυπία του πτυχίου του εκκαλούντος, το οποίο ο τελευταίος είχε δηλώσει στη με αριθμό πρωτοκόλλου ... Αίτηση - Υπεύθυνη Δήλωση για πρόσληψη, ως τυπικό προσόν υποψηφίου και υποχρεωτικά επισυνάψει, βάσει της 3/2002 Προκήρυξης, στην εν λόγω αίτηση. Η ανωτέρω Σχολή, με το με αριθμό πρωτοκόλλου 2761/229/26.2.2014 έγγραφό της, βεβαίωσε ότι, κατόπιν σχετικού ελέγχου, ο τίτλος (πτυχίο) σπουδών του εκκαλούντος Γ.

Λ. του Κ., είχε μεν εκδοθεί από τη Σ. Σ., πλην, όμως, έφερε παραποιημένα όλα τα στοιχεία της βαθμολογίας του. Στο ως άνω έγγραφο επισυνάφθηκε και το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πτυχίο (τίτλος) του εκκαλούντος, στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: " Ο μαθητής Λ. Γ. του Κ.. και της Γ. από Ν. περάτωσε τη φοίτησή του στη Δεύτερη (Β) Τάξη, έλαβε μέρος με επιτυχία στις νόμιμες εξετάσεις στα μαθήματα της ομάδας ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ της ειδικότητας ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ και κρίθηκε με την ...

πράξη του Συλλόγου άξιος απολύσεως, με γενικό βαθμό Έντεκα και 1 Δέκατο (11 και 1/10) και με βαθμούς επιδόσεως Ελληνικά δώδεκα (12), Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος ένδεκα (11) Αγγλικά ένδεκα (11), Μαθηματικά δέκα (10), Φυσική δέκα (10), Σχέδιο ΗΣΑ δεκατρία (13) Εργαστήριο ΗΣΑ δεκατέσσερα (14), Ηλεκτρικές Μηχανές δέκα (10), Ηλεκτρικά Συστήματα Αυτοκινήτου δέκα (10) και Ηλεκτροτεχνία δέκα (10) ".

Σύμφωνα με τα ίδια τα ανωτέρω έγγραφα, στο φωτοαντίγραφο του πτυχίου, που επισύναψε ο εκκαλών στη με αριθμό πρωτοκόλλου ... Αίτηση πρόσληψης και τηρούσε η εφεσίβλητη, στο αντίστοιχο προσωπικό μητρώο υπαλλήλου, τόσο όλοι οι βαθμοί στα επιμέρους μαθήματα, όσο και ο γενικός βαθμός του πτυχίου, είχαν αλλοιωθεί και, ειδικότερα, ο βαθμός δώδεκα (12) στα Ελληνικά σε δεκαοκτώ (18), ο βαθμός ένδεκα (11) στα Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος σε δεκαεπτά (17), ο βαθμός ένδεκα (11) στα Αγγλικά σε δεκαοκτώ (18), ο βαθμός δέκα (10) στα Μαθηματικά σε δεκαπέντε (15), ο βαθμός δέκα (10) στη Φυσική σε δεκαπέντε (15), ο βαθμός δεκατρία (13) στο Σχέδιο Η.Σ.Α σε δεκαοκτώ (18), ο βαθμός δεκατέσσερα (14) στο Εργαστήριο Η.Σ.Α σε δεκαοκτώ (18), ο βαθμός δέκα (10) στις Ηλεκτρολογικές Μηχανές σε δεκαοκτώ (18), ο βαθμός δέκα (10) στα Ηλεκτρολογικά Συστήματα Αυτοκινήτου σε δεκαοκτώ (18) και ο βαθμός δέκα (10) στην Ηλεκτροτεχνία σε δεκαοκτώ (18), ο δε γενικός βαθμός του πτυχίου ένδεκα και ένα δέκατο (11 και 1/10) είχε αλλοιωθεί σε δεκαεπτά και τρία δέκατα (17 και 3/10).

Κατόπιν τούτου, η εφεσίβλητη, στις 10.3.2014, επέδωσε στον εκκαλούντα το με αριθμό πρωτοκόλλου 6960/6.3.2014 έγγραφο, με το οποίο τον κάλεσε, εντός προθεσμίας πέντε ημερών από την παραλαβή του, να καταθέσει τις απόψεις - ενστάσεις του, σχετικά με ψευδή δήλωσή του, κατά την πρόσληψη, η οποία διαπιστώθηκε μετά από εμπεριστατωμένο έλεγχο και διασταύρωση δικαιολογητικών - τυπικών προσόντων διορισμού, πλην, όμως, ο τελευταίος αγνόησε το έγγραφο και ουδεμία εξήγηση παρέσχε.

Ακολούθως, μετά και την άπρακτη παρέλευση της άνω προθεσμίας, η εφεσίβλητη επέδωσε στις 28.3.2014 στον εκκαλούντα το με αριθμό πρωτοκόλλου 9207/27.3.2014 έγγραφο " Ειδοποίηση - Γνωστοποίηση ", με το οποίο, αναφέροντας ότι από τον έλεγχο γνησιότητας και νομιμότητας των τίτλων σπουδών που διενήργησε σε εφαρμογή των ΔΙΔΑΔ/Φ.34/42/οικ.33906/16.12.2013 και ΔΙΔΑΔ/Φ.34/45/2843 εγκυκλίων του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του τίτλου σπουδών του, όπως του είχε ήδη καταστεί γνωστό με το 6960/6.3.2014 έγγραφο, με το οποίο κλήθηκε να καταθέσει τις απόψεις - ενστάσεις του, του γνωστοποιήθηκε ότι, από 1.4.2014, καταγγέλλεται η σύμβαση εργασίας του, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο παρ. 3 του Κανονισμού, δηλαδή για το παράπτωμα της ψευδούς δήλωσης κατά την πρόσληψη, που, οποτεδήποτε και εάν διαπιστωθεί, δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης (βλ.

