421/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated421/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 421 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 421/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. - Γ. Λ. (C. - J. L.) του Ο. (U.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα και Καρολίνα Ανδριακοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γιώτα, που ανακάλεσε την από 14/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2019 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/10/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 7-10-2019 (αριθμ. καταθ. 47/11-10-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 32/2019 τελεσίδικη από-φαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο δικάζοντας την από 14-11-2017 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 103/ 2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που απέρριψε στο σύνολό της ως αόριστη, την από 15-7-2013 αγωγή του, για αξίωση συμμετοχής του στα αποκτήματα της εναγομένης συζύγου του, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, δέχθηκε την έφεση, ακολούθως δε εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση από την τεκμαρτή συμβολή και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση απέρριψε την αγωγή κατά τη βάση αυτή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι η συμβολή του αναιρεσείοντος στην οποιαδήποτε περιουσιακή αύξηση της αναιρεσίβλητης ήταν μηδενική, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της τελευταίας, από το άρθρο 1400 παρ. 1 εδ. β ΑΚ. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1306/2020, ΑΠ 18/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, ''Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες''.
Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι, α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου, κατά τη διάρκεια του γάμου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου.
Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (ΟλΑΠ 28/1996). Εξάλλου, η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, πρέπει να έχει γίνει κατά τη διάρκεια του γάμου και μπορεί να έχει πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα.
Ειδικότερα, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή (εισφορά χρήματος, παροχή κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, όπως αυτές που παρέχονται στην εργασία του άλλου συζύγου, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου απαιτείται όταν η αγωγή για αξίωση από αποκτήματα στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 2120/2017). Στην περίπτωση αυτή, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 350/2020, 804/2020).
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 566/2014). Έτσι, όταν ο ενάγων δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ.
β του ΑΚ και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης συζύγου του με παροχές, οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητεί από την εναγόμενη να του αποδώσει το μέρος της αύξησης της περιουσίας της που προέρχεται από τη δική του συμβολή, πρέπει, να αποτιμά τις παροχές του καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν και να καθορίζει, το πέραν της, από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 του ΑΚ, αναλογούσας υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ποσό της συμβολής αυτού (ενάγοντος) στην επικαλούμενη επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, μη απαιτουμένης ούτε της αναφοράς του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών, ούτε του κατά ποσό προσδιορισμού της συνεισφοράς στην οποία υποχρεούται ο ενάγων (ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 825/2015, ΑΠ 43/2015).
Στην περίπτωση δε, που ο ένας σύζυγος έχει συμβάλλει στην απόκτηση από τον άλλο σύζυγο της ιδιότητας του εταίρου ή μετόχου εταιρείας με νομική προσωπικότητα, ήτοι προσωπικής, ανώνυμης ή περιορισμένης ευθύνης, ενόψει ότι επί εταιρειών, που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας (άρθρα 758 παρ. 1, 759, 761 ΑΚ), η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων, απόκτημα κατά την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ συνιστούν όχι καθεαυτά τα στοιχεία, που αποτελούν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας, αλλά η ατομική περιουσία του εταίρου ή μετόχου, από την οικονομική συμμετοχή του σ' αυτή και ειδικότερα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής του.
Επομένως, στην περίπτωση συμβολής στην απόκτηση μετοχών, υπάρχει αξίωση συμμετοχής και μπορεί να ζητηθεί ανάλογο ποσοστό επί της αξίας τους (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 1926/2013, ΑΠ 486/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, κήρυξε (απέρριψε ως) απαράδεκτη την επί της πραγματικής συμβολής του άρθρου 1400 ΑΚ ερειδόμενη κυρία βάση της κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσας περί αποκτημάτων, αγωγής του, δεχθείσα (εσφαλμένα) αοριστία αυτής, απορρέουσα από την ελλιπή εξειδίκευση των θεμελιωτικών της ως άνω αξίωσης πραγματικών περιστατικών.
Με την άνω από 15-7-2013 αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται για την έρευνα του άνω πρώτου προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ενάγων - αναιρεσείων ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις 3-3-1991, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, ότι η μεταξύ τους έγγαμη συμβίωση διασπάστηκε στις 6-12-2005, όταν η εναγομένη πέτυχε την απομάκρυνσή του από τη συζυγική στέγη, ενώ ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα στις 20-7-2009, με τη με αριθμό 1869/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους και κατά τη διάρκεια αυτού η εναγομένη είχε στην περιουσία της και απέκτησε τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα από χαριστική αιτία, αιτία για την οποία δεν αναφέρεται η αξία τους, ενώ κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους είχε αποκτήσει 30388 μετοχές της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που αποτελούσαν κατά τον ως άνω χρόνο, ποσοστό 47,499% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, ανερχόμενου κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσό των 938.927,92 ευρώ.
