Legislator Case Law & Legislation
421/2015 AI generated

421/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 421/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

421/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
price of land official valuation fair market value land consolidation valuation expropriation costs downzoning
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 421 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 421/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Μ., συζ. Γ. Β., το γένος Δ. Μ., για το με αυξ. αρ. 8 ακίνητο του Κ.Π., έως και 28) α. Γ. Ρ. του Α., β. Α. Ρ. του Α. και γ. Μ. χας Γ. Ρ., για το με αυξ. 127 ακίνητο του Κ.Π.

Β. 1. Δ. Τ. του Ε., για το με αυξ. αρ. 132 ακίνητο του κτημ. πίνακα, έως και 59. Κ. Κ. του Α., για το με αυξ. αρ. 142Α ακίνητο του κτημ. πίνακα, κατοίκων των ανωτέρω του Δήμου Κιάτου. Οι 21η υπό στοιχ. Α, 47ος, 50ος και 59ος υπό στοιχ. Β των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κάκο, ο 48ος υπό στοιχ. Β εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2001 και με αριθ. κατάθ. 766/19-11-2001 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 20-9-2001, 20-9-2001, 20-9-2001, 11-12-2001, 11-12-2001 και με αριθμ. κατάθ. 630/5-10-2001, 631/5-10-2001, 632/5-10-2001, 850/13-12-2001 και 851/13-12-2001 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 421/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν μεταξύ άλλων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 4-7-2003 αίτησή τους και τους από 1-12-2004 πρόσθετους λόγους αυτής. ένδικη διαφορά άρχισε με τις από με αριθμ. έκθ. κατάθ. 630/5-10-2001, 631/5-10-2001, 632/5-10-2001, 766/19-11-2001, 850/13-12-2001 και 851/13-12-2001 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 421/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν μεταξύ άλλων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι.

Εκδόθηκε η 669/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της μέρος και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 157/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 30-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τρίτου λόγου της από 1-11-2010 και με αριθμό κατάθεσης 57/2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 157/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, κατά την §4 του άρθρου 22 του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ), η οποία προστέθηκε με την §2 του άρθρου 131 του Ν. 4070/2012 και η οποία, σύμφωνα με την §10 του άρθρου 146 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, όπως είναι και η προσβαλλόμενη, η αίτηση αναίρεσης μπορεί να κοινοποιηθεί, μεταξύ άλλων, και στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε." υπ' αριθμ. 5479/12.6.2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου Δ.

Π. Λ. προκύπτει ότι: α) ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 1.11.2010 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 7.12.2012, κατά την οποία και ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, β) ακριβές αντίγραφο της από 5.7.2013 κλήσης με την οποία φέρεται προς συζήτηση η αναίρεση, με την επ' αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 10.1.2014, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 7.3.2014 και γ) η με αριθμό πρωτ. 96/10.3.2014 βεβαίωση της Γραμματέως του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου Ελένης Τσιουρή, από την οποία προκύπτει ότι η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από την δικάσιμο της 7.3.2014 για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19.9.2014), στην οποία και καλούνται οι αναιρεσίβλητοι να παραστούν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δικηγόρο Κορίνθου Αναστάσιο Σκλήρη, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τους αναιρεσίβλητους κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 157/2010 απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι, πλην των εξ αυτών α) Β. συζύγου Γ. Μ., η οποία μνημονεύεται στο υπό στοιχείο άλφα κεφαλαίο (Α) τμήμα της αναίρεσης με αύξοντα αριθμό 21 (ιδιοκτησία με ΑΚΠ 90), β) Β. Κ. του Ι. (ιδιοκτησία με ΑΚΠ 1147), γ) Γ. Τ. του Κ. (ιδιοκτησία με ΑΚΠ 1165), δ) Κ. Γ. του Α. (ιδιοκτησία με ΑΚΠ 1170) και ε) Κ. Κ.

του Α. (ιδιοκτησία με ΑΚΠ 142 Α'), οι οποίοι μνημονεύονται στο υπό στοιχείο γάμα κεφαλαίο (Γ) τμήμα της αναίρεσης με τους αύξοντες αριθμούς 47, 48, 50 και 59, αντίστοιχα, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (ήτοι πάντων των λοιπών αναιρεσιβλήτων πλην των προαναφερομένων), σύμφωνα με την προαναφεθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Σημειούται ότι οι προαναφερόμενοι υπό στοιχεία α' έως και ε' αναιρεσίβλητοι μνημονεύονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά ως ακολούθως και ειδικότερα η μεν πρώτη τούτων με τον αύξοντα αριθμό 21, στο υπό στοιχείο άλφα κεφαλαίο (Α) τμήμα αυτών, οι δε λοιποί (μνημονεύονται) στο υπό στοιχείο βήτα κεφαλαίο (Β) τμήμα τους με τους αύξοντες αριθμούς 47, 48, 50 και 59, αντίστοιχα.-

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά (ΑΠ 201/2009, ΑΠ 1386/2007, ΑΠ 194/2004, ΑΠ 137/2004, ΑΠ 66/2004).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά σειρά λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην υπ' αριθμ. 157/2010 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου η από το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με το κριθέν από την 669/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ζήτημα της διαπίστωσης, στην αναιρεθείσα 421/2002 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με την ύπαρξη των στοιχείων τα οποία καθορίζουν την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ).