το με αριθμό πρωτοκόλλου 9207/27.3.2014 έγγραφο "Ειδοποίηση - Γνωστοποίηση " και την επ' αυτού από 28.3.2014 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Αικατερίνης Τουμπανάκη). Το εν λόγω έγγραφο καταγγελίας υπέγραψε η υπαγόμενη στη Διεύθυνση Νομικής Υποστήριξης της εφεσίβλητης εταιρίας δικηγόρος Δήμητρα Μελλά (ΑΜΔΣΑ 23648), προς την οποία, όπως και στους λοιπούς υπαγόμενους στην άνω Διεύθυνση δικηγόρους, είχε νόμιμα μεταβιβαστεί, από το διοικητικό συμβούλιο της εφεσίβλητης, η αρμοδιότητα για καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της, σύμφωνα με το Οργανόγραμμα της Ο.Σ.Υ.

Α.Ε., που καταρτίστηκε με την 61/3.4.2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της και τέθηκε σε ισχύ με την Α-24013/2426 (ΦΕΚ Β' 1342/3.6.2013) απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών δήλωσε, ως τυπικό προσόν υποψηφίου, για τη συμμετοχή του στο δημόσιο διαγωνισμό, που προκηρύχθηκε με την 3/2002 Προκήρυξη για την πλήρωση, μεταξύ άλλων δέκα (10) θέσεων κατηγορίας ΔΕ, ειδικότητας ηλεκτροτεχνιτών αυτοκινήτων και την πρόσληψή του από την εφεσίβλητη, στη με αριθμό πρωτοκόλλου ...

Αίτηση για πρόσληψη, που υπέβαλε και υπέχει θέση Υπεύθυνης Δήλωσης του άρθρου 8 Ν. 1599/1986, νοθευμένο, ως προς τη βαθμολογία, πτυχίο της Σ. Δ. Σ. Τ. και Ε., το οποίο υποχρεωτικά επισύναψε στην άνω Αίτηση και προσκόμισε στην εφεσίβλητη, προβαίνοντας έτσι σε ψευδή δήλωση, κατά την πρόσληψή του. Η ψευδής δήλωση συνίστατο, ειδικότερα, στο ότι ο ίδιος ήταν κάτοχος πτυχίου της ανωτέρω Σχολής, με βαθμούς επίδοσης δεκαοκτώ (18) στα Ελληνικά, δεκαεπτά (17) στα Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος, δεκαοκτώ (18) στα Αγγλικά, δεκαπέντε (15) στα Μαθηματικά, δεκαπέντε (15) στη Φυσική, δεκαοκτώ (18) στο Σχέδιο Η.Σ.Α., δεκαοκτώ (18) στο Εργαστήριο Η.Σ.Α., δεκαοκτώ (18) στις Ηλεκτρολογικές, δεκαοκτώ (18) στα Ηλεκτρολογικά Συστήματα Αυτοκινήτου, δεκαοκτώ (18) στην Ηλεκτροτεχνία και γενικό βαθμό δεκαεπτά και τρία δέκατα (17 και 3/10), ενώ, οι πραγματικοί βαθμοί επίδοσής του ήταν, αντιστοίχως, δώδεκα (12), ένδεκα (11), ένδεκα (11), δέκα (10), δέκα (10), δεκατρία (13), δεκατέσσερα (14), δέκα (10) δέκα (10) και δέκα (10) και ο γενικός βαθμός ένδεκα και ένα δέκατο (11 και 1/10).

Η νόθευση του προαναφερόμενου τίτλου σπουδών, ως προς τη βαθμολογία, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διαπράχθηκε από τον εκκαλούντα, ως το μόνο ωφελούμενο πρόσωπο, αποδεικνύεται πλήρως από το 2761/229/26.2.2014 αιτιολογημένο έγγραφο της Σ. Δ. Σ. Τ. και Ε., που, ως το εκπαιδευτικό ίδρυμα, που εξέδωσε τον τίτλο, διενήργησε τον έλεγχο της γνησιότητάς του και βεβαίωσε την αλλοίωση των βαθμών επίδοσης σε όλα τα μαθήματα, καθώς και του γενικού βαθμού.

Ο δε προβαλλόμενος στο παρόν Δικαστήριο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ο οποίος πρωτοδίκως ουδέν ανέφερε για τη διαφορά της βαθμολογίας, μεταξύ του γνήσιου πτυχίου και αυτού που επισύναψε στην Αίτηση για πρόσληψη και προσκόμισε στην εφεσίβλητη, αρκούμενος στην άρνηση της δήλωσης του πτυχίου στην Αίτηση και, συνακόλουθα, της ψευδούς δήλωσης κατά την πρόσληψή του, ότι η διαφορά αυτή οφείλεται σε παραδρομή κατά την αντιγραφή και, ειδικότερα, σε σφάλμα αυτού που αντέγραψε από τις καταστάσεις μαθητών τους βαθμούς στο πτυχίο του, δεν κρίνεται πειστικός, όταν μάλιστα " το σφάλμα " αφορά όλα τα μαθήματα και συμβαίνει μόνο να βελτιώνει τους βαθμούς επίδοσης.

Την κρίση αυτή ενισχύει και η ίδια η συμπεριφορά, που επέδειξε ο εκκαλών, μετά την κλήση του για κατάθεση των απόψεων και ενστάσεών του με το 6960/6.3.2014 έγγραφο της εφεσίβλητης, ο οποίος, όχι μόνο δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο, αλλά, αντιθέτως, αγνόησε την κλήση και ουδέν ανέφερε σχετικά με τους αλλοιωμένους βαθμούς επίδοσης του πτυχίου, που επισύναψε στην Αίτηση και προσκόμισε κατά την πρόσληψή του.

