Legislator Case Law & Legislation
421/2018 AI generated

421/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 421/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 421 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

421/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 421 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
sale by sample products from third countries counterfeiting of goods agrofood industry unfair commercial practices indication of provenance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 421 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 421 /2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλαφοστέργιο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Καραβασίλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27860/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 247/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/9/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 30/8/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αγγελικής Τζαβάρα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Για την πιστοποίηση των παραπάνω συντάχθηκε αυτό το πρακτικό.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, 247/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 20-3-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 27860/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν είχε απορριφθεί, ως αβάσιμη, κατ’ ουσίαν η από 9-1-2001 αγωγή της τελευταίας (αναιρεσείουσας) κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με την οποίαν (αγωγή της αυτή) και για τους λόγους που εξέθετε, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ζητούσε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αντιδίκου της προς καταβολή σ’ αυτήν νομιμοτόκως του ποσού των 609.288,81 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής (περιουσιακής και μη περιουσιακής) και αποθετικής ζημίας, που υπέστη από την πώληση σε αυτήν από την αντίδικό της ελαττωματικού πράγματος (τύρφης) υπό περιστάσεις συνιστώσες και αδικοπραξία. Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).- Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκούς ή αντιφατικούς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμού 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, διαβεβαιώνοντας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως, με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία διατηρεί και εκμεταλλεύεται, στο ..., ένα φυτώριο θερμοκήπιο έκτασης 5 στρεμμάτων και έχει εμπορική συνεργασία, από το έτος 1993, με την εναγομένη ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει επιχείρηση εισαγωγής, παραγωγής και εμπορίας αγροτικών προϊόντων στο .... Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής η ενάγουσα αγόρασε από την εναγομένη ποσότητες τύρφης, τύπου ... αντί συνολικού τιμήματος 9308,39 ευρώ προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει στο θερμοκήπιό της, για τις ανάγκες καλλιέργειας διαφόρων κηπευτικών προϊόντων, τα οποία σκόπευε να πωλήσει σε αγρότες έναντι κέρδους. Ειδικότερα, στις 27-1-1998 αγόρασε από την εναγομένη 500 σάκους των 80 κιλών ο καθένας, συνολικής αξίας 2.770,35 ευρώ, στις 4-2-1998 αγόρασε 300 σάκους των 80 κιλών ο καθένας, συνολικής αξίας 1.622,21 ευρώ και στις 9-4-2008 αγόρασε 800 σάκους των 80 κιλών ο καθένας, συνολικής αξίας 4.875,83 ευρώ. Την παραπάνω ποσότητα τύρφης η εναγόμενη την εισήγαγε συσκευασμένη από γερμανικό οίκο "...", ο οποίος την παράγει και την διαθέτει σε κλειστούς και αδιαφανείς σάκους, σε πελάτες με τα σήματά του, χωρίς οι τελευταίοι να έχουν τη δυνατότητα οποιασδήποτε παρέμβασης στην ποιότητα και τη συσκευασία της τύρφης. Μετά την παρέλευση είκοσι ημερών περίπου, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι τα φυτά αγγουριάς του θερμοκηπίου της, στο πρώτο στάδιο της ανάπτυξής τους, εμφάνιζαν έλλειψη φυτρωτικότητας, δηλαδή αναπτύσσονταν με αργό ρυθμό, ενώ εμφάνιζαν στην πλειονότητά τους φύλλωμα κίτρινου χρώματος, αντί του συνήθους πράσινου και συγκεκριμένα τα φύλλα τους είχαν "κατσαρή" εικόνα με περιφερειακό κιτρίνισμα. Ακόμη, τα φυτά εμφάνιζαν αυξημένες ανάγκες υγρασίας και έτσι η ενάγουσα αύξησε τα ποτίσματά τους με συνέπεια όμως να ανεβεί το ποσοστό υγρασίας της ατμόσφαιρας και να εμφανισθούν ασθένειες. Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα επικοινώνησε με την εναγόμενη για να την ενημερώσει για το πρόβλημα και της απέστειλε δείγμα φυτού που βρισκόταν σε δική της τύρφη. Η εναγόμενη εξέτασε το ως άνω δείγμα με τους γεωπόνους της και διαπίστωσε απλώς την ύπαρξη θρύπα, δηλαδή ενός παρασιτικού μικροσκοπικού εντόμου. Ακολούθως, εμφανίσθηκε πρόβλημα και στα φυτά της καρπουζιάς και ειδικότερα στο εμβολιασμένο καρπούζι, που παρουσίαζε περιορισμένη ανάπτυξη, βραχυγονάτωση στον κεντρικό βλαστό, πρόωρη έκπτυσση των μασχαλιαίων, μικροφυλλία με τραχύ το έλασμα των φύλλων, περιφερειακή χλώρωση - ξήρανση και τελικά ολική ξήρανση της κορυφής, ενώ τα ίδια συμπτώματα παρουσίαζαν τα φυτά και μετά τη μεταφύτευσή τους σε αγρό της ενάγουσας, όπως επίσης εμφάνιζαν καθυστέρηση της βλάστησης. Μετά από αυτά, η ενάγουσα απευθύνθηκε, με την από 28-9-1998 αίτησή της, στη Διεύθυνση Γεωργικής Ανάπτυξης Καρδίτσας, η οποία με τη σειρά της απάντησε με το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../1-10-1998 έγγραφό της ότι μετά από εξέταση των φυτών δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθούν τα πραγματικά αίτια που προκάλεσαν τα συμπτώματα, για το λόγο αυτό στάλθηκαν δείγματα στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο για εργαστηριακή εξέταση, όπου εξετάσθηκαν αυτά από όλα τα αρμόδια ειδικά εργαστήρια (Ιολογίας, Εντομολογικό - Ακαρεολογικό, Μυκητολογικό, Βακτηριολογικό, Εργαστήριο Γεωργικών Φαρμάκων). Τα αποτελέσματα των παραπάνω εξετάσεων ήταν όλα αρνητικά, ενώ αποκλείσθηκε η πιθανότητα υτοτοξικότητας από φυτοφάρμακα, αφού όλες οι επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν συστήθηκαν από την παραπάνω Διεύθυνση και με τα κατάλληλα κάθε φορά και εγκεκριμένα για την περίπτωση σκευάσματα. Ακολούθως, η ενάγουσα υπέβαλε την από 5-10-1998 αίτησή της στο Ινστιτούτο Προστασίας ..., το