Ότι η εταιρία αυτή συστάθηκε στις 19-6-1996, από την εναγομένη και τον αδελφό της, μετά από μετατροπή της λειτουργούσας ήδη από το έτος 1986, μεταξύ της εναγομένης και του αδελφού της, υπό τη μορφή κοινωνίας, τουριστικής επιχείρησης επιπλωμένων διαμερισμάτων σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας τους, στη θέση ...'', στον ....
Ότι ο ίδιος συνεισέφερε στην αύξηση της εμπορικής αξίας της άνω εταιρίας, εργαζόμενος σ' αυτή απο τον Αύγουστο του έτους ..., οπότε η άνω εταιρία είχε τη μορφή της κοινωνίας μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2004 για δεκαοκτώ ώρες ημερησίως, εκτελώντας τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες (υποδοχή και εξυπηρέτηση τουριστών, συντηρήσεις και επισκευές κτιρίων, διαπραγματεύσεις με τουριστικούς οργανισμούς και σύναψη συμφωνιών, διοργάνωση εκδηλώσεων κλπ).
Ότι το έτος 1997, η ανώνυμη εταιρία απέκτησε με αγορά το αναφερόμενο στην αγωγή ακίνητο και κατασκεύασε επ' αυτού κτίσματα, για την αγορά και ανοικοδόμηση των οποίων, εκτός άλλων χρημάτων, δαπανήθηκε το ποσό των 38.151,13 ευρώ από την οικογένεια του ίδιου και της εναγομένης, πρώην συζύγου του, ενώ το 2002 ο ίδιος και η εναγομένη δαπάνησαν το ποσό των 3.500 ευρώ για την έκδοση της οικοδομικής άδειας των άνω κτισμάτων, στην ανοικοδόμηση των οποίων, ο ίδιος παρείχε προσωπική εργασία.
Η αξία των περιουσιακών στοιχείων της ανώνυμης εταιρίας (αξία οικοπέδων, κτισμάτων και αξία πώλησης αγαθών και υπηρεσιών) κατά τον Ιανουάριο του 2005, οπότε δεν απασχολήθηκε πλέον σ' αυτήν, ανερχόταν στο ποσό των 3.289.764 ευρώ, η δε αύξηση της αξίας της επί της οποίας θα μπορούσε να υπολογιστεί η συμμετοχή του, αφαιρουμένων, της αξίας της αρχικής περιουσίας της, συνολικού ποσού 733.676 ευρώ, που εισφέρθηκε από τους μετόχους κατά τη σύστασή της και δεν αποτελεί προϊόν δικής του συμμετοχής και των δανειακών υποχρεώσεων της εταιρίας, ποσού 396.236 ευρώ, ανέρχεται στο ποσό των 2.556.088 ευρώ, ενώ η αξία της κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου του με την εναγομένη, ανερχόταν στο ποσό των 3.817.963 ευρώ, η δε αξία της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 4.693.924 ευρώ.
Ότι στην αύξηση της αξίας της ως άνω ανώνυμης εταιρίας (υπεραξία ακίνητης περιουσίας και κέρδη) αμέσως και άρα στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης ως μετόχου, εμμέσως, συνέβαλε ο ίδιος κατά ποσοστό 50% και ότι με δεδομένο ότι η εναγομένη τον Ιανουάριο του 2005 κατείχε το 50% των μετοχών της εταιρίας και η αύξηση της περιουσίας της τελευταίας κατά τον ίδιο χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 2.556.088 ευρώ, το ποσό της συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας της (και εμμέσως και της εναγομένης) ανέρχεται στο ποσό των 639.022 ευρώ (2.556.088 ευρώ, Χ 50% Χ 50%).
Ακολούθως ο ενάγων ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός του σε αναγνωριστικό, α) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 639.022 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 50% των κατά τη διάρκεια του γάμου τους αποκτημάτων της εναγομένης, άλλως επικουρικά το ποσό των 425.972,06 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τεκμαιρόμενο 1/3 ποσοστό συμμετοχής του στα αποκτήματα αυτά, άλλως, β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του μεταβιβάσει ποσοστό 1/2 των μετοχών της στην άνω ανώνυμη εταιρία, άλλως το 1/3 των μετοχών αυτών.
Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή κατά την κύρια βάση της, στην οποία ο ενάγων - αναιρεσείων στηρίζει την αξίωσή του από τα αποκτήματα στον πραγματικό, με βάση τη συμβολή του στην επελθούσα κατά τη διάρκεια του γάμου εκτιθέμενη αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης συζύγου του, υπολογισμό αυτής, με την παροχή υπηρεσιών, είναι αόριστη.
Τούτο δε διότι, αν και ο ενάγων στηρίζει την άνω αξίωσή του από τα αποκτήματα στο πραγματικό υπολογισμό, δεν προβαίνει σε χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών του και δεν καθορίζει, το πέραν της, από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ αναλογούσας υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ποσό της συμβολής του, στην επικαλούμενη επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης.
Η λεπτομερής αναφορά των ανωτέρω στοιχείων, θεμελιωτικών της ασκούμενης από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωσης, είναι αναγκαία κατά τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, της διαπίστωσης του μέτρου της συμβολής του αναιρεσείοντος στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα αν η συμμετοχή του στην περιουσιακή επαύξηση ανέρχεται στο προσδιοριζόμενο με την αγωγή ποσοστό ή άλλο ποσοστό πέραν του τεκμαιρόμενου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, 1/3 αυτής.
Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την κύρια βάση της, στην οποία η αξίωση αυτού από τα αποκτήματα θεμελιωνόταν στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η άνω αγωγική αξίωση (συμμετοχής στα αποκτήματα) είναι δυνατόν να στηρίζεται, είτε κυρίως, είτε και επικουρικά, σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο του 1/3, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη, ούτε της συμβολής του καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, επομένως ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρέωσης για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1173/2012).
Ο εναγόμενος, όμως, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται η περιουσία ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Με τη σχετική ως άνω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020).
Για να γίνει, όμως, δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 379/2011), το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ενιστάμενος εναγόμενος.
Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ' επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεσθεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή, έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3 (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 379/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι δε ορισμένος ο ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019, 117/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, πλήττοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του κατά την επικουρική της βάση από την τεκμαρτή συμβολή, προσάπτει σ' αυτή την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα περί μηδενικής συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, συζύγου του, με αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τη συμβολή του, μέσω των υπηρεσιών που πρόσφερε στο ξενοδοχείο της ίδιας και του αδελφού της, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ, που δεν εφαρμόστηκε.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ερευνώμενου τέταρτου λόγου, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ως προς τη συμβολή του αναιρεσείοντος δέχεται τα ακόλουθα, κατά ακριβή λεκτική αυτής αντιγραφή: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στον Ιερό Ναό Αγ.
Δημητρίου στον ... στις 3-3-1991 και από το γάμο αυτό, ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα στις 20-7-2009 με την υπ' αριθμ. 1869/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέκτησαν δύο τέκνα, τον Σ., που γεννήθηκε στις ... και τον Α., που γεννήθηκε στις .... Οι διάδικοι εκ των οποίων ο ενάγων έχει γεννηθεί το έτος ... και η εναγομένη το έτος ..., γνωρίστηκαν και συνδέθηκαν ερωτικά το Καλοκαίρι του έτους ..., όταν ο ενάγων είχε έρθει στην Κρήτη, εργαζόμενος ως συνοδός σκανδιναβικής τουριστικής εταιρίας.
Τα έτη ... και ... εργάστηκε επίσης ως συνοδός στη Μαδέρα της Πορτογαλίας και τον Αύγουστο του ... επέστρεψε στην Κρήτη, λόγω της σχέσης του με την εναγομένη και άρχισε σπουδές εξ αποστάσεως στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας Σουηδίας με αντικείμενο διεθνείς σχέσεις.... Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στα ... και διέμεναν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα της εναγομένης επί της οδού ...
μέχρι τα μέσα περίπου του έτους 1996, οπότε μετακόμισαν σε μισθωμένη έναντι μηνιαίου μισθώματος 100.000 δρχ μονοκατοικία στην περιοχή ..., το οποίο κατέβαλε η εναγομένη μέχρι και την 6-12-2005, που επήλθε η διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους, καλύπτοντάς το, εν μέρει με το ενοίκιο που εισέπραττε από το ιδιόκτητο διαμέρισμά της, το οποίο είχε εκμισθώσει σε τρίτους, μετά την εγκατάστασή τους στην Αγία Μαρίνα.