Ομοίως, αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν στοιχειοθετείται ψευδής δήλωση, αφού ουδεμία υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 υπέβαλε κατά την πρόσληψή του και τούτο διότι, η με αριθμό πρωτοκόλλου ... Αίτηση για πρόσληψη επέχει, κατά ρητό όρο της 3/2002 Προκήρυξης, θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του άνω νόμου, επισύροντας, σε περίπτωση ανακρίβειας των δηλούμενων στοιχείων και τις προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις.

Και ναι μεν από την προαναφερόμενη Αίτηση - Υπεύθυνη Δήλωση για πρόσληψη του εκκαλούντος προσκομίζεται από τους διαδίκους μόνο η πρώτη σελίδα αυτής, με τα πεδία " Α. ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥ. Α1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Α2. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ " και " Β. ΓΕΝΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ", χωρίς, δηλαδή, το τμήμα της αίτησης με τα αναφερόμενα στα τυπικά προσόντα πρόσληψης πεδία, πλην, όμως, τούτο δεν αναιρεί τη δήλωση στην εν λόγω Αίτηση από τον εκκαλούντα του αλλοιωμένου πτυχίου της Σιβιτανίδειου Σχολής (βλ.

και την προσκομιζόμενη από τον τελευταίο αίτηση για πρόσληψη του υποψηφίου Ι. Π. σε θέση ΔΕ, στην οποία υπάρχει πεδίο προς συμπλήρωση, που αναφέρεται στους τίτλους σπουδών, ως τυπικά προσόντα πρόσληψης), αφού, ως ήδη προαναφέρθηκε, το ανωτέρω πτυχίο προβλεπόταν από την 3/2002 Προκήρυξη, ως τυπικό προσόν, για την ειδικότητα ηλεκτροτεχνιτών αυτοκινήτων της κατηγορίας ΔΕ και, κατά την ίδια την Προκήρυξη, έπρεπε να επισυναφθεί στην Αίτηση, ως απαραίτητο δικαιολογητικό συμμετοχής στο διαγωνισμό, με ποινή αποκλεισμού του υποψηφίου και απόρριψης της Αίτησης, στην περίπτωση μη επισύναψής του, ενώ, περαιτέρω ήταν υποχρεωτικό να προσκομιστεί και κατά την πρόσληψη, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο παρ. 2 περ.

ε' του Κανονισμού. Την κατάθεση του εν λόγω πτυχίου, η οποία αποδεικνύεται και από το γεγονός της τήρησής του από την εφεσίβλητη, στο προσωπικό μητρώο του εκκαλούντος, στο οποίο και δεν θα υπήρχε, εάν ο τελευταίος δεν το είχε προσκομίσει, βεβαιώνει και ο μάρτυς Α. Ρ., που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με επιμέλεια του εκκαλούντος [...] και, συνεπώς, ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι στην Αίτηση για πρόσληψη δήλωσε μόνο την άδεια άσκησης επαγγέλματος ηλεκτροτεχνίτη οχημάτων και, απλά, ότι είναι απόφοιτος της Σιβιτανίδειου Σχολής, χωρίς να αναφέρει το πτυχίο και το γενικό βαθμό και χωρίς να το επισυνάψει στην Αίτηση και να το προσκομίσει, κρίνεται μη ανταποκρινόμενος στην αλήθεια.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι δήλωσε, ως τυπικό προσόν υποψηφίου, για τη συμμετοχή του στο δημόσιο διαγωνισμό και την πρόσληψή του από την εφεσίβλητη, στην με αριθμό πρωτοκόλλου ... Αίτηση για πρόσληψη που υπέβαλε και υπέχει θέση Υπεύθυνης Δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, νοθευμένο, ως προς τη βαθμολογία, πτυχίο της Σ.

Δ. Σ. Τ. και Ε. το οποίο υποχρεωτικά επισύναψε στην άνω Αίτηση και προσκόμισε στην εφεσίβλητη, προβαίνοντας, έτσι, σε ψευδή δήλωση, κατά την πρόσληψή του, η οποία συνίστατο στο ότι ήταν κάτοχος πτυχίου της ανωτέρω Σχολής, με βαθμούς επίδοσης στα επιμέρους μαθήματα και γενικό βαθμό πτυχίου, που ήταν αλλοιωμένοι και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Η ψευδής αυτή δήλωση, κατά το έβδομο άρθρο παρ. 3 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού, συνιστά από μόνη της σοβαρό παράπτωμα και λόγο καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, ως γεγονός ικανό, κατ' αντικειμενική κρίση, να επιφέρει απώλεια της εμπιστοσύνης της εργοδότριας εφεσίβλητης, στο πρόσωπο του εκκαλούντος, χωρίς, επομένως, να ενδιαφέρει και να ασκεί επιρροή εάν το πτυχίο ήταν κύριο ή δευτερεύον (επικουρικό) τυπικό προσόν πρόσληψης, σε σχέση με την Άδεια άσκησης επαγγέλματος, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών, ή κατά πόσο ο βαθμός του πτυχίου συνέβαλε στην πρόσληψή του ή και εάν ο τελευταίος θα προσλαμβανόταν, ακόμη και εάν δήλωνε τους αληθείς βαθμούς αφού δεν τίθενται από την ανωτέρω διάταξη τέτοιες προϋποθέσεις.