οποίο

στην υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-10-1998 απάντησή του αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: "η τύρφη παρουσιάζει υψηλή αγωγιμότητα (αλατότητα). Η υψηλή αλατότητα επηρεάζει την ανάπτυξη των φυτών κατά δύο τρόπους. Πρώτον:

Αυξάνει την ωσμωτική πίεση του εδαφικού διαλύματος με αποτέλεσμα τα φυτά να αδυνατούν να προσλάβουν την απαραίτητη ποσότητα νερού έστω και αν υπάρχει επαρκής υγρασία στο χώρο ριζοστρώματος. Δεύτερον: Μερικά ιόντα, που είναι απαραίτητα και επωφελή για την ανάπτυξη των φυτών σε μικρές συγκεντρώσεις εάν βρεθούν σε υψηλές συγκεντρώσεις μπορεί να προκαλέσουν τοξικές επιδράσεις στα φυτά... Αποτέλεσμα των παραπάνω επιδράσεων της υψηλής αλατότητας είναι η μείωση της ανάπτυξης και της απόδοσης των φυτών. Η μείωση αυτή είναι περίπου ανάλογη με την ολική συγκέντρωση των αλάτων στο εδαφικό διάλυμα στην ζώνη του ριζοστρώματος και ανεξάρτητη κατά μεγάλο μέρος από το είδος των αλάτων. Η αντοχή των καλλιεργειών στην συγκέντρωση των αλάτων ποικίλλει...", όσον αφορά δε, τη σύσταση της πωληθείσας τύρφης αποφαίνεται ότι "η ανάλυση της τύρφης δεν μας δίνει την συγκέντρωση των επί μέρους ιόντων και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να έχουμε γνώμη εάν βρίσκονται σε τοξικά για τα φυτά επίπεδα". Σημειώνεται ότι τα ως άνω πορίσματα πραγματοποιήθηκαν όχι με σφραγισμένες ποσότητες τύρφης από την επίδικη παρτίδα, καθόσον η ενάγουσα χρησιμοποίησε ολόκληρη την παραληφθείσα ποσότητα, αλλά σε ποσότητες χρησιμοποιηθέντος χώματος, το οποίο επιβαρύνθηκε με λιπάσματα, φάρμακα, ποτίσματα και άλλους εξωγενείς παράγοντες που επιδρούν στην ποιότητα της τύρφης και αλλοιώνουν το αποτέλεσμα της ανάλυσης. Εξάλλου, η εναγομένη με τη

