421/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated421/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 421 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 421/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Του αναιρεσίβλητου : Δ. Ο. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αντωνία Αθανασοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 56/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-10-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 2 του Ν.930/1943"Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του β.δ.της 24/10/1940, περί τροποποιήσεως κ.λ.π., ως και λοιπών νόμων και διαταγμάτων αφορώντων την διαχείρισιν της ανταλλαξίμου περιουσίας" ορίζονται τα εξής: Τα εκτός των διοικητικών ορίων της Κοινότητος ... του Νομού ... κείμενα ανταλλάξιμα κτήματα, εφ'ων οι κάτοικοι της Κοινότητος ταύτης ανήγειρον οικίας, εκκλησίας, σχολεία κλπ.
ως και αι εκτάσεις εφ' ων οι κάτοικοι ενεφύτευσαν από τριακονταετίας, αμπέλους ή άλλας φυτείας, ας κατέχουσιν έκτοτε και νέμονται ως ίδια καθώς και τα μέχρι δύο στρεμμ. εκτάσεως χορτολείβαδα, τα κατεχόμενα υπό των κατοίκων και χρησιμοποιούμενα διά την οικόσιτον κτηνοτροφίαν των, αποδίδονται δυνάμει του παρόντος εις τους εν λόγω κατοίκους και διαγράφονται εκ του Κτηματολογίου της Υ.Δ.Α.Μ.Κ.
άνευ άλλης διατυπώσεως, ακυρουμένων των οικείων πρωτοκόλλων καταλήψεως και παραδόσεως των κτημάτων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ως ανταλλαξίμων. Αι λοιπαί ακάλυπτοι εκτάσεις (αγροί βοσκαί, λειβάδια, δάση κλπ.) αίτινες ανήκουν εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν, παραχωρούνται εις το Νομικόν Πρόσωπον της Κοινότητος επί τιμήματι καθορισθησομένω υπό της αρμοδίας Τοπικής Επιτροπής κατά τας διατάξεις του Αγροτικού Κώδικος".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΚ 1051).
Άσκηση νομής προκειμένου για ακίνητο συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Πράξεις νομής είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση, η περίφραξη κ.ά, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ694/2018).Εξάλλου, κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή, μόνον το ό,τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Με το 12.837/2003 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου ... Α. Ρ. ο ενάγων απέκτησε τη νομή στις 10-10-2003 ενός οικοπέδου εντός των διοικητικών ορίων της κοινότητας ...
του νομού ... εμβαδού 526,00 τ.μ με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ...1 εμφαίνεται δε στο από 17-9-2003 τοπογραφικό διάγραμμα κοινότητας ... και συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά και βόρεια ομοίως νοτίως με κληρονόμων Σ. Β. και στο από 6-9-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ. όπου συνορεύει ανατολικά επί πλευρών ΑΒ μήκους 29,50 μ και ΒΓ μήκους 8,90μ.
με δρόμο , δυτικά επί πλευρών ΔΕ μήκους 11,50μ και ΕΖ μήκους 16,90 μέτρων με δρόμο, βόρεια επί πλευράς ΓΔ μήκους 16 μέτρων με δρόμο, νότια επί πλευρών AO 13,50μ. ΟΞ 4,5 μ, ΞΝ 10 μ, ΝΜ ΙΟμ, ΜΠ 6,00μ, ΚΠ 4,80μ, ΙΚ 1,00 μ. ΙΘ 4,5 μ, ΘΗ 1,00 μ, και ΖΗ 4,60 μ, με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Β.. Το οικόπεδο περιήλθε στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος α) Ε.
συζ. Γ. Β. του γένος Ι. Τ. (ή Τ.), β) Δ. χήρα Ν. Β. το γένος Ι. Τ. (ή Τ.) γ) Μ. χήρα Β. Π. το γένος Ι. Τ. (ή Τ.) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδαιρέτου εις άπασες (άλλως 60/240 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία) ως εξής: κατά τα 30/240 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία από κληρονομιά του αποθανόντος το 1942 πατρός των Ι. Τ. (ή Τ.) που δεν κατέλειπε διαθήκη, κατά τα 5/240 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία από κληρονομιά της αποβιωσάσης το 1947 των Θ.
Τ. (ή Τ.), κατά τα 7/240 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία από κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1962 αδερφού των Ι. Τ. (ή Τ. ) ,κατά τα 18/240 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας του Α. χήρας Ι. Τ. (ή Τ.) το γένος Θ. Ν. που απεβίωσε στις 19- 11-1985, άνευ διαθήκης άπαντες και στην κληρονομιά των οποίων υπεισήλθον. Στους Ε. συζ. Σ. Π. το γένος Κ.
και Ά. Σ. και Χ. Σ. του Κ. κατά τα 30/240 σε καθένα τους ως εξής: κατά τα 3/32 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από κληρονομιά της μητέρας του Ά. συζ. Κ. Σ. το γένος Ι. Τ. (ή Τ.), κατά το 1/32 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από κληρονομιά του αποβιώσαντος 7-9-1996 πατέρα τους Κ. Σ.. Στο αρχικό ιδιοκτήτη Ι. Τ. (ή Τ.) του Γ. είχε περιέλθει από το Ελληνικό Δημόσιο-Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων, χωρίς να έχει εκδοθεί οριστικός τίτλος.
Το ακίνητο στις 18-11-1943 όταν δημοσιεύθηκε ο νόμος 930/1943 που αναφέρεται στην μείζονα σκέψη, έπαυσε να είναι ανταλλάξιμο και οι κληρονόμοι Ι. Τ. κατέστησαν κύριοι αυτού ευθέως και πρωτοτύπως εκ του νόμου και εν συνεχεία με τον προπεριγραφέντα τρόπο ο ενάγων ως τελευταίος χρησιδεσπόσας το ακίνητο (1045,976 ΑΚ).
Ενόψει των ανωτέρω και της αμφισβητήσης της κυριότητας υπό του εναγομένου, παρίσταται βάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και πρέπει ως τέτοια να γίνει δεκτή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την ασκηθείσα από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έφεση, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ., την εκκαλούμενη 87/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, και έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 του Ν. 930/1943 και 1045, 1051 ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε ελλιπείς -ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και τούτο, διότι κανένα πραγματικό περιστατικό δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να κριθεί εάν το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης) εμπίπτει σε κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου 930/1943 περιπτώσεις και, ειδικότερα, σε εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή ότι ,δηλαδή, το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο, εντός του οποίου υπήρχε κτισμένη οικία, που είχε κατασκευασθεί από τον Ι.
Τ. ή τους κληρονόμους του, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του πιο πάνω νόμου(18/11/1943), οπότε τρίτος θα μπορούσε πλέον να χρησιδεσπόσει και ειδικότερα οι κληρονόμοι Ι. Τ., ενώ για την απόδειξη της χρησικτησίας του ενάγοντος καμιά εμφανή διακατοχική πράξη νομής αυτού (ενάγοντα) και των δικαιοπαρόχων του (άμεσων και απώτερων) δεν αναφέρεται.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός, ως Αβάσιμος, ο (μοναδικός) λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που το τελευταίο υπέβαλε με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ., και 22 του ν.3693/1997), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 16-10-20108 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 56/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. ΑΝΑΙΡΕΙ την ανωτέρω απόφαση.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300). ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