Περαιτέρω, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο, το σοβαρό παράπτωμα της ψευδούς δήλωσης κατά την πρόσληψη, οποτεδήποτε και εάν διαπιστωθεί, συνιστά λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του μισθωτού, που προέβη στη ψευδή δήλωση, χωρίς καταβολή αποζημίωσης και, εν προκειμένω αποτέλεσε το λόγο καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του εκκαλούντος, από μέρους της εργοδότριας εφεσίβλητης, η οποία έλαβε χώρα, κατ' εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Επομένως με δεδομένο ότι αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών προέβη σε ψευδή, εν γνώσει της αναλήθειάς της δήλωση κατά την πρόσληψή του, ως μόνη προϋπόθεση του έβδομου άρθρου παρ. 3 του Κανονισμού, για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εξαιτίας του σοβαρού αυτού παραπτώματος, ο ισχυρισμός του τελευταίου περί ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω αντίθεσής της στο παραπάνω άρθρο, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι : (α) ο εκκαλών δήλωσε για τη συμμετοχή του στο δημόσιο διαγωνισμό, που προκηρύχθηκε με την 3/2002 Προκήρυξη και την πρόσληψή του από την εφεσίβλητη, στη με αριθμό πρωτοκόλλου ... Αίτηση για πρόσληψη που υπέβαλε και υπέχει θέση Υπεύθυνης Δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, νοθευμένο ως προς τη βαθμολογία πτυχίο της Σ.

Δ. Σ. Τ. και Ε., το οποίο υποχρεωτικά επισύναψε στην άνω Αίτηση και προσκόμισε στην εφεσίβλητη, της νόθευσης αποδεικνυόμενης πλήρως από το με αριθμό πρωτοκόλλου 2761/229/26.2.2014 αιτιολογημένο έγγραφο της ανωτέρω Σχολής, που εξέδωσε τον τίτλο σπουδών και (β) ότι με την πράξη του αυτή προέβη σε ψευδή δήλωση, κατά την πρόσληψή του, η οποία, ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή μη άλλων συνεπειών, συνιστά από μόνη της σοβαρό παράπτωμα και λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, χωρίς καταβολή αποζημίωσης, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο παρ. 3 του, έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού προσωπικού της εφεσίβλητης και, κατ' ακολουθίαν, έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος δεν είναι άκυρη, ως αντίθετη στο άρθρο αυτό, προσέτι δε και ότι το έγγραφο της καταγγελίας υπεγράφη από πρόσωπο προς το οποίο είχε μεταβιβαστεί η σχετική εξουσία από το διοικητικό συμβούλιο της εφεσίβλητης, απορρίπτοντας την αγωγή, κατά τα κύρια αιτήματά της, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

Επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομος λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προβάλλονται αιτιάσεις για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής, καθ' ο μέρος η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας θεμελιώθηκε στην αντίθεσή της στο έβδομο άρθρο παρ. 3 του Κανονισμού, καθώς και ο πρώτος λόγος έφεσης, κατά το σκέλος με το οποίο προβάλλεται σφάλμα της εκκαλουμένης, που δέχθηκε ότι η δικηγόρος, που υπέγραψε το έγγραφο της καταγγελίας είχε εξουσία προς τούτο, κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ομοίως, αβάσιμοι κρίνονται ο ένατος λόγος έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται παράπονο για εσφαλμένη εφαρμογή του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων, σχετικά με τις διατάξεις του περί ανάκλησης παράνομων διοικητικών πράξεων και, εν προκειμένω, του διορισμού του εκκαλούντος, αλλά και ο πρώτος λόγος έφεσης, κατά το σκέλος, με το οποίο προβάλλεται παράπονο για εσφαλμένη εφαρμογή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του άρθρου 53 του π.δ. 410/1988, διότι αμφότεροι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ούτε η ένδικη καταγγελία έλαβε χώρα κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ενόψει και του γεγονότος ότι η σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος είναι ιδιωτικού δικαίου και η πρόσληψή του δεν έγινε με διοικητική πράξη ώστε να τίθεται ζήτημα ανάκλησής της, ούτε βέβαια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές.

Η δε επιχειρούμενη, με τον πρώτο λόγο έφεσης, επίκληση νέου λόγου ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και, ειδικότερα, ότι αυτή είναι άκυρη και ως αντίθετη στο 53 του π.δ. 310/1988 (το οποίο εφαρμόζεται σε σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. και όχι με Ν.Π.Ι.Δ., όπως είναι η εφεσίβλητη), διότι δεν προηγήθηκε απόφαση του αρμοδίου οργάνου, μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, που απαγορεύει τη μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, με την οποία υποβάλλεται αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αφού τέτοιος ισχυρισμός αποτελεί αυτοτελή λόγο ακυρότητας και βάση αγωγής, με συνέπεια πρωτίστως το απαράδεκτο της επίκλησής του με τον ως άνω λόγο έφεσης, κατ' άρθρο 526 ΚΠολΔ και την απόρριψη, συνακόλουθα, του λόγου αυτού ... ".

Συνεχίζοντας το Εφετείο, ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως καταχρηστικής, λόγω της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα : " ... Περαιτέρω, η διαπίστωση από την εφεσίβλητη της προαναφερόμενης αποδειχθείσας ψευδούς δήλωσης του εκκαλούντος κατά την πρόσληψή του και, ειδικότερα η δήλωση από μέρους του και επισύναψη στη σχετική Αίτηση για πρόσληψη νοθευμένου πτυχίου, με αλλοιωμένους βαθμούς επίδοσης σε όλα τα μαθήματα και αλλοιωμένο γενικό βαθμό, η οποία συνιστά πράξη, που ενέχει ηθική και ποινική απαξία και αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη, σε συνδυασμό και με τη συμπεριφορά που επέδειξε, όταν κλήθηκε να καταθέσει τις απόψεις - ενστάσεις του, με έγγραφο της εργοδότριας, το οποίο αγνόησε, ήταν ικανή να επιφέρει και πράγματι επέφερε, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, την απώλεια της εμπιστοσύνης της εφεσίβλητης στο πρόσωπο του εκκαλούντος, με αρνητική πρόγνωση, χωρίς την οποία, δεν είναι δυνατή, κατά την καλή πίστη, η συνέχιση για την εργοδότρια της εργασιακής σύμβασης που, ως διαρκής ενοχική σχέση, με προσωποπαγή χαρακτήρα, στηρίζεται αναμφίβολα στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των μερών.