Εφόσον, όμως, η ως άνω προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου αναιρέθηκε κατά παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. και με δεδομένο ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση του εννοιολογικού περιεχομένου του νομικού κανόνα που εφαρμόσθηκε, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς την αναιρετική και κατά συνέπεια ο ερευνώμενος πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.-

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται δε ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 669/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 13 § 1 εδάφ. γ' του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", προκύπτει ότι προκειμένης απαλλοτρίωσης για δημόσια ωφέλεια, για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του ακινήτου λαμβάνεται υπόψη ως κριτήριο και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου.

Ως πρόσοδος νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριουμένου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 669/2006).

Προκειμένου δε περί ακινήτου το οποίο κρίνεται ότι έχει έστω και ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση πρέπει να διασαφηνίζεται αν αυτό πληρούσε τους επιτρεπόμενους όρους δόμησης, κατά τον κανόνα ή κατά την παρέκκλιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ/τος 24/1985 (άρθρ. 1 §§ 1, 2 περ. α', β'), δηλαδή αν μεν αυτό δεν είχε πρόσωπο προς την οδό (διεθνή, εθνική, επαρχιακή, δημοτική και κοινοτική) ότι είχε ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ.

ή αν τούτο είχε πρόσωπο προς την οδό ότι πληρούσε τους όρους της κατά παρέκκλιση αρτιότητας, που διαφοροποιείται κατά το εμβαδόν, ανάλογα με το χρόνο δημιουργίας του γηπέδου και το ελάχιστο πρόσωπο και βάθος του, σύμφωνα και με τα ειδικότερον εκτιθέμενα παρακάτω, στην με αριθμό τέσσερα λατινικό (IV) σκέψη της παρούσας, περί της ιδιαίτερης αποζημίωσης των εκτός απαλλοτρίωσης απομενόντων τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών.-

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 8.11.2001 και με αριθμό κατάθεσης 766/19.11.2001 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε." και τις από 20.9.2001, 20.9.2001, 20.9.2001, 11.12.2001, 11.12.2001 και με αριθμούς κατάθεσης 630/5.10.2001, 631/5.10. 2001, 632/5.10.2001, 850/13.12.2001 και 851/13.12.2001 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου, ζητήθηκε ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα με κτηματολογικούς αριθμούς 4, 8, 9, 10, 12, 13, 31, 34, 37, 38, 381, 401, 42, 43, 44, 50, 58, 68, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 80, 81, 90, 94, 95, 106, 109, 110, 111, 114, 126, 127, 18Α, 27Α, 58Α, 83Α, 105Α, 113Α, 121Α, 123Α, 142Α, 132, 133, 134, 136, 142, 143, 144, 146, 147, 148, 168, 170, 171, 186, 190, 198, 204, 215, 244, 273Α, 292, 292Α, 294, 305, 405, 405Α, 494, 542, 548, 556, 558, 562, 564, 591, 592, 616, 622, 834, 845, 849, 858, 864, 925, 937, 938, 956, 977, 978, 980, 980Α, 983Α, 983, 985, 990, 991, 1076, 1081, 1084, 1106, 1107, 1108, 1118Α, 1144, 1145, 1147, 1165, 1167 και 1170, τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτών, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά δυνάμει της υπ' αριθμ. 1086784/9374/0010/14.10.2009 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 778 τ.

Δ'/29. 10.1999) για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της νέας σιδηροδρομικής γραμμής κανονικού πλάτους και υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου και Πατρών στο τμήμα Κόρινθος - Άγιος Βασίλειος. Επί των αιτήσεων αυτών, που ενώθηκαν και συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε από το προαναφερόμενο Εφετείο η υπ' αριθμ. 421/2002 απόφαση που τις έκανε δεκτές εν μέρει.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι την από 4.7.2003 αίτηση αναίρεσης και τους από 1.12.2004 πρόσθετους λόγους αυτής και ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθμ. 669/2006 απόφασή του, την αναίρεσε κατά το μέρος που αφορά τον προσδιορισμό οριστικής αποζημίωσης για τα προαναφερόμενα ακίνητα του κτηματολογικού πίνακα και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο.