σειρά

της, έλαβε δείγμα τύρφης από την ίδια παρτίδα που είχε πωλήσει στην ενάγουσα και την παρέδωσε για ανάλυση στα εργαστήρια της εταιρίας ... καθώς και δείγμα από χώμα με τύρφη από το χωράφι της ενάγουσας. Από τη σχετική έρευνα που έγινε προέκυψε ότι οι σχετικές τιμές ήταν απολύτως φυσιολογικές και πρόσφορες για τη χρήση του χώματος και της τύρφης σύμφωνα με τον προορισμό τους. Ειδικότερα, βρέθηκε ότι η αλατότητα ήταν 0,6 %, ενώ το ανώτατο όριο είναι σύμφωνα με την ως άνω εταιρία μέχρι και 1,5%. Ακόμη η εναγομένη απέστειλε στην παραπάνω εταιρία φυτά σε γλαστράκια με τύρφη που η ενάγουσα είχε αγοράσει από την εναγομένη. Μετά από αναλυτικό έλεγχο βρέθηκαν στα φυτά αυτά διάφορα παράσιτα, που συναντώνται σε αδύναμα φυτά, ενώ η αλατότητά τους ήταν μόλις 0,70 %. Από όλα τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων στην πωληθείσα από την εναγομένη στην ενάγουσα ποσότητα τύρφης. Ειδικότερα, στην παραπάνω κρίση του το Δικαστήριο οδηγείται από:

α) την σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, ο οποίος, έχοντας ιδία γνώση ως γεωπόνος, βεβαίωσε ότι σε περίπτωση που υπάρχει υψηλή συγκέντρωση αλατότητας, το πρώτο μέρος του φυτού που προσβάλλεται είναι η ρίζα, καθώς έρχεται άμεσα σε επαφή με το υπέδαφος και ακολούθως εμφανίζονται προβλήματα στο πάνω μέρος του φυτού, στην ένδικη δε περίπτωση τα φυτά παρουσίαζαν άρτιο ριζικό σύστημα, β) το από 17- 11-1998 έγγραφο της εταιρίας ..., με το οποίο βεβαιώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η συγκέντρωση αλατότητας στα δείγματα της επίδικης τύρφης που απέστειλε η εναγομένη ανερχόταν σε 0,6% και 0,7% αντίστοιχα με ανώτατο όριο μέχρι 1,5%, γ) τα υπ’ αριθμ. .../27-1-1998, ...27-1-1998, ...27-1-1998, τα .../4-2-1998, .../4-2-1998 και .../9-4-1998 τιμολόγια της εναγομένης σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, από όπου προκύπτει ότι από την επίδικη παρτίδα της τύρφης που αγοράσθηκε από την εταιρία "...", μέρος της οποίας παραδόθηκε στην ενάγουσα, ποσότητα 400 σάκων πωλήθηκε στον κάτοικο Λάρισας Α. Κ. για την καλλιέργεια εμβολιασμένων φυτών, ποσότητα 100 σάκων πωλήθηκε στον κάτοικο ... Καρδίτσας Β. Α., ποσότητα 200 σάκων πωλήθηκε στην εταιρία "... ΣΙΑ ΟΕ" που εδρεύει στην …, ποσότητα 650 σάκων πωλήθηκε στον κάτοικο ... Θ. Τ., ποσότητα 200 σάκων πωλήθηκε στον κάτοικο ... Καρδίτσας Ι. Φ. και ποσότητα 300 σάκων πωλήθηκε στον προμηθευτικό συνεταιρισμό γεωπόνων Καρδίτσας, χωρίς ουδείς εξ αυτών να αναφέρει οποιοδήποτε παράπονο σχετικά με την ποιότητα της πωληθείσας τύρφης, δ) το υπ’ αριθμ. .../1-10-1998 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργικής Ανάπτυξης Καρδίτσας - Τμήματος Φυτοπροστασίας, από το οποίο προκύπτει ότι τα δείγματα που απέστειλε η ενάγουσα εξετάσθηκαν από τα αρμόδια ειδικά εργαστήριο του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου και τα αποτελέσματα όλων των εξετάσεων ήταν αρνητικά, ε) το υπ’ αριθμ. ...-10-1998 έγγραφο του Ινστιτούτου Προστασίας ..., από το οποίο προκύπτει ότι τα δείγματα που απέστειλε η ενάγουσα δεν δίνουν την συγκέντρωση των επί μέρους ιόντων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να έχει γνώμη εάν βρίσκονται σε τοξικά για τα φυτά επίπεδα, στ) το ότι ενώ η ενάγουσα, κατά τους ισχυρισμούς της, διαπίστωσε την ύπαρξη του ελαττώματος της πωληθείσας τύρφης, κατέβαλε στην εναγομένη ένα μέρος του συνολικού τιμήματος των 9220245 δραχμών των προϊόντων που αγόρασε από την εναγόμενη και συγκεκριμένα παρέδωσε στην εναγόμενη δυο επιταγές στις 30-5-1998 και στις 23-7-1998, αξίας 1500000 δραχμών και 650000 δραχμών αντίστοιχα, οι οποίες πληρώθηκαν κανονικά κατά την εμφάνισή τους. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και αληθής υποτιθέμενος δεν μεταβάλει το γεγονός ότι οι ως άνω επιταγές πληρώθηκαν, χωρίς οποιοιδήποτε διαμαρτυρία της ενάγουσας. Εξάλλου, η εναγομένη για πρώτη φορά απευθύνθηκε στην εταιρία ... τον Ιούνιο του 2008 για τον έλεγχο της ποιότητας της πωληθείσας τύρφης και την 28-9-1998 απέστειλε τα αποτελέσματα του ελέγχου της ... στην Διεύθυνση Γεωργικής Ανάπτυξης Καρδίτσας, ενώ για πρώτη φορά αμφισβήτησε το χρέος της από την αγορά της τύρφης και των λοιπών εμπορευμάτων τον Οκτώβριο του 1998, ενώ πριν είχε προηγηθεί η όχληση της εναγομένης, 3) το ότι η επίδικη ποσότητα τύρφης εισήχθη από τη Γερμανία συσκευασμένη και σφραγισμένη και κατευθείαν προωθήθηκε στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας, χωρίς προηγουμένως να υποσυσκευαστεί η να αποθηκευτεί, σε συνδυασμό και με το ότι δεν παρουσιάστηκε οπουδήποτε πρόβλημα στις υπόλοιπες εισαγωγές τύρφης της εναγόμενης από τον ίδιο ως άνω γερμανικό οίκο, η) το ότι ενώ η ενάγουσα αγόρασε 1600 σάκους τύρφη από την 27-1-1998 έως την 9-4-2008 και παρότι αντελήφθη, κατά τους ισχυρισμούς της, το πρόβλημα, δεν διατήρησε οποιαδήποτε σφραγισμένη ποσότητα της παραληφθείσας τύρφης, ώστε να μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την αλατότητά της και έτσι αναγκάσθηκε να αποστείλει δείγματα για έλεγχο τα οποία δεν ήταν ασφαλή και δεν μπόρεσαν να οδηγήσουν σε σαφές αποτέλεσμα, ενώ αντίθετα τα δείγματα της εναγομένης προήρχοντο από σφραγισμένες ποσότητας τύρφης. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως από α) την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης και τις ένορκες βεβαιώσεις που περιέχονται στην υπ’ αριθμ. ...2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με τις οποίες επαναλήφθηκαν απλώς οι αγωγικοί ισχυρισμοί, χωρίς όμως να εισφερθεί στην αποδεικτική διαδικασία κάποια ειδική γνώση ή βεβαιότητα περί της υψηλής αλατότητας της πωληθείσας τύρφης και της εξ αυτής της αιτίας προκληθείσας ζημίας της ενάγουσας, β) από την από 4-6-1998 ανάλυση του εργαστηρίου Αναλύσεων ..., από την οποία

