421/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 421 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 421 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 421/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-11-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Βασιλόγιαννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1639/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2427/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 30-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πέμπτου λόγου αναίρεσης και την παραδοχή των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 26 του από 19/19-11-1932 ΠΔ "Περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 66/1973, "Ο εκμισθωτής ουδεμίας αποζημιώσεως δικαιούται παρά του Δημοσίου, εάν προ της λήξεως της μισθώσεως: α) Το Δημόσιο μεταφέρει την στεγαζόμενη υπηρεσία εις ακίνητο ιδιοκτησίας του... Εις απάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις το Δημόσιο δύναται να λύη μονομερώς την μίσθωσιν, ειδοποιούν εγγράφως τον εκμισθωτήν τριάκοντα τουλάχιστον ημέρας προ της εν τη σχετική ειδοποίηση καθοριζομένης ημερομηνίας λύσεως της μισθώσεως, αφ’ ής παύει και πάσα υποχρέωσις τούτου προς καταβολήν μισθώματος". Με το άρθρο αυτό, που προβλέπει την αζήμια καταγγελία της συμβάσεως, καθιερώνεται εξαίρεση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, επιτρεπομένη από το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 1 και 17), αφού έτσι εξυπηρετείται το γενικότερο δημόσιο συμφέρον της περιστολής των δημοσίων δαπανών για το κοινό όφελος και δεν επέρχεται δέσμευση της ατομικής περιουσίας. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως (ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός) κατά ρητή επιταγή της ειδικής αυτής διάταξης και τα αποτελέσματά της επέρχονται τριάντα (30) ημέρες μετά απ’ αυτή, οπότε παύει και η υποχρέωση του Δημοσίου για καταβολή του μισθώματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 21 του Ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α’ 15) "από 10-4-2004 αρμοδιότητες του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών οι οποίες ανήκαν ή είχαν μεταβιβασθεί στους Νομάρχες μέχρι την έναρξη λειτουργίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και αφορούν θέματα των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που εξαιρέθηκαν από την κατάργηση με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 39 του Ν. 2218/1994, περιέρχονται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, εκτός των θεμάτων των ΥΔΕ", κατά δε την διάταξη του άρθρου 39 παρ. 2 του Ν. 2218/1994 "οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού δημόσιες πολιτικές υπηρεσίες, που συγκροτούν τη Νομαρχία, καθώς και τα επαρχεία και οι διοικητικές τους υπηρεσίες, καταργούνται από την έναρξη της άσκησης των αρμοδιοτήτων από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, εκτός από: α) τις Υπηρεσίες Στατιστικής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, β) τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών...". Μεταξύ δε των αρμοδιοτήτων, που περιέρχονται δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων της παραγράφου 21 του άρθρου 46 του Ν. 3220/2004 στους Γενικούς Γραμματείς των Περιφερειών από 2-4-2004 είναι και η πρόωρη λύση μίσθωσης ακινήτου, που στεγάζει Δημόσια Υπηρεσία.