Λόγω του ανεπανόρθωτου κλονισμού της εμπιστοσύνης, η οριστική απομάκρυνση του εκκαλούντος από την επιχείρηση της εφεσίβλητης παρίστατο αναγκαία και πρόσφορη, για την προστασία του δικαιολογημένου συμφέροντός της, μη δυνάμενη να επιτευχθεί με άλλο, πλην της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, μέσο και, ειδικότερα, είτε με τη θέση του εκκαλούντος σε προσωρινή διαθεσιμότητα, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται, ενόψει και του ότι τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται από τον Κανονισμό, είτε με την κίνηση σε βάρος του πειθαρχικής διαδικασίας, κατά το τριακοστό τέταρτο άρθρο του Κανονισμού και την επιβολή μιας εκ των πειθαρχικών ποινών, που προβλέπει το εικοστό ένατο άρθρο του ιδίου Κανονισμού, αφού εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα διασφάλισης της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης της εφεσίβλητης, ώστε να δύναται να αποκατασταθεί με επιβολή πειθαρχικής ποινής, αλλά αδυναμία, κατά την καλή πίστη, συνέχισης της σύμβασης εργασίας για την εργοδότρια, λόγω ανεπανόρθωτου κλονισμού της εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπο του εκκαλούντος εργαζομένου, που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την οριστική απομάκρυνση του τελευταίου από την επιχείρησή της.

Συνεπώς, υφιστάμενης αναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού που, εν προκειμένω, δεν μπορούσε να επιτευχθεί με άλλο, εξίσου πρόσφορο με την καταγγελία ηπιότερο μέσο, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας δεν ελέγχεται ως καταχρηστική, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και ο σχετικός περί ακυρότητάς της, για το λόγο αυτό, ισχυρισμός του εκκαλούντος, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εν μέρει με την ίδια και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος δεν ασκήθηκε από την εφεσίβλητη, καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ. και, συνακόλουθα, απέρριψε την αγωγή, ως προς τα κύρια αιτήματά της, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε αποδείξεις και οι δέκατος και ενδέκατος λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Σημειώνεται ότι, η κατ' ουσίαν απορριπτική κρίση της εκκαλουμένης, ως προς τα κύρια αιτήματα της αγωγής, κατά το μέρος που θεμελιώνονται στην επικαλούμενη ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, το μεν διότι ήταν προϊόν παράνομης βούλησης του Κράτους, το δε διότι δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης, καθώς και η κατ' ουσίαν απορριπτική, έστω και σιωπηρή, κρίση της εκκαλουμένης, ως προς το επικουρικό αίτημα της αγωγής, για καταβολή αποζημίωσης, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία, δεν πλήττονται με λόγους έφεσης και, συνεπώς, τα αντίστοιχα κεφάλαια της εκκαλούμενης απόφασης δεν μεταβιβάστηκαν στο παρόν Δικαστήριο.

Επίσης, δοθέντος ότι ήδη έχει εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά τα κεφάλαια, με τα οποία κρίθηκε νόμιμη και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή, ως προς τα κύρια αιτήματα, κατά το μέρος που η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας στηρίχθηκε στη μη τήρηση προηγουμένως πειθαρχικής διαδικασίας, προς διαπίστωση του παραπτώματος, ως λόγου της καταγγελίας, άλλως στην αντίθεση της πειθαρχικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε, κατά τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ.

γ' του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και στην καταχρηστική άσκησή της, εξαιτίας ανυπαρξίας λόγου και της γενικόλογης, αόριστης και αναληθούς αιτιολογίας της, δικάστηκε η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο, κατά τα αντίστοιχα κεφάλαια και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας των πέμπτου και όγδοου λόγω έφεσης, με τους οποίους προβάλλονται παράπονα για την κατ' ουσίαν απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των ως άνω λόγων ακυρότητας της καταγγελίας ...".

Με τις κρίσεις του αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 του Α.Κ. και 53 του π.δ/τος 410/1988, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις οποίες αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως, δε, διέλαβε στον υπαγωγικό του συλλογισμό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, σχετικά με τα κρίσιμα ως άνω, για την έκβαση της δίκης, ζητήματα και έτσι δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της αναγκαίας νόμιμης βάσης, αφού καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να περιλάβει στην απόφασή του και άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι υποχρεωτικά είχε επισυνάψει στη με αριθμό πρωτοκόλλου ... αίτηση πρόσληψής του πτυχίο της Σιβιτανιδείου Δημόσιας Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων, με γενικό αριθμό 17 και 3/10, χωρίς, όμως, να προσκομίσει την αίτησή του αυτή, με επισυναπτόμενο το πτυχίο του, στηρίζοντας την κρίση του αυτή στην υποθετική σκέψη ότι αν δεν είχε προσκομίσει μαζί με την Αίτηση - Δήλωση τίτλο σπουδών με βαθμολογία, θα είχε τεθεί εκτός διαδικασίας διαγωνισμού και η αίτησή του θα είχε απορριφθεί.

Ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, στηριζόμενος επί εσφαλμένης προυπόθεσης, διότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, σε υποθετικές κρίσεις, αλλά, αντίθετα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ότι η προσκόμιση, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα, επαγγελματικής άδειας, για όσες ειδικότητες απαιτείται, και τίτλου σπουδών, στον οποίο αναγράφεται ο ακριβής βαθμός αυτού και το έτος κτήσης του τίτλου, προβλεπόταν ως τυπικό προσόν, κατά το Κεφάλαιο Β' και υπό τον τίτλο " ΑΙΤΗΣΕΙΣ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ " της με αριθμό 3/2002 Προκήρυξης, αλλά και κατά το στο Γ' Κεφάλαιο της ίδιας Προκήρυξης και υπό τον τίτλο "ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ, που έπρεπε να επισυναφθεί στην αίτηση, ως απαραίτητο δικαιολογητικό συμμετοχής στο διαγωνισμό, για την πλήρωση, μεταξύ άλλων, δέκα (10) θέσεων κατηγορίας ΔΕ, ειδικότητας ηλεκτροτεχνιτών αυτοκινήτων, με ποινή αποκλεισμού του υποψηφίου από τη διαδικασία του διαγωνισμού και απόρριψης της Αίτησης στην περίπτωση μη επισύναψής του.

Επιπλέον, δέχθηκε ότι η ως άνω υποχρέωση προβλεπόταν, ως προϋπόθεση πρόσληψης και από το έβδομο άρθρο παρ. 2 περ. ε' και στ' του Κανονισμού, στην παράγραφο 3 του οποίου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων, κατά την πρόσληψη, στην έννοια των οποίων εντάσσονται, παρά τα όσα αντίθετα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, όχι μόνο τα προσωπικά στοιχεία του υποψηφίου, αλλά, αυτονόητα, και η κατάρτιση ή νόθευση τίτλων, που αφορούν τη βαθμολογία, θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης.

Δέχθηκε, δε, περαιτέρω το Εφετείο ότι, με βάση τη με αριθμό πρωτοκόλλου ... Αίτηση του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά ρητό όρο της 3/2002 Προκήρυξης, επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 και των υποχρεωτικά επισυναπτόμενων σε αυτή και απαιτούμενων από την Προκήρυξη, πιστοποιητικών και τίτλων σπουδών, δηλαδή της άδειας άσκησης επαγγέλματος ηλεκτροτεχνίτη αυτοκινήτων και του πτυχίου της Σ.

Δ. Σ. Τ. και Ε., τα οποία αποτελούσαν, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, τα τυπικά προσόντα συμμετοχής στον διαγωνισμό, για την ειδικότητα ηλεκτροτεχνιτών αυτοκινήτων της κατηγορίας ΔΕ και εάν δεν επισυνάπτονταν ο υποψήφιος ετίθετο αυτομάτως εκτός διαδικασίας διαγωνισμού και η αίτησή του θα απορριπτόταν, ο αναιρεσείων κατατάχθηκε, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994, στην 5η θέση, από τις προς πλήρωση δέκα (10) της συγκεκριμένης ειδικότητας.

Επίσης, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν αιτιολόγησε το απαιτούμενο στοιχείο της γνώσης και του δόλου αυτού στην αλλοίωση της βαθμολογίας του τίτλου σπουδών του. Ωστόσο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η νόθευση του προαναφερόμενου τίτλου σπουδών, δια της αναγραφής επ' αυτού υψηλότερου γενικού βαθμού από αυτόν με τον οποίο είχε πραγματικά βαθμολογηθεί, διαπράχθηκε από τον αναιρεσείοντα ως το μόνο ωφελούμενο πρόσωπο, που προέβη σε ψευδή, εν γνώσει της αναλήθειάς της, δήλωση, κατά την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών του και, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, η περαιτέρω αναγραφή των λόγων για τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς.

Με βάση δε τα παραπάνω, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ψευδής αυτή δήλωση, συνιστούσε σοβαρό παράπτωμα και λόγο καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, ως γεγονός ικανό, κατ' αντικειμενική κρίση, να επιφέρει απώλεια της εμπιστοσύνης της εργοδότριας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, χωρίς να ενδιαφέρει και να ασκεί επιρροή εάν το πτυχίο ήταν κύριο ή δευτερεύον (επικουρικό) τυπικό προσόν πρόσληψης, σε σχέση με την Άδεια άσκησης επαγγέλματος ή κατά πόσο ο βαθμός του πτυχίου συνέβαλε στην πρόσληψή του ή και εάν θα προσλαμβανόταν, ακόμη και εάν δήλωνε τους αληθείς βαθμούς, αφού από την παραπάνω διάταξη του έβδομου άρθρου παρ. 3 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, δεν τίθενται τέτοιες προϋποθέσεις.

Έτσι, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρει, εάν ο αναιρεσείων θα προσλαμβανόταν, σε περίπτωση που δεν ήταν αλλοιωμένη η βαθμολογία του τίτλου σπουδών του, εάν δηλαδή με τον πραγματικό βαθμό του τίτλου σπουδών του, θα εξασφάλιζε και πάλι την κατάταξή του στον πίνακα διοριστέων, όπως αβάσιμα διατείνεται ο ίδιος, ενώ η παράλειψη του Δικαστηρίου να προσδιορίσει ποια θέση θα καταλάμβανε με τον πραγματικό βαθμό του τίτλου σπουδών του δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης για ανεπάρκεια αιτιολογιών, διότι το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια και, ως εκ τούτου, η αναφορά περαιτέρω στοιχείων δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας.

Ειδικότερα, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, εκτίθεται σαφώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν απαιτείτο να αναφέρει με βάση ποια κριτήρια κατετάγη ο αναιρεσείων στην πέμπτη θέση, ούτε η περαιτέρω αναφορά άλλου πρόσθετου περιστατικού, καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Πέραν δε αυτών, οι λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν εμμέσως τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών που από αυτό έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, έχει διατυπωθεί με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις.