προκύπτει ότι

το δείγμα που απέστειλε η ενάγουσα παρουσίαζε σοβαρό πρόβλημα αλατότητας που οπωσδήποτε θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με έκπλυση και απομάκρυνση των αλάτων και ότι το φυτικό υπόστρωμα έχει σχετικά χαμηλό Ph. και υψηλή αγωγιμότητα (αλατότητα) και θα πρέπει να αναμιγνύεται με άλλο υπόστρωμα χαμηλής αλατότητας τουλάχιστον 1 μέρος προς 5 έως και 6 μέρη του άλλου χαμηλής αλατότητας υποστρώματος. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απέστειλε ασφαλές δείγμα, ενόψει και του γεγονότος ότι το δείγμα που επίσης απέστειλε η εναγομένη στο παραπάνω εργαστήριο παρουσίαζε κανονική αλατότητα 1,37% με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο 1,5%, ενώ επιπλέον η ανάλυση του παραπάνω εργαστηρίου δεν επιβεβαιώθηκε και από τα προαναφερθέντα λοιπά εργαστήρια, γ) το από 15- 6-1998 έγγραφο της Πανεπιστημιακής Σχολής της Μπολόνια, το οποίο αναφέρεται σε παρουσία του μύκητα Πύθιουμ ( Pythium ) στο περιβάλλον της τύρφης, σε επίπεδο πιο υψηλό που προκαλεί μια σοβαρότατη ασθένεια (GTM) στο 75% και όχι σε υψηλή αλατότητα και δ) την από 4-6-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του επίκουρου καθηγητή του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Λάρισας Ι. Β. (άρθρα 529 και 390 ΚΠολΔ), η οποία αναφέρεται στις επιδράσεις της αλατότητας υποστρώματος τύρφης σε εμβολιασμένα και μη εμβολιασμένα φυτά καρπουζιού και δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα για την ύπαρξη υψηλής αλατότητα στην επίδικη τύρφη. Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων στην πωληθείσα τύρφη και πολύ περισσότερο η δόλια απόκρυψή τους από την εναγομένη πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαία η έρευνα της ένστασης παραγραφής αφού δεν αποδείχθηκε η αξίωση." Η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο της αίτησής της, με την επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες, ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του στερείται νομίμου βάσης, καθόσον σε άλλα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, ενώ σε άλλα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, υποστηρίζοντας, προς θεμελίωση των σχετικών ισχυρισμών της, ειδικότερα ότι: 1) Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Α. (σελ. 13) "Μετά την παρέλευση είκοσι ημερών περίπου, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι τα φυτά αγγουριάς του θερμοκηπίου της, στο πρώτο στάδιο της ανάπτυξης τους, εμφάνιζαν έλλειψη φυτρωτικότητας, δηλαδή αναπτύσσονταν με αργό ρυθμό, ενώ εμφάνιζαν στην πλειονότητα τους φύλλωμα κίτρινου χρώματος, αντί του συνήθους πράσινου και συγκεκριμένα τα φύλλα τους είχαν "κατσαρή" εικόνα με περιφερειακό κιτρίνισμα. Ακόμη, τα φυτά εμφάνιζαν αυξημένες ανάγκες υγρασίας και έτσι η ενάγουσα αύξησε τα ποτίσματα τους με συνέπεια όμως να ανεβεί το ποσοστό υγρασίας της ατμόσφαιρας και να εμφανισθούν ασθένειες", Β. (σελ 16) "Σημειώνεται ότι τα ως άνω πορίσματα πραγματοποιήθηκαν όχι με σφραγισμένες ποσότητες τύρφης από την επίδικη παρτίδα, καθόσον η ενάγουσα χρησιμοποίησε ολόκληρη την παραληφθείσα ποσότητα, αλλά σε ποσότητες χρησιμοποιηθέντος χώματος, το οποίο επιβαρύνθηκε με λιπάσματα, φάρμακα, ποτίσματα και άλλους εξωγενείς παράγοντες που επιδρούν στην ποιότητα της τύρφης και αλλοιώνουν το αποτέλεσμα της ανάλυσης.", ενώ σε άλλο σημείο της (σελ 14) η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι "στάλθηκαν δείγματα στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο για εργαστηριακή εξέταση, όπου εξετάσθηκαν αυτά από όλα τα αρμόδια ειδικά εργαστήρια (Ιολογίας, Εντομολογικό - Ακαρεολογικό, Μυκητολογικό, Βακτηριολογικό, Εργαστήριο Γεωργικών Φαρμάκων). Τα αποτελέσματα των παραπάνω εξετάσεων ήταν όλα αρνητικά, ενώ αποκλείστηκε η πιθανότητα φυτοτοξικότητας από φυτοφάρμακα, αφού όλες οι επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν συστήθηκαν από την παραπάνω Διεύθυνση και με τα κατάλληλα κάθε φορά και εγκεκριμένα για την περίπτωση σκευάσματα", πλην όμως από τις παραπάνω περικοπές προκύπτει, κατά τους αναιρετικούς ισχυρισμούς, μια σαφής αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αφενός δέχεται ότι εμφανίστηκαν ασθένειες στα φυτά και ότι αυτά επηρεάστηκαν από φυτοφάρμακα, αλλά λίγο πιο κάτω αναφέρει ότι τα αποτελέσματα όλων των εξετάσεων ήταν αρνητικά, υπάρχει δηλαδή ένα λογικό σφάλμα, διότι δεν είναι δυνατόν να ισχύει ότι τα φυτά είχαν ασθένειες και επίσης να ισχύει ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων ήταν αρνητικά, δηλαδή τα φυτά δεν είχαν ασθένειες. 