Εξάλλου, με τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 95 του Ν. 2362/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: 3. Η κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ολοκληρώνεται μόνο από της χρονολογίας της έγκυρης κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου στον κατά την παρ. 1 του παρόντος αρμόδιο υπουργό, η οποία όμως, για να είναι έγκυρη, πρέπει αναγκαίως αφ’ ενός να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο λοιπές κοινοποιήσεις και εφ’ ετέρου να συνοδεύεται από νόμιμα υπό αρμοδίου Δικαστικού Επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις λοιπές υπηρεσίες η χρηματικές διαχειρίσεις. 4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και επί αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως κατά του Δημοσίου. Η αναγγελία τοιαύτης εκχωρήσεως πρέπει, επί ποινή ακυρότητας αυτής, να καταχωρίζεται στο κάτω μέρος του νόμιμα συντεταγμένου πρωτοτύπου ή επικυρωμένου αντιγράφου του εκχωρητηρίου Εγγράφου. 5. Η μη τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου επάγεται την ακυρότητα της εις χείρας του Δημοσίου κατασχέσεως ή της προς αυτό αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως. Λαμβανομένων υπόψη υπό των δικαστηρίων και αυτεπάγγελτα. Επί άκυρης εις χείρας του κατάσχεσης, το Δημόσιο δεν υποχρεούται σε καμία δήλωση.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 εδ. α’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας παραβιάζεται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζον επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο - μισθωτή - νυν αναιρεσείον, έφεσης κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας ανώνυμης εταιρίας για καταβολή μισθωμάτων και αποζημιώσεως λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης και λόγω παράνομης αφαίρεσης του προκατασκευασμένου από αλουμίνιο φυλάκιου σκοπιάς, αξίας 2.478 ευρώ, ιδιοκτησίας της εκμισθώτριας, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής, κρίσιμα για την τύχη της κρινόμενης αναίρεσης: "...Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Αττικής με την 3780/11.10.2005 απόφασή του ενέκρινε την πρόωρη λύση της μίσθωσης, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, Π. Χ., στις 24.10.2005. Εν συνεχεία, το εναγόμενο, στις 23.11.2005, αποχώρησε από το μίσθιο, συνταγέντος του από 11-10-2005 πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, το οποίο δεν υπογράφεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, πλην όμως αυτός ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό με την από 30-11-2005 επιστολή που του επιδόθηκε την 1-12-2005 ως αποδεικνύεται από την .../1-12-2005 έκθεση επίδοσης του Δικ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ. Κ., ενώ τα κλειδιά του μίσθιου δεν παραλήφθηκαν από την εκμισθώτρια, ως αποδεικνύεται ιδίως από το από 7-9-2010 έγγραφο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη - Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας - Κλάδος Οικονομοτεχνικών και Πληροφορικής προς στο Νομικό Σύμβουλο του ίδιου Υπουργείου. Εξάλλου, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η άνω απόφαση του Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, που επιδόθηκε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εκμισθώτριας συνιστά καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης εκ μέρους του μισθωτή δεν καθορίζεται σ’ αυτή, ως απαιτεί η προαναφερθείσα διάταξη του π.δ. 19/19-11-1932 ο χρόνος λύσης της μίσθωσης. Επομένως, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και η ένδικη μίσθωση δεν λύθηκε, έτσι ώστε το εναγόμενο να οφείλει να καταβάλει το συμφωνηθέν μίσθωμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δυνάμει της…/15-10-2002 σύμβασης εκχώρησης, που καταρτίστηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της και της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, εκχώρησε την απαίτησή της για τα μισθώματα από την ένδικη σύμβαση στην ανωτέρω τράπεζα η οποία στη συνέχεια αντίγραφο της άνω σύμβασης επέδωσε, μεταξύ άλλων, την 23-10-2002 στις ΔΟΥ ΦΑΒΕ και ΦΑΕΕ Αθηνών και στις 22-10-2002 στην Δ/νση Οικονομικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης ως αποδεικνύεται από τις .../23-10-2002 και .../22-10-2002 εκθέσεις επίδοσης της Δικ. Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ.. Όμως, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι στην άνω σύμβαση που επιδόθηκε στους ανωτέρω υπάρχει αναγγελία της εκχώρησης, όπως αποδεικνύεται από τις άνω εκθέσεις επίδοσης, η επίδοση στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης δεν έγινε τελευταία ως απαιτείται σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, έτσι ώστε να μην είναι έγκυρη η εκχώρηση της άνω απαιτήσεως της ενάγουσας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Όπως δε αποδεικνύεται, από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο ισχυρισμός του εναγομένου εκ του άρθρου 281 ΑΚ δεν προβλήθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως με δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχώρηση στα πρακτικά του, επιπλέον δε απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την ένδικη έφεση, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση χρήσης τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 23-11-2005 έως 1-1-1010 που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.902.457,67 ευρώ (35128, 59 X 8/30 + 35128, 52 X 2 + 36603, 99 X 12 + 37958, 34 X 12 + 39818, 30 X 12 + 40933, 21 X 11). Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε τοποθετήσει έμπροσθεν της θύρας του μίσθιου μια σκοπιά από αλουμίνιο διατάσεων 2,00 χ 1,50 μ., με δύο πόρτες και δύο παράθυρα αξίας 2.478 ευρώ την οποία ως συνομολογεί το εναγόμενο την αφαίρεσε. Το εναγόμενο παραδεκτά προβάλλει το πρώτον την ένσταση παραγραφής για την αφαίρεση της σκοπιάς με την ένδικη έφεση, κατά τα προαναφερθέντα, όμως επειδή δεν χώρησε νόμιμη παραλαβή του μίσθιου από την ενάγουσα, αφού ως αποδείχθηκε ουδέποτε αυτή παρέλαβε τα κλειδιά του μίσθιου, ο χρόνος της εξάμηνης παραγραφής δεν άρχισε να τρέχει. Επομένως, το εναγόμενο οφείλει και την αξία της σκοπιάς. Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα το ποσό του 1.904.935,67 ευρώ με τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση...". Και από τις ως άνω παραδοχές, αφού έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση και συγκεκριμένα μόνον ως προς τον λόγο της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, στην συνέχεια, για το ενιαίο της κρίσεως, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλούμενη απόφαση και έκανε δεκτή κατ’ ουσία την κρινόμενη αγωγή μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.
Εν προκειμένω το αναιρεσείον Δημόσιο με τον πέμπτο κατ’ εκτίμηση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 95 παρ. 1, 3, 4 του Ν. 2362/1995 άλλως για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού αφού με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ενώ αν έκρινε ορθώς θα έπρεπε να την είχε απορρίψει για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως λόγω εκχώρησης του συνόλου των απαιτήσεών της από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης στην Ελληνική Τράπεζα. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο τμήμα είναι αβάσιμος, διότι από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναγγελία της 222/15-10-2002 σύμβασης εκχώρησης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ΑΕ και της Ελληνικής Τράπεζας και η πρώτη εκχώρησε στην δεύτερη την έναντι του αναιρεσείοντος οφειλέτη απαίτησή της για τα μισθώματα από την ένδικη μίσθωση δεν έγινε, επί ποινή ακυρότητας αυτής, χρονικά τελευταία στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξεως και δεν συνοδεύεται από νόμιμα υπό αρμοδίου δικαστικού Επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων της εν λόγω αναγγελίας με αποτέλεσμα να μην είναι έγκυρη η εκχώρηση της ως άνω απαιτήσεως με περαιτέρω συνέπεια, την μη απόκτηση της απαίτησης από την εκδοχέα Ελληνική Τράπεζα έναντι του Δημοσίου, λόγω άκυρης αναγγελίας αυτής. Αντίθετα ως προς το δεύτερο περί εσφαλμένης εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Περαιτέρω, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 του π.