Επομένως, υπό τις ανωτέρω σαφείς, πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω διατάξεων, δικαιολογείται απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, τέταρτος, πέμπτος, έκτος έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία αυτών σκέλη, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επί των αμέσως πιο πάνω ζητημάτων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

Περαιτέρω, οι ειδικότερες αιτιάσεις που προβάλλονται με τους έκτο και ένατο λόγους, με τους οποίους ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει τους, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικούς λόγους ότι, δηλαδή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 53 του π.δ/τος 410/1988 και, επιπλέον, ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, ήτοι δεν προηγήθηκε της καταγγελίας, απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, αλυσιτελώς προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν, καθότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ανοιγείσας μεταξύ των διαδίκων δίκης, ο λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, ως αντίθετης στο άρθρο 53 του π.δ/τος 310/1988, το οποίο άλλωστε, εφαρμόζεται σε σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.

και τα Ν.Π.Δ.Δ. και όχι με Ν.Π.Ι.Δ., όπως είναι η αναιρεσίβλητη. Επομένως, απορριπτέοι κρίνονται οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτών, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 53 του π.δ/τος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ. Α.Π. 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση όχι, όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (Α.Π. 615/2019, Α.Π. 54/2017 Α.Π. 941/2009, Α.Π. 567/2009, Α.Π. 1586/2008, Α.Π. 1143/2003).

Ο ανωτέρω, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, όμως, ως αβάσιμος εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ.

Α.Π. 25/2003 Α.Π. 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 19/2021, Α.Π. 1434/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το εφετείο δεν αποφάνθηκε για όλους τους λόγους, με τους οποίους έπληττε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει ποιοι λόγοι έμειναν αδίκαστοι.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη ως άνω πλημμέλεια, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο άφησε αδίκαστη την έφεσή του η οποία, σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν έμεινε αδίκαστη, αλλά ερευνήθηκαν όλοι οι λόγοι αυτής με τους οποίους ο εκκαλών παραπονέθηκε, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, στη συνέχεια, δέχθηκε κατ' ουσίαν αυτήν, εξαφάνισε κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, μόνο κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα κεφάλαιά της, τα οποία απέρριψε ως μη νόμιμα, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, από τους αριθμούς 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση και συγκεκριμένα δεν εξέτασε την περί ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως καταχρηστικής, λόγω της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αφού απέρριψε, ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς τα κύρια αιτήματα αυτής και ειδικότερα, κατά το μέρος που η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας στηρίχθηκε στη μη τήρηση προηγουμένως πειθαρχικής διαδικασίας, προς διαπίστωση του παραπτώματος ως λόγου της καταγγελίας, άλλως στην αντίθεση της πειθαρχικής διαδικασίας, που ακολουθήθηκε, κατά τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ.

γ' του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και στην καταχρηστική άσκησή της, εξαιτίας ανυπαρξίας λόγου και της γενικόλογης, αόριστης και αναληθούς αιτιολογίας της, ερεύνησε, στη συνέχεια, την βάση της αγωγής, περί ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, ως καταχρηστικής, λόγω της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, την οποία με πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, με τον δέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης και σε συνάρτηση με τον αμέσως προηγούμενο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., αφού, λόγω της σοβαρότητας του παραπτώματος της παραποίησης του τίτλου σπουδών του, δια της αναγραφής επ' αυτού υψηλότερου γενικού βαθμού βαθμολογίας, από αυτόν με τον οποίο πραγματικά είχε βαθμολογηθεί και της ψευδούς δήλωσής του, κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της το οποίο διαπιστώθηκε μετά από έλεγχο των αρμοδίων οργάνων της, σε εκτέλεση των ΔΙΔΑΔ/Φ.34/42/οικ.33906/16.12.2013 και ΔΙΔΑΔ/Φ.34/45/2843 εγκυκλίων του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, προς έλεγχο της νομιμότητας της πρόσληψής του, καθώς και της συμπεριφοράς που επέδειξε, καθόσον δεν ανταποκρίθηκε στην ειδοποίηση αυτής και δεν προσήλθε, εντός της τασσόμενης προθεσμίας, προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις και να εκθέσει τις απόψεις του, σχετικά με τους αλλοιωμένους βαθμούς επίδοσης, που αφορούσαν τον κατατεθέντα, για την πρόσληψή του, ως άνω τίτλο σπουδών του, δικαιολογημένα κλονίστηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η σχέση εμπιστοσύνης της εργοδότριας στο πρόσωπό του, γεγονός που οδήγησε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Έτσι με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. Οι ειδικότερες αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον οικείο αναιρετικό λόγο και με τις οποίες ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, ότι δηλαδή το Εφετείο, παρά τον νόμο, ήχθη στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της επίδικης εργασιακής σύμβασης δεν ήταν καταχρηστική, μολονότι, καθόλο το διάστημα της απασχόλησής του στην αναιρεσίβλητη, ήτοι επί 12 συναπτά έτη, ήταν καλός ευσυνείδητος και αποδοτικός υπάλληλος, χωρίς ουδέποτε να δημιουργήσει κανένα πρόβλημα ή να την απασχολήσει με πειθαρχικά παραπτώματα και ότι με την επίδικη καταγγελία τον άφησε επί σειρά ετών, λόγω και της μεγάλης ηλικίας του, αλλά και της υπερδεκαετούς οικονομικής κρίσης, χωρίς εργασία, τη στιγμή που το μοναδικό εισόδημα αυτού και της οικογένειάς του προερχόταν από την εργασία του, απαραδέκτως πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που η προσβαλλομένη απόφαση, κατέληξε με σαφήνεια και πληρότητα στην κρίση ότι το παράπτωμα της παραποίησης του τίτλου σπουδών του και της ψευδούς δήλωσης του, κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης, δικαιολογούσε τον κλονισμό της εμπιστοσύνης αυτής προς το πρόσωπό του και κατά συνέπεια, την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, η οποία, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του Α.Κ.