2) Η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, όσον αφορά στην κρίση της περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων της (αναιρεσείουσας) είναι ελλιπής, άλλως ανύπαρκτη, καθόσον θεώρησε συλλήβδην τους μάρτυρές της αναξιόπιστους, επειδή δήθεν επαναλαμβάνουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς. 3) Μολονότι προσκόμισε πρωτοδίκως ως σχετικό No 21 και στην έκκλητη δίκη ως σχετικό No Ε1 την από 4-6-1998 ανάλυση του "Εργαστηρίου ... ..." με το επικαλούμενο περιεχόμενο, από την οποία προέκυψε ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα με την αλατότητα της τύρφης, το παραπάνω ουσιώδες έγγραφο η προσβαλλόμενη το απέρριψε με την αιτιολογία "διότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απέστειλε ασφαλές δείγμα", αν και κατά τους ισχυρισμούς της, αποδείχθηκε ότι το δείγμα που έστειλε στην ... τον Ιούνιο του 1998, όπως και αυτό που έστειλε ο γεωπόνος της Δ/νσης Γεωργίας Ν. Καρδίτσας στο Μπενάκειο Ίδρυμα ήταν από αυτό που της πώλησε η αντίδικος, επιπλέον δε, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι χρησιμοποίησε όλη την ποσότητα τύρφης που αγόρασε από την αντίδικο και ότι όλα τα φυτά της παρουσίαζαν τα ίδια προβλήματα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το δείγμα που έστειλε για ανάλυση στην ... δεν ήταν από την πωληθείσα τύρφη, παρά το γεγονός ότι είναι δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι όταν έχει χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά μόνο μία τύρφη σε όλο το φυτώριο και όλα τα φυτά εμφανίζουν τα ίδια προβλήματα, τότε οποιοδήποτε τυχαίο φυτό μπορεί να αποτελέσει δείγμα για όλο το φυτώριο. Με βάση όμως τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχτηκε τα ίδια, απέρριψε την κατ’ αυτής έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, περί μη υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων στην πωληθείσα από την εναγομένη αναιρεσίβλητη στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα ποσότητα τύρφης, και πολύ περισσότερο δόλιας απόκρυψής τους από την αναιρεσίβλητη εναγομένη, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο, άλλες επιπλέον αιτιολογίες. Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει μεταξύ των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου ότι "....Ακόμη, τα φυτά εμφάνιζαν αυξημένες ανάγκες υγρασίας και έτσι η ενάγουσα αύξησε τα ποτίσματά τους με συνέπεια όμως να ανεβεί το ποσοστό υγρασίας της ατμόσφαιρας και να εμφανισθούν ασθένειες....", ότι "....τα ως άνω πορίσματα πραγματοποιήθηκαν όχι με σφραγισμένες ποσότητες τύρφης από την επίδικη παρτίδα, καθόσον η ενάγουσα χρησιμοποίησε ολόκληρη την παραληφθείσα ποσότητα, αλλά σε ποσότητες χρησιμοποιηθέντος χώματος, το οποίο επιβαρύνθηκε με λιπάσματα, φάρμακα, ποτίσματα και άλλους εξωγενείς παράγοντες που επιδρούν στην ποιότητα της τύρφης και αλλοιώνουν το αποτέλεσμα της ανάλυσης...." και ότι "......Τα αποτελέσματα των παραπάνω εξετάσεων ήταν όλα αρνητικά, ενώ αποκλείστηκε η πιθανότητα φυτοτοξικότητας από φυτοφάρμακα, αφού όλες οι επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν συστήθηκαν από την παραπάνω Διεύθυνση και με τα κατάλληλα κάθε φορά και εγκεκριμένα για την περίπτωση σκευάσματα.......", όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, ενόψει των ειδικότερων σαφών και μη αντιφατικών παραδοχών, ότι οι ασθένειες εμφανίσθηκαν από την αύξηση των ποτισμάτων από την αναιρεσείουσα, και ότι, αν και είναι δυνατόν εξωγενείς παράγοντες, όπως λιπάσματα, φυτοφάρμακα και ποτίσματα, να επιδρούν στην ποιότητα της τύρφης, στην επίδικη περίπτωση οι εξωγενείς αυτοί παράγοντες δεν επέδρασαν, τα αποτελέσματα από την γενομένη εξέταση του δείγματος ήσαν αρνητικά και έτσι αποκλείσθηκε η περίπτωση φυτοτοξικότητας. Επομένως, ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, και επίσης σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ειδικότερα, ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για αιτίαση, αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός. (ΟλΑΠ 2/2008). Ως έγγραφα, για την ίδρυση του προκείμενου λόγου αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ., ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, τα παρέχοντα άμεση ή