Ειδικότερα δε, από την επισκόπηση του περιεχομένου της ως άνω υπ' αριθμ. 669/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι η πιο πάνω υπ' αριθμ. 421/2002 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου αναιρέθηκε κατά το προαναφερόμενο μέρος της για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο "...διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως προς την αξία των ακινήτων, διότι δεν εκτίθεται, αν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των πιο πάνω αναιρεσειόντων, βρίσκονται εντός ή εκτός ορίων ή ζώνης οικισμών, αν εφάπτονται στις οδούς του εθνικού ή επαρχιακού οδικού δικτύου, αν πριν από την απαλλοτρίωση είχαν δυνατότητα και με ποιους όρους, ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση και αν τα επί μέρους αγροτεμάχια ήταν πριν από την απαλλοτρίωση κανονικά ή κατά παρέκκλιση άρτια.

Έτσι κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν ορθά οι διατάξεις του Π.Δ. 24/1985 που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα" (σελ. 23 και 24 ως άνω υπ' αριθμ. 669/2006 απόφασης). Ήδη, από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ. 157/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου προκύπτει, ότι, το δικαστήριο εκείνο, προκειμένου να προσδιορίσει την οριστική τιμή μονάδας για την αξία του εδάφους των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων κτισμάτων στάθμισε "...

την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της αιτούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, κατά τη συζήτηση των αιτήσεων για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, τις φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, τις ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (τεχνικές εκθέσεις) τεχνικών συμβούλων των διαδίκων και όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα ..." και δέχθηκε (σελ. 22 επ.

της απόφασης) ότι η περιοχή των απαλλοτριουμένων ακινήτων εκτείνεται σε απόσταση είκοσι ενός (21) χιλιομέτρων από την Κόρινθο έως το Κιάτο, ότι αυτή έχει κατά το μεγαλύτερο μέρος της γεωργική μορφή με κύρια καλλιέργεια τα εσπεριδοειδή, τις ελιές και τα αμπέλια, ότι εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, ότι υπάρχουν σ' αυτή αρκετά αγροτόσπιτα, αγροτικές αποθήκες και εξοχικές κατοικίες και ότι "ορισμένα από τα απαλλοτριούμενα ευρίσκονται εντός οικισμού, άλλα εντός ζώνης και έχουν την δυνατότητα ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμησή τους, ως έχοντα πρόσωπο σε δημόσια οδό".

Περαιτέρω, αφού έλαβε υπόψη α) τον οικονομικό προορισμό των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, β) τις οικονομικές συνθήκες κατά την ημέρα συζήτησης των αιτήσεων λόγω της παρόδου έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό (άρθρ. 13 § 1 εδάφ. β' Ν. 2882/2001, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 § 4 του Ν. 2985/2002), γ) ποία εκ των ακινήτων είναι οικοδομήσιμα και ποία όχι και δ) ποία εξ αυτών εφάπτονται επαρχιακής οδού, ποία οδού οικισμού και ποία έχουν πρόσωπο επί εθνικής οδού, κατέληξε στον ορισμό των επιμέρους τιμών που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτή.

Ειδικότερα δε το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων, δέχθηκε τα ακόλουθα:

"Εδαφικές εκτάσεις, Ι.- Δημοτικό Διαμέρισμα Αρχαίας Κορίνθου, εκ των οποίων τα περισσότερα των ακινήτων και όσα εξ αυτών είναι μη οικοδομήσιμα, έχουν πρόσωπο στη νέα εθνική οδό Αθηνών - Κορίνθου, στον κόμβο Αρχαίας Κορίνθου - Αερογέφυρα, στην επαρχιακή οδό Αρχαίας Κορίνθου - Λεχαιού και στην επαρχιακή οδό Αρχαίας Κορίνθου - Ζευγολατιού - Κρηνών, Α) Για τα ευρισκόμενα εντός ζώνης οικισμού και οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 4, 8, 10, 12, 13, 31, 34, 37, 38, 38.1, 40.1, 42, 43, 44 στο ποσό των 38 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Β) για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εκτός ζώνης οικισμού οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 50, 58, 68, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 81, 90, 94, 95, 106, 109, 110, 111, 114, 132, 133, 134, 136, 142, 143, 144 στο ποσό των 33 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Γ) Για τα ευρισκόμενα εντός ζώνης οικισμού αλλά μη οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 9, 10 σε 21 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Δ) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού και εκτός ζώνης μη οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 80, 126, 127, 146 σε 19 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

ΙΙ.- Δημοτικό Διαμέρισμα Άσσου - Λεχαιού Α) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού και εκτός ζώνης οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 171, 198, 204, 215, 244, 292, 294 σε 28 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Β) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού και εκτός ζώνης μη οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 147, 148, 168, 170, 186, 190, 273Α, 292Α σε 17 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.-