Επομένως, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, για ευθεία παράβαση του άρθρου 281 του Α.Κ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην επί της ουσίας κρίση του, με βάση τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1935/2014, Α.Π. 436/2014, Α.Π. 76/2013, Α.Π. 12/2013, Α.Π. 1185/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος, που εξετάστηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των εγγράφων, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς, χωρίς, ωστόσο, όπως βεβαιώνει, να παραλειφθεί κάποιο, κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς.

Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτών, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, χωρίς αποδείξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Πέραν αυτού, στους ως άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη. Ωστόσο, τα φερόμενα ως " πράγματα ", ότι δηλαδή ουδέποτε του ζητήθηκε από την αναιρεσίβλητη να επισυνάψει και να προσκομίσει φωτοτυπία του τίτλου σπουδών του, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο ακριβής αριθμητικός βαθμός του τίτλου σπουδών του, ουδόλως ελήφθη υπόψη, από την αναιρεσίβλητη τόσο κατά την πρόσληψή του, όσο και καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής του σ' αυτήν, ούτε επέδρασε ο βαθμός αυτός στην κρίση της αρμόδιας επιτροπής, που προέβη στην πρόσληψή του, η οποία κυρίως εξέτασε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηλεκτροτεχνίτη και όλως τυπικώς τον τίτλο σπουδών της Σ.

Δ. Σ. Τ. και Ε., ο οποίος ήταν γνήσιος και ουδόλως τον μέσο όρο αυτού ή την αναλυτική βαθμολογία του και ότι ουδέποτε προσκομίστηκε η αίτηση - δήλωση που αφορούσε την πρόσληψή του, με ενσωματωμένη την αναλυτική βαθμολογία του τίτλου σπουδών του, που φέρεται ότι παραποιήθηκε, παρά μόνο προσκομίστηκε η πρώτη σελίδα της αίτησης - δήλωσης, από την οποία ουδέν ανακριβές, ψευδές ή νοθευμένο, προέκυπτε, ως προς τα δηλωθέντα στοιχεία του, κατ' επίφαση φέρονται ως " πράγματα ", ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου, η οποία, όμως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται η, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ.

Α.Π. 963/1985, Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 12/2000), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 2001/2009, Α.Π. 558/2008). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ.

Επομένως, με τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κηρύξεως ή μη κηρύξεως ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες, όμως, αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ. Α.Π. 1/2019, 1/1999). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.

β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν. Για το ορισμένο του ως άνω, από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, περί λήψης υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίσθηκε, πρέπει να εξειδικεύεται με το αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, το οποίο, παρά το νόμο, λήφθηκε υπόψη και ειδικότερα επί εγγράφου να προκύπτει η ταυτότητα αυτού (Α.Π. 1472/2018, Α.Π. 478/2017, Α.Π. 874/2015, Α.Π. 1669/2014), να διαλαμβάνεται ο λόγος, για τον οποίο το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν έπρεπε να ληφθεί από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 826/2015, Α.Π. 1058/2011) και, επιπλέον, να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 826/2015, Α.Π. 1058/2011, Α.Π. 839/2010, Α.Π. 1312/2012, Α.Π. 1419/2007).

Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο, σύμφωνα με το νόμο, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη, από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (Α.Π. 893/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο ανωτέρω πόρισμά του περί της ύπαρξης δόλου αυτού, στην αλλοίωση της βαθμολογίας του πτυχίου του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 εδ.

β', διότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε και στην πλημμέλεια του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα διότι δέχθηκε ότι υποχρεωτικά επισύναψε στην αίτηση πρόσληψής του πτυχίο της Σιβιτανιδείου Σχολής με γενικό βαθμό 17 και 3/10, χωρίς όμως να προσκομισθεί τοιαύτη αίτησή του, με επισυναπτόμενο τέτοιο πτυχίο, με γενικό βαθμό και αναλυτική βαθμολογία και χωρίς να τάξει απόδειξη προς τούτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος διότι η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής αποδεικτικού μέσου, η οποία μπορεί να συνεπάγεται και από τη μη βεβαίωση του αντιθέτου (Α.Π. 360/2008), ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 30/2002, Α.Π. 401/2011), ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του είναι, ομοίως, απαράδεκτος, αφού κανένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δεν είχε ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, αλλά όλα εκτιμήθηκαν ελεύθερα από το δικαστήριο. Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά, προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 828/2010). Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 922/2018, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 1276/2017, Α.Π. 1219/2014, Α.Π. 355/2012, Α.Π. 1440/2002).

Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, το έγγραφο αυτό το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 696/2019). Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Για να είναι δε ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο :

α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως, ώστε, από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο, περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, κατά την ανάγνωση του εγγράφου δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 194/2005), ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1573/2006) και, επιπλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε (Α.Π. 1311/2018, Α.Π. 1875/2006).

Ο αναιρεσείων, εξάλλου, έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του, από το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (Α.Π. 533/2009, Α.Π. 437/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 2761/229/26.2.2014 εγγράφου της Σ. Δ. Σ. Τ. και Ε., στο οποίο διαπιστώνεται απλώς η διάσταση στην αναλυτική βαθμολογία και δεν αποδεικνύεται ότι κατέθεσε, μεταξύ άλλων εγγράφων παραποιημένο έγγραφο, που αφορά τη βαθμολογία του, ως συνημμένο με την αίτηση - δήλωση, που υπέβαλε κατά την πρόσληψή του, αφού δεν βεβαιώνεται ότι έγινε αντιπαραβολή της αναλυτικής βαθμολογίας του, με έγγραφο βαθμολογίας που ο ίδιος κατέθεσε το έτος 2002, ως επισυναπτόμενο στη με αριθμό πρωτοκόλλου ...

αίτηση πρόσληψής του. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει το εν λόγω έγγραφο, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του και να διαπιστωθεί, αν υπήρξε παραμόρφωση αυτού.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητου, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07-07-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 5391/711/08-07-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1234/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4506/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