Επίσης, καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους η εναγομένη παρείχε ασφαλιστική κάλυψη τόσο στον ενάγοντα, όσο και στα τέκνα τους μέσω του ασφαλιστικού της οργανισμού ΟΑΕΕ, ενώ με το υπ' αριθμ. .../18-12-1998 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής της ... είχε συνάψει με την εταιρία αυτή ασφάλεια ζωής τόσο για την ίδια και τα τέκνα της, όσο και για τον αντίδικο, η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, και έξοδα νοσοκομειακής περίθαλψης για το χρονικό διάστημα από 18-12-1998 έως 15-9-2005, καταβάλλοντας η ίδια τα ασφάλιστρα.
Όλη δε την οικοσκευή και τον εν γένει εξοπλισμό της κατοικίας αγόρασε η ίδια με δικά της χρήματα, διότι ο ενάγων κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, δεν είχε ούτε περιουσία, ούτε εισόδημα, ούτε επάγγελμα. ........... Από την τέλεση του γάμου των διαδίκων στις 3-3-1991, ο ενάγων απασχολείτο κατά τις εκάστοτε τουριστικές περιόδους με την υποδοχή των τουριστών στο ξενοδοχειακό συγκρότημα, το οποίο όπως έχει ήδη αναφερθεί μέχρι το 1996 λειτουργούσε με τη μορφή της κοινωνίας και την παροχή πληροφοριών, όποτε αυτό χρειαζόταν, λόγω του ότι ήταν γνώστης των σκανδιναβικών γλωσσών, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία, που δεν ήταν και αναγκαία, διότι η επιχείρηση μέχρι και το έτος 2002, προσέφερε μόνο κατάλυμα για διαμονή και ύπνο στους πελάτες και υπηρεσίες καθαριότητας των διαμερισμάτων και ιματισμού, τις οποίες διεκπεραίωναν οι καθαρίστριες, που προσλάμβαναν η εναγομένη και ο αδελφός της.
Από το έτος 1995 απασχολείτο στην ατομική επιχείρηση πώλησης ειδών δώρων και τουριστικών ειδών, ανταλλακτηρίου χρημάτων και εκμίσθωσης ομπρελοκαθισμάτων στην παραλία της εναγομένης, η οποία άρχισε να λειτουργεί κατά το ανωτέρω έτος και συνέχισε να λειτουργεί και μετά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας σε χώρο εντός του ξενοδοχειακού συγκροτήματος.
Το έτος 2003 που ολοκληρώθηκε το κτίριο Γ ο ενάγων ανέλαβε μαζί με την εναγομένη τη λειτουργία του σνακ μπαρ και συνέταξε τους τιμοκαταλόγους των φαγητών και ποτών στη σουηδική γλώσσα, ενώ το έτος 2004, που ήταν το τελευταίο έτος που εργάστηκε στο ξενοδοχειακό συγκρότημα, εργάστηκε επίσης στο σνακ μπαρ με νόμιμη σύμβαση εργασίας, ορισμένου χρόνου (από Μάϊο έως και Σεπτέμβριο του 2004), που σύναψε με την ανώνυμη εταιρία, η οποία του κατέβαλε το συμφωνημένο μισθό του, επίδομα αδείας και δώρο Χριστουγέννων.
Επισκευές και συντηρήσεις δεν έκανε ο ενάγων, αφού δεν είχε τέτοιες γνώσεις, ούτε ανταπέδειξε τι υπηρεσίες ήταν αυτές και τοι αντικείμενο είχαν. Επίσης, κατά το έτος 2003, που ολοκληρώθηκε η επέκταση του συγκροτήματος και άρχισαν να λειτουργούν οι δύο πισίνες, μεγάλη και παιδική, καθώς και το έτος 2004, η ανώνυμη εταιρία είχε προσλάβει ως συντηρητή των πισινών και του περιβάλλοντος χώρου τον Ι.
Ι., με νόμιμες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οπότε δεν ασχολήθηκε ο ενάγων με τις εργασίες αυτές. Οι οικοδομικές εργασίες ανέγερσης του κτιρίου Γ, κατά τα έτη 2001 - 2002 ανατέθηκαν από την ανώνυμη εταιρία στον εργολάβο οικοδομών Α. Τ. και το συνεργείο του, η δε επίβλεψη αυτών (εργασιών) είχε ανατεθεί στον πολιτικό μηχανικό Φ.
