Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague and insufficiently specific grounds under Article 559 of the Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Third Instance Court's final judgment regarding a contract for irregular deposit. The appellant argued the lower court relied on unclear reasoning and failed to properly address claims of document forgery, but these grounds were deemed too vague. The court ruled that the appeal arguments lacked the necessary specificity required by law to allow for effective judicial review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Civil Procedure Code: An appeal argument is inadmissible if it is vague and fails to specify the exact grounds for the alleged error, rendering judicial review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 421 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 421/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Γ. , κατοίκου ... Κέρκυρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπαλάμπρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09-06-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1868/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/11/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Με την κρινόμενη από 06-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 29/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, δέχθηκε την από 15-12-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 1868/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε απορρίψει την αγωγή, κράτησε την υπόθεση, δίκασε κατ' ουσίαν επί της αγωγής ως προς τη βάση της από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης και αναγνώρισε ότι είναι υποχρεωμένη η τρίτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο 271.667 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552,553,556,558,564, 566 παρ.1,569 παρ.2 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1, 569 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[ΙΙ] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1, 335, 337, 338 και 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ενώ δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση. Τυχόν μνεία στην αγωγή, περί υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της, σε νομική διάταξη, δεν δεσμεύει το δικαστήριο να την εφαρμόσει, όταν αυτή, με βάση την εκτίμηση του περιεχομένου της, δεν είναι εφαρμοστέα, αλλά το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια (ΑΠ 223/2013, ΑΠ 281/2013, ΑΠ 59/2013). Ως εκ τούτου, εφόσον στην περίπτωση αυτή υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα πραγματικά περιστατικά (λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη) και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 33/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, υπό στοιχεία α1-α4, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον, αφού δέχθηκε το δεύτερο λόγο της έφεσης ως προς αυτή (αναιρεσείουσα), στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε ότι η αγωγή έχει βάση από τη σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης και δανείου και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά αυτής, στις σχετικές διατάξεις, ενώ αυτά δεν αρκούσαν για τη θεμελίωσή της σ' αυτές. Με βάση τα ανωτέρω, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι το Εφετείο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και έκρινε την έννομη σχέση, που με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ως παραγωγικά του επίδικου δικαιώματος, διέπει τους διαδίκους, ο χαρακτηρισμός δε αυτός δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο που επικαλείται η αναιρεσείουσα, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού δεν υπάρχει αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής για την ανωτέρω υπαγωγή.
[ΙΙΙ] Κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.
Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρ. 830 ΑΚ έχουν σ' αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ' αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του.
Ενόψει δε και της φύσης του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία απόδοσης αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαίρεσης, η ευθύνη της τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική και φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της.
[ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Ενώ, όταν για τη θεμελίωση του ίδιου, ως άνω, λόγου, γίνεται επίκληση παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο, ποιά, συγκεκριμένα, διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, ο τρόπος, κατά τον οποίον παραβιάσθηκαν, ως και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε, δηλαδή, η αποδοθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτήρισε εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα, που το δικαστήριο, είτε πλημμελώς χρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1097/2008, ΑΠ 2174/2007).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο υπό στοιχεία β1-β8 αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα, αφού εκθέτει τους αρνητικούς της αγωγικής αξίωσης ισχυρισμούς της, που ανέπτυξε με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, στη συνέχεια αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, με το να δεχθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι υφίσταται νόμιμος λόγος ευθύνης της και να αναγνωρίσει υποχρέωση καταβολής του επιδικασθέντος ποσού, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 806,808,822,830 παρ.1ΑΚ , σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 ν.δ.17.7/13.8/1923, τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 και 15παρ.1 του ν.5076/1931 και 1παρ.1-3 του ν.5638/1932 και των άρθρων 9,16 του ν.3284/2004, αλλά και τα διδάγματα κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων αυτών.
Ο λόγος αυτός, κατά τις προαναφερθείσες αιτιάσεις του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,κρίνεται, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος ,λόγω της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύει το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την εφαρμογή των διατάξεων, που επικαλείται στο αναιρετήριο και μάλιστα με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά, ούτε διαλαμβάνεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια.
Απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του είναι ο ίδιος λόγος και ως προς το σκέλος του, που αφορά την επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού δεν αναφέρεται ποιά, συγκεκριμένα, διδάγματα παραβιάσθηκαν, ούτε ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, ο τρόπος, κατά τον οποίον παραβιάσθηκαν αυτά, ως και η, κατά την αναιρεσείουσα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε.
Κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός αφορά κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από την αναιρεσείουσα, που, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
[ΙV] Ο προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, υπό στοιχείο α5, αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι με τις παραδοχές της κατέστη αναιρετέα κατά τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: «Παραλλήλως, με τις ίδιες παραδοχές της ,η αναιρεσιβαλλόμενη κατέστη αναιρετέα και κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς ανεπαρκείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες που συγκροτούν το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το κρίσιμο θέμα της επικλήσεως ή μη εκ μέρους του αντιδίκου ευθύνης μας εκ συμβάσεως».
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος, αφού δεν εξειδικεύονται σ' αυτόν ποιές είναι οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά την αναιρεσείουσα, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση, ούτε ποιές είναι οι ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες. Τέλος, με τον τελευταίο, υπό στοιχεία γ1 -γ2, αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή απέρριψε τους ισχυρισμούς της περί πλαστότητας των εγγράφων, που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος για την είσπραξη του προϊόντος αμοιβαίων κεφαλαίων και περί γνησιότητας της υπογραφής του στα παραστατικά, με τα οποία είχε εισπράξει τα ποσά που αναζητεί με την αγωγή του, αφού για το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν έχει αιτιολογίες, άλλως διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση των ανωτέρω ισχυρισμών, ως προς τους οποίους εμφανίζεται η προβαλλόμενη (χωρίς εξειδίκευση) έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης.
Μετά από αυτά οι ανωτέρω λόγοι (α5 και γι-γ2), κατά τις προαναφερθείσες αιτιάσεις τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο.
[V] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 29/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου και να επιβληθεί στην ηττώμενη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του (αρθρ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-11-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 29/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