έμμεση απόδειξη, ενώ δεν αποτελούν έγγραφα υπό την προαναφερόμενη έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο. Έτσι, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του

άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, (ΑΠ 2038/2006, ΑΠ 25/2011). Επίσης, δεν αποτελούν έγγραφα, ως αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αντιδιαστέλλονται, οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, οι οποίες συντάχθηκαν μετά από αίτησή τους και προσκομίζονται από αυτούς (άρθρο 390 ΚΠολΔ) και η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους δεν ιδρύει τον παραπάνω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 86/2015). Τέλος, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 533/2009, ΑΠ 1414/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των νομίμως προσκομισθέντων ενώπιόν του, προς απόδειξη των ισχυρισμών της, εγγράφων, ήτοι: α) της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../1998 απάντησης του Τμήματος Φυτοπροστασίας της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης Ν.Α. Καρδίτσας, β) του υπ’ αριθμ. ...-10-1998 εγγράφου του Ινστιτούτου Προστασίας Φυτών της Πάτρας, το οποίο ανήκει στο Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) και γ) της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Επίκουρου Καθηγητή της Σχολής Φυτικής Παραγωγής του Τ.Ε.Ι. Λάρισας, τα οποία και προσκομίζει ενώπιον του Αρείου Πάγου με επίκληση, αποδίδοντας σε αυτά προφανώς διαφορετικό περιεχόμενο, από εκείνο που έχουν, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο επιζήμιο γι’ αυτή (αναιρεσείουσας) αποδεικτικό πόρισμα περί της μη ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων στην πωληθείσα από την εναγομένη προς την ενάγουσα ποσότητα τύρφης και να απορρίψει την ένδικη αγωγή της τελευταίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το μέρος που αφορά την παραμόρφωση του περιεχομένου της ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, είναι απαράδεκτος, διότι η ως άνω έκθεση, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο κατά την παραπάνω έννοια. Καθ’ όσον αφορά τα λοιπά έγγραφα, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο τα συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του.

Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό, ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα επικαλείται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11, περ. γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 798/2010). Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι ουδόλως καθίσταται βέβαιο, πως το Εφετείο Θεσσαλονίκης, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από την ίδια έγγραφα και συγκεκριμένα α) την υπ’ αριθμ. Πρωτ. .../1998 απάντηση του Τμήματος φυτοπροστασίας της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης Ν.Α. Καρδίτσας β) το υπ’ αριθμ. ...-10-1998 έγγραφο του Ινστιτούτου Προστασίας φυτών της Πάτρας το οποίο ανήκει στο Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε), γ) την από 4-6-1998 ανάλυση του "Εργαστηρίου ... ...", δ) την από 4-6-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Επίκουρου Καθηγητή της Σχολής Φυτικής Παραγωγής του Τ.Ε.Ι Λάρισας Ι. Β., ε) τη διπλωματική διατριβή του Χ. Γ. στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία είναι ανηρτημένη στο διαδίκτυο και στ) τα επιστημονικά πορίσματα της που διεξήχθη στο Ηράκλειο Κρήτης την 29-30 Νοεμβρίου 1989 "Γονιμότητα εδάφους - θρέψη φυτών", που εμπεριέχονται στα πρακτικά της διημερίδας. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, με ρητή αναφορά όλων των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά των άνω υπό στοιχ. α - δ εγγράφων, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων στην πωληθείσα ποσότητα Τύρφης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, με τα υπόλοιπα μέσα, τα προαναφερόμενα έγγραφα, που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγηση τους. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι όλων ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του ή την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει το ίδιο, επιτρεπομένης όμως στην τελευταία περίπτωση ανταπόδειξης, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή (ΑΠ 75/2008). Συνακόλουθα τούτων, ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1417/2009). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και ποια αποδόθηκε σ’ αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης, ενώ αν λείπει έστω και ένα από τα ως άνω στοιχεία, όπως όταν δεν αναφέρεται ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε το Εφετείο στο έγγραφο, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 700/2009, ΑΠ 1592/2008), και δ) ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 225/2009), χωρίς να αρκεί προς τούτο η επανάληψη του κειμένου του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι, αν και προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι τα προβλήματα στα επίμαχα φυτά της οφείλονταν στην τύρφη και όχι σε ασθένειες τούτων (φυτών της) προσκόμισε μετ’ επικλήσεως α) την υπ’ αριθμ. Πρωτ. .../1998 απάντηση του Τμήματος φυτοπροστασίας της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης Ν.Α Καρδίτσας και β) το υπ’ αριθμ. ...-10-1998 έγγραφο του Ινστιτούτου προστασίας ..., που ανήκει στο Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε), με το αναφερόμενο περιεχόμενο τα οποία είναι δημόσια έγγραφα, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ, έχοντας συνταχθεί από δημόσιες υπηρεσίες, το Εφετείο αφού έκρινε ότι τα ως άνω δημόσια έγγραφα δεν είναι αξιόπιστα, παρά το γεγονός ότι από αυτά δεν μπορεί να εξαχθεί άλλο συμπέρασμα πλην του ότι τα φυτά της καταστράφηκαν εξαιτίας της τύρφης, εφόσον δεν είχαν άλλες ασθένειες ούτε είχαν εφαρμοστεί σε αυτά φυτοφάρμακα ή λιπάσματα, δέχθηκε την κατάθεση του υπαλλήλου μάρτυρα της αντιδίκου και το έγγραφο της προμηθεύτριας γερμανικής εταιρείας ... αγνοώντας παντελώς την επιστημονική τεκμηρίωση που προέκυπτε από τα εν λόγω δημόσια έγγραφα και έτσι με το να προσδώσει αυξημένη αποδεικτική ισχύ σε μαρτυρία και ιδιωτικό έγγραφο (αμφιβόλου αξιοπιστίας αμφότερα), έναντι των προσκομισθέντων δημοσίων εγγράφων, παραβίασε το νόμο σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα δεν δέχθηκε την σύμφωνα με το άρθρο 438 ΚΠολΔ, προκύπτουσα από τα νομίμως προσκομισθέντα δημόσια έγγραφα πλήρη έναντι άλλων απόδειξη σχετικά με την αιτία που προκάλεσε την καταστροφή των φυτών της. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος, καθόσον σε αυτή δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω, αναγκαία για το ορισμένο τούτου στοιχεία (ΑΠ 225/2009). Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αβασίμως προβάλλεται, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκαν δεν προκύπτει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση.

Από τη διάταξη του άρθρου. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 451/2014 ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νομίμους ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αξιολογώντας αναλυτικά τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα αντιπαρέβαλε και ειδικά τα συνέκρινε ως προς την αποδεικτική τους δύναμη, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ο από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αντίθετος τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει πράγματι την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να διατάξει απόδειξη γι’ αυτά, μετά τη διαγραφή από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ (άρθρο 17 ν. 2915/2001) της διάταξης που προέβλεπε, ως αναιρετικό λόγο, την αντίστοιχη πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 925/2011).

Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους ως άνω (πρώτο έως πέμπτο) λόγους αναίρεσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι. Αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση της υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", για αναίρεση της 247/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