Π. και στην αρχιτέκτονα μηχανικό Χ. Π.. Τα έπιπλα παραγγέλθηκαν από την ανώνυμη εταιρία στο ειδικευμένο στον ξενοδοχειακό εξοπλισμό επιπλοποιείο του Ε. Σ. και ο σχεδιασμός τους έγινε από την κόρη του, Α. Σ.. Επομένως, ο ενάγων ούτε με οικοδομικές εργασίες ή την επίβλεψή τους ασχολήθηκε, ούτε με το σχεδιασμό επίπλων.
Αλλά, ούτε είχε ο ενάγων οποιαδήποτε ανάμειξη στις διαπραγματεύσεις και τις συνάψεις των μισθωτικών συμβάσεων με τις σκανδιναβικές τουριστικές εταιρίες ή με τη διαφήμιση και προσβολή της επιχείρησης στις σκανδιναβικές χώρες, διότι όλα αυτά γίνονταν από το έτος 1985 μέχρι και το 2013 μέσω της εταιρίας του τουριστικού πράκτορα Γ.
Δ., ο οποίος ήταν αυτός που έφερε πρώτος σκανδιναβούς τουρίστες στον ... και συνέβαλε αποφασιστικά στην τουριστική ανάπτυξη της περιοχής και στην ανάδειξη της σε δημοφιλέστατο τουριστικό προορισμό στις σκανδιναβικές χώρες. Τα συμβόλαια μίσθωσης των διαμερισμάτων που σύναπταν η εναγομένη και ο αδελφός της, όταν η επιχείρηση είχε ακόμα τη μορφή της κοινωνίας, αλλά και μεταγενέστερα η ανώνυμη εταιρία, ήταν από το 1985 μέχρι και το 2013, που συνταξιοδοτήθηκε ο Γ.
Δ., αποκλειστικά με σκανδιναβικά τουριστικά πρακτορεία, απευθύνονταν αποκλειστικά σχεδόν σε σκανδιναβούς τουρίστες και συνήθως ήταν πολυετή, όχι δηλαδή ανά τουριστική περίοδο, επομένως η επιχείρηση είχε ήδη παγιώσει τη φήμη της και το καλό της όνομα, πριν ακόμη τελεστεί ο γάμος των διαδίκων. Άλλωστε η επιχείρηση είχε ήδη διακριθεί ως ένα από τα καλύτερα τουριστικά καταλύματα της περιοχής του ...
ήδη από την εποχή που λειτουργούσε με τη μορφή της κοινωνίας (βλ. σχετ. τις προσκομιζόμενες σε μετάφραση επιστολές από 7-5-1987 του Διευθυντή του Ομίλου, ..., τις υπ'αριθμ 871013 και 880421 επιστολές του ιδίου ομίλου, που εστάλησαν στην επιχείρηση με το πέρας της τουριστικής περιόδου 1987 και την από 4-9-2013 συστατική επιστολή της υπεύθυνης συμβολαίων της σκανδιναβικής εταιρίας ...).
Αλλά και μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων, η ανώνυμη εταιρία εξακολουθεί να έχει διακρίσεις, όπως προκύπτει από το απόσπασμα από τον ιστότοπο του σκανδιναβικού οργανισμού ... με ημερομηνία 16-1-2016, σύμφωνα με το οποίο το ξενοδοχειακό συγκρότημα της ανώνυμης εταιρίας βαθμολογείται από 634 σχόλια πελατών, με 8,7 με άριστα το 10 για το έτος 2015, για το ίδιο έτος έλαβε μπρούτζινη διάκριση από τον ταξιδιωτικό οργανισμό ...
στην κατηγορία του 3*, ενώ για το έτος 2016, όπως προκύπτει από τα από 11-1-2017 δύο ηλεκτρονικά μηνύματα της υπεύθυνης κρατήσεων του ιδίου ως άνω ομίλου, με τα στατιστικά στοιχεία των προτιμήσεων των πελατών του, έλαβε βαθμολογίες από 8,6 έως 9,4, με άριστα το 10 σε όλους τους τομείς (συνολική εντύπωση, σέρβις, καθαριότητα, εγκαταστάσεις, διατροφή, ανταπόκριση του ξενοδοχείου στις προσδοκίες των πελατών κλπ), ενώ ανάλογες διακρίσεις για τα έτη 2013 - 2016 έλαβε και η ατομική επιχείρηση της εναγομένης ....