δ. 19/19-11-1932 "Περί στεγάσεως των Δημοσίων Υπηρεσιών" ως προς το ζήτημα της αζήμιας καταγγελίας από το Ελληνικό Δημόσιο - μισθωτή και ήδη αναιρεσείον, σε περίπτωση μεταστεγάσεως της υπηρεσίας σε ακίνητο ιδιοκτησίας του, η οποία (καταγγελία) γίνεται εγγράφως (ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός) κατά ρητή επιταγή της ειδικής αυτής διάταξης και τα αποτελέσματά της επέρχονται τριάντα (30) ημέρες μετά απ’ αυτή, οπότε παύει και η υποχρέωση του Δημοσίου για καταβολή μισθώματος, καθόσον το αναιρεσείον Δημόσιο κατήγγειλε την μίσθωση με την υπ’ αριθμ. 3780/11-10-2005 απόφαση περί πρόωρης λύσης της ένδικης μίσθωσης του αρμοδίου προς τούτο Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 21 του Ν. 3220/2004, 39 παρ. 2 του Ν. 2298/1994 και του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 3130/ 2003 μετά την από 5-10-2005 σχετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Στέγασης Δημοσίων Υπηρεσιών και ακολούθως η καταγγελία με επιμέλεια της Κτηματικής Υπηρεσίας επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια στις 24-10-2005. Η απόφαση αυτή του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής περί πρόωρης λύσης της ένδικης μίσθωσης, λόγω μετεγκαταστάσεως της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής και του Τμήματος Αλλοδαπών Αθηνών σε ιδιόκτητο ακίνητο Δημοσίου, που κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 24-10-2005 στην ενάγουσα εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη δια του αρμοδίου προς τούτο υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών αποτελεί έγκυρη και σαφή δήλωση καταγγελίας της ένδικης μίσθωσης, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν (30) τριάντα ημέρες μετά από αυτή και συγκεκριμένα στις 23-11-2005, οπότε και έπαυσε η υποχρέωση του Δημοσίου για καταβολή μισθώματος. Αναφορικά με την παραδοχή ότι η καταγγελία της ένδικης μίσθωσης είναι άκυρη, διότι δεν αναφέρεται η ημερομηνία λύσης της μισθώσεως στο σώμα της ανωτέρω κοινοποιηθείσας απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής στην αναιρεσίβλητη είναι εσφαλμένη, καθόσον η αναφορά της ημερομηνίας λύσης της μίσθωσης αφορά τις περιπτώσεις που το Δημόσιο επιδιώκει την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ημερών, γεγονός που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Επομένως ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 602 παρ. 1 ΑΚ οι αξιώσεις του εκμισθωτή για αποζημίωση εξαιτίας μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου το ανέλαβε.
Εν προκειμένω το Εφετείο με την κρίση του ότι: "...Το εναγόμενο παραδεκτά προβάλλει το πρώτον την ένσταση παραγραφής για την αφαίρεση της σκοπιάς με την ένδικη έφεση, κατά τα προαναφερθέντα, όμως επειδή δεν χώρησε νόμιμη παραλαβή του μίσθιου από την ενάγουσα, αφού ως αποδείχθηκε ουδέποτε αυτή παρέλαβε τα κλειδιά του μίσθιου, ο χρόνος της εξάμηνης παραγραφής δεν άρχισε να τρέχει...", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 24 του π.δ. 19/19-11-1932 και 602 παρ. 1 του ΑΚ. Τούτο διότι η απόδοση του μισθίου στην προκειμένη υπόθεση συντελέστηκε με την σύνταξη του από 23-11-2005 συνταχθέντος και υπογραφέντος από τα αρμόδια μέλη σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 24 του π.δ. 19/19-11-1932, ανεξαρτήτως από την μη παραλαβή των κλειδιών του μισθίου από την προσκληθείσα προς τούτο αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια εταιρία. Εξάλλου από την ημερομηνία της ως άνω απόδοσης του μισθίου στις 23-11-2005 άρχισε να τρέχει και η εξάμηνη παραγραφή της αγωγικής απαίτησης περί αποζημιώσεως 2.478 ευρώ λόγω παράνομης αφαίρεσης της προκατασκευασμένης από αλουμίνιο σκοπιάς, που είχε τοποθετηθεί έμπροσθεν του επίδικου μισθίου. Επομένως τα αντίθετα δεχθέν το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 του π.δ. 19/19-11-1932 και 602 παρ. 1 ΑΚ και ως εκ τούτου οι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω μετά την απόρριψη του πέμπτου λόγου αναίρεσης και την παραδοχή των πρώτου, τέταρτου και δεύτερου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει και τον τρίτο λόγο αναίρεσης πρέπει ν’ αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί στο σύνολό της την 2427/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