Ώστε οι διακρίσεις της ανώνυμης εταιρίας και η φήμη της δεν οφείλονται σε οποιαδήποτε συμβολή του ενάγοντος. Από όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικνύεται ότι η συμβολή του ενάγοντος στην οποιαδήποτε τυχόν περιουσιακή επαύξηση της ανώνυμης εταιρίας, την οποία άλλωστε δεν αποδεικνύει ο ενάγων, διότι στις δύο εκτιμητικές εκθέσεις που προσκομίζει για την αποτίμησή της συμπεριλαμβάνονται συλλήβδην και οι πέντε βίλλες, που έχουν ανεγερθεί σε ατομική ιδιοκτησία της εναγομένης και του αδελφού της και δεν αποτελούν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, καθώς και έσοδα από πώληση αγαθών και υπηρεσιών αδιακρίτως, συμπεριλαμβανομένων και αυτών από την ατομική επιχείρηση πώλησης τουριστικών ειδών, ανταλλακτηρίου, ενοικίασης ομπρελοκαθισμάτων της εναγομένης, είναι μηδενική, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη με την παραδεκτά προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερόμενη με τις προτάσεις της σχετική ένσταση, η οποία πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή, ενώ ο ενάγων δεν ανταπέδειξε έστω και μικρότερο του 1/3 ποσοστό συμβολής.
Τούτο δε διότι, η σύσταση της ανώνυμης εταιρίας έγινε αποκλειστικά με εισφορά ακίνητης περιουσίας που είχαν αποκτήσει οι μέτοχοι (εναγομένη και αδελφός της) από τους γονείς τους με χαριστική αιτία και με ίδια χρηματικά κεφάλαια, τα οποία εξάλλου ο ενάγων δεν θεωρεί όσον αφορά την εναγομένη, προϊόντα συμβολής του, ενώ η επέκταση, ο εκσυγχρονισμός και η καλή φήμη της εταιρίας οφείλονται αποκλειστικά σε δανεισμούς, σε οικονομικές ενισχύσεις με προκαταβολές μισθωμάτων, στη συνεπή επιχειρηματική συμπεριφορά, στη γνώση και εμπειρία που είχαν αποκτήσει η εναγομένη και ο αδελφός της, ασχολούμενοι με τον τουρισμό από το έτος 1983, καθώς και στην προώθηση και υποστήριξη της επιχείρησής τους από το Γ.
Δ., που ήταν γνώστης του τουριστικού κλάδου γενικότερα, αλλά και ειδικότερα του τουρισμού των σκανδιναβικών χωρών και των απαιτήσεων των σκανδιναβών τουριστών. Να σημειωθεί εδώ ότι μόνο αξίωση για την παροχή των αναφερόμενων ανωτέρω υπηρεσιών που προσέφερε ο ενάγων στην ανώνυμη εταιρία χωρίς αμοιβή και που οδήγησαν σε αντίστοιχη ωφέλεια της ανώνυμης εταιρίας αμέσως με την εξοικονόμηση δαπανών με τη μη καταβολή τους και εμμέσως σε ωφέλεια της εναγομένης κατά το ποσοστό συμμετοχής της στην ανώνυμη εταιρία θα είχε ο ενάγων, τέτοια, όμως, περιστατικά δεν περιέχονται στην ιστορική βάση της αγωγής".
Ακολούθως, το Εφετείο με βάση τις ως άνω παραδοχές, απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος κατά την επικουρική της βάση από τον τεκμαρτό υπολογισμό, δεχόμενη την ένσταση της εναγομένης περί μηδενικής συμβολής αυτού στην οποιαδήποτε τυχόν περιουσιακή αύξηση της ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας και εμμέσως της εναγομένης, ως μετόχου αυτής.
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, ενώ έχει πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε σχέση προς τη μη συμβολή του αναιρεσείοντος στην αύξηση της αξίας των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας και εμμέσως της εναγομένης, ως μετόχου της εταιρίας αυτής, επί των μετοχών της οποίας ο τελευταίος αξιώνει συμβολή.
Από τις συνδυασμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατέθηκαν παραπάνω, με σαφήνεια συνάγεται ότι, ουδεμία συμβολή είχε ο ενάγων, στην αύξηση της περιουσίας της ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας, η οποία συστάθηκε από την αναιρεσίβλητη και τον αδελφό της, καθώς όπως εκτίθεται, ''η σύσταση της εταιρίας αυτής έγινε αποκλειστικά με εισφορά ακίνητης περιουσίας που είχαν αποκτήσει οι μέτοχοι (εναγομένη και αδελφός της) από τους γονείς τους με χαριστική αιτία και με ίδια χρηματικά κεφάλαια, τα οποία εξάλλου ο ενάγων δεν θεωρεί όσον αφορά την εναγομένη, προϊόντα συμβολής του, ενώ η επέκταση, ο εκσυγχρονισμός και η καλή φήμη της εταιρίας οφείλονται αποκλειστικά σε δανεισμούς, σε οικονομικές ενισχύσεις με προκαταβολές μισθωμάτων, στη συνεπή επιχειρηματική συμπεριφορά, στη γνώση και εμπειρία που είχαν αποκτήσει η εναγομένη και ο αδελφός της, ασχολούμενοι με τον τουρισμό από το έτος 1983, καθώς και στην προώθηση και υποστήριξη της επιχείρησής τους από το Γ.
Δ., που ήταν γνώστης του τουριστικού κλάδου γενικότερα, αλλά και ειδικότερα του τουρισμού των σκανδιναβικών χωρών και των απαιτήσεων των σκανδιναβών τουριστών''. Δεν υφίσταται δε αντίφαση της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσείοντος στην οποιαδήποτε τυχόν περιουσιακή επαύξηση της ανώνυμης εταιρίας, με την παραδοχή ότι, ''ο ενάγων (αναιρεσείων) από το έτος 1991, πρόσφερε στο ξενοδοχείο της αναιρεσίβλητης, πρώην συζύγου του και του αδελφού της, τις υπηρεσίες του''.
Ειδικότερα, οι υπηρεσίες αυτές, όπως προσδιορίστηκαν στις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, συνίσταντο, α) κατά τις τουριστικές περιόδους, του χρονικού διαστήματος, από το 1991 μέχρι το 1996, στην υποδοχή τουριστών στο ξενοδοχειακό συγκρότημα και την παροχή πληροφοριών, όποτε αυτό χρειαζόταν, λόγω του ότι ήταν γνώστης των σκανδιναβικών γλωσσών, β) από το έτος 1995, στην απασχόλησή του στην ατομική επιχείρηση της εναγομένης πώλησης ειδών δώρων και τουριστικών ειδών, ανταλλακτηρίου χρημάτων και εκμίσθωσης ομπρελοκαθισμάτων στην παραλία, η οποία άρχισε να λειτουργεί κατά το ανωτέρω έτος και συνέχισε να λειτουργεί και μετά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας σε χώρο εντός του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, γ) από το έτος 2003 στη λειτουργία του σνακ μπαρ του ξενοδοχείου και τη σύνταξη των τιμοκαταλόγων των φαγητών και ποτών στη σουηδική γλώσσα και δ) από το έτος 2004, που ήταν το τελευταίο έτος που εργάστηκε στο ξενοδοχειακό συγκρότημα, στο σνακ μπαρ με νόμιμη σύμβαση εργασίας, ορισμένου χρόνου (από Μάϊο έως και Σεπτέμβριο του 2004), που σύναψε με την ανώνυμη εταιρία, η οποία του κατέβαλε το συμφωνημένο μισθό του, επίδομα αδείας και δώρο Χριστουγέννων, ενώ όσον αφορά τις λοιπές επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπηρεσίες, ως συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση της ανώνυμης εταιρίας και εμμέσως στην περιουσία της αναιρεσίβλητης, ως μετόχου αυτής, ήτοι επισκευές - συντηρήσεις κτιρίων, συντήρηση πισίνας, επίβλεψη οικοδομικών εργασιών κτιρίου Γ, σχεδιασμός επίπλων, διαπραγματεύσεις κατά τη σύναψη μισθωτικών συμβάσεων και διαφήμιση και προβολή της επιχείρησης στις σκανδιναβικές χώρες, έγινε δεκτό ότι αυτός δεν παρείχε τέτοιες υπηρεσίες.
Ενόψει αυτών, η κρίση της προσβαλλόμενης περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσείοντος στην επαύξηση της περιουσίας της ανώνυμης εταιρίας, δεν καθίσταται αντιφατική προς τις παραδοχές το Εφετείου περί της παροχής των άνω υπό στοιχ. α-δ υπηρεσιών εκ μέρους του αναιρεσείοντος, αφού η παροχή και μόνο των τελευταίων υπηρεσιών, από τις οποίες μάλιστα οι άνω υπό στοιχ.
δ παρασχέθηκαν με αμοιβή, ενώ οι υπό στοιχ. β παρασχέθηκαν όχι στην ανώνυμη εταιρία, αλλά στην άνω ατομική επιχείρηση της αναιρεσίβλητης συζύγου του, δεν συνεπάγεται και συμμετοχή, μέσω των υπηρεσιών αυτών, στην περιουσιακή επαύξηση της ανώνυμης εταιρίας. Επομένως, ο άνω τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά, από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό αυτοψίας (359), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ. 2, 339).
Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (717/2020, ΑΠ 280/2019, ΑΠ 466/2019).
Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος από την τεκμαρτή συμβολή του στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια του μεταξύ τους γάμου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη, νομίμως ενώπιον του, προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ενώ προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του, ότι ο ίδιος με τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην ξενοδοχειακή επιχείρηση της αντιδίκου του (αναιρεσίβλητης) και του αδελφού της συνέβαλε στην επιτυχία και ανάπτυξη του ξενοδοχείου και στην κατά τη διάρκεια του γάμου επαύξηση της περιουσίας της αντιδίκου του, προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του τη νομίμως ληφθείσα από 11-1-2016, με αριθμό 826 πράξη ένορκης κατάθεσης του μάρτυρά του H. - C.
S. (Χ. - Κ. Σ.) ενώπιον του Σ. Μ., Γραμματέα Πρεσβείας του Υπουργείου Εξωτερικών, διευθύνοντος το προξενικό γραφείο της πρεσβείας της Ελλάδος στην ..., στην οποία ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε, ότι εργαζόταν στο ξενοδοχείο από το πρωϊ μέχρι τη νύχτα, ότι διεύθυνε αυτό με πλήρη επιτυχία, ότι έκανε τις εργασίες που ανέφερε και ότι συνέβαλε στην ανάπτυξή του, παρόλα αυτά το Εφετείο δέχθηκε σε σχέση με την προσφορά του στο ξενοδοχείο και τις υπηρεσίες που πρόσφερε σ' αυτό, ότι, ''από το 1991 απασχολείτο κατά τις τουριστικές περιόδους με την υποδοχή τουριστών στο ξενοδοχειακό συγκρότημα και την παροχή πληροφοριών, λόγω του ότι ήταν γνώστης των σκανδιναβικών γλωσσών, ότι από το 1995 απασχολείτο στην επιχείρηση πώλησης ειδών δώρων και τουριστικών ειδών, ανταλλακτηρίου χρημάτων και εκμίσθωσης ομπρελοκαθισμάτων στην παραλία, της εναγομένης, ενώ το έτος 2003 που ολοκληρώθηκε το κτίριο Γ, ανέλαβε μαζί με την εναγομένη τη λειτουργία του σνακ μπαρ και συνέταξε τους τιμοκαταλόγους των φαγητών και ποτών στη σουηδική γλώσσα, το δε έτος 2004, εργάστηκε στο σνακ μπαρ με σύμβαση εργασίας'', με αποτέλεσμα παρά την αναφορά της προσβαλλόμενης ότι έλαβε υπόψη την άνω ένορκη κατάθεση, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το προαναφερθέν ζήτημα, να μην καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά να καταλείπονται αμφιβολίες ότι έλαβε υπόψη την ένορκη αυτή κατάθεση, από την οποία αποδεικνύεται η συμβολή του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό του, η αιτίαση που προσάπτεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ότι η εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης από το Εφετείο οδηγεί σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα απ' αυτό που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν αναφέρεται, ουσιαστικά, στη μη λήψη υπόψη του προαναφερόμενου αποδεικτικού μέσου, αλλά αφενός μεν στην επικαλούμενη παράλειψη του Εφετείου να προσδώσει σ' αυτήν την αποδεικτική βαρύτητα που ο αναιρεσείων αποδίδει, η οποία όμως (παράλειψη) δεν στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, αφετέρου δε στην αποδιδόμενη εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, όμως, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σε κάθε περίπτωση, ο άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η τελευταία έλαβε υπόψη και την παραπάνω ένορκη κατάθεση, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, με ρητή αναφορά σ' αυτή, από την οποία σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ιδιαιτέρως δε από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τον κρίσιμο ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη του οποίου επικαλέσθηκε το προαναφερθέν αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την άνω κατάθεση.
Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, αν και ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο, τη με αριθμό 326/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων και την 58/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία του διαζυγίου του, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες ότι πράγματι έλαβε υπόψη τις αποφάσεις αυτές για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και ''όλα τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι'', εκτός από τα αναφερόμενα ειδικά στην απόφαση, στα οποία δεν περιλαμβάνονται οι άνω αποφάσεις, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τις επικαλούμενες ως άνω αποφάσεις, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς αυτές.
Η περαιτέρω δε αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2018, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 1127/2013).
Κατ' ακολουθία, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-10-2019 (αριθμ. καταθ. 47/11-10-2019) αίτηση αναίρεσης της 32/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