ΙΙΙ.- Δημοτικό Διαμέρισμα Ζευγολατιού - Δήμου Βόχας Α) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού εντός ζώνης άρτια και οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 305, 405 σε 30 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Β) Για το ευρισκόμενο εκτός οικισμού εκτός ζώνης οικοδομήσιμο, ήτοι το με κτηματολογικό 494 σε 28 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Γ) Για το ευρισκόμενο εκτός οικισμού, εντός ζώνης μη οικοδομήσιμο, ήτοι το με κτηματολογικό αριθμό 405Α σε 18 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

IV.- Δημοτικό Διαμέρισμα Πουλίτσας Δήμου Βέλου Α) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εκτός ζώνης, οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 542, 548 σε 28 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Β) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εκτός ζώνης, μη οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 556, 558, 562, 564, 591, 592, 616, 622 σε 22 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

V.- Δημοτικό Διαμέρισμα Βέλου Δήμου Βέλου Α) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εντός ζώνης, οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 834, 845, 849 σε 30 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Β) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εκτός ζώνης, μη οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 858, 864 σε 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

VI.- Δημοτικό Διαμέρισμα Ανατολικής Τραγάνας Δήμου Σικυώνος Α) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εντός ζώνης, οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 925, 980, 983, 985, 990, 991 σε 55 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Β) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εντός ζώνης, μη οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 977, 983Α σε 22 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Γ) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εκτός ζώνης, μη οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 937, 938, 956, 978, 980Α σε 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

VII.- Δημοτικό Διαμέρισμα Δυτικής Τραγάνας και Κιάτου Δήμου Σικυώνος Α) Για τα με κτηματολογικό αριθμό 1106, 1107, 1108 τα οποία εφάπτονται με την επαρχιακή οδό Κιάτου - Βασιλικού και το 1147, το οποίο εφάπτεται με την οδό Πετμεζά σε 60 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Β) Για τα με κτηματολογικό αριθμό 1144, 1145 τα οποία έχουν πρόσωπο στην οδό Πετμεζά σε 140 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Γ) Για το ευρισκόμενο εκτός οικισμού, εντός ζώνης, οικοδομήσιμο, ήτοι το με κτηματολογικό αριθμό 1118Α σε 55 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Δ) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εντός ζώνης, μη οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 1081, 1084, σε 25 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Ε) Για το ευρισκόμενο εκτός οικισμού, εκτός ζώνης, μη οικοδομήσιμο, ήτοι το με κτηματολογικό αριθμό 1076 σε 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

VIII.- Δημοτικό Διαμέρισμα Πασσίου Δήμου Σικυώνος Α) Για τα ευρισκόμενα εντός οικισμού άρτια και οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 58Α, 83Α, 105Α, 113Α σε 100 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Β) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εντός ζώνης, οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 1165, 1167, 1170, 142Α σε 55 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, Γ) Για τα ευρισκόμενα εκτός οικισμού, εντός ζώνης, μη οικοδομήσιμα, ήτοι τα με κτηματολογικό αριθμό 27Α, 18Α, 121Α, 123Α σε 25 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και λαμβανομένου υπόψη ότι από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει με σαφήνεια ότι αποφασιστικό κριτήριο της διαφοροποίησης της ορισθείσης αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων αποτέλεσε το εάν έκαστο τούτων ήταν οικοδομήσιμο ή όχι, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ακίνητα τα οποία κρίθηκαν ως οικοδομήσιμα, ανεπαρκείς αιτιολογίες συνιστάμενες στο ότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν αν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, τα οποία κρίθηκε ότι είχαν ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση, είχαν πριν την απαλλοτρίωση δυνατότητα και με ποίους όρους να ανοικοδομηθούν και αν τα εν λόγω ακίνητα ήσαν πριν την απαλλοτρίωση κανονικά ή κατά παρέκκλιση άρτια.

Δεν μνημονεύεται δε ουδέ καν η έκταση ενός εκάστου τούτων ώστε να δύναται να κριθεί, έστω και εμμέσως, αν λόγω της έκτασής του ήταν αυτό άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά τον κανόνα ή την παρέκκλιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 §§ 1, 2 περ. α', β' ΠΔ/τος 24/1985 που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλης ακίνητα, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για ακίνητα εντός και εκτός σχεδίου πόλης αλλά μόνο για ακίνητα τα οποία "...

έχουν τη δυνατότητα ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμησή τους ...", ήτοι για αγροτεμάχια (σελ. 23 προσβαλλόμενης απόφασης). Έτσι, κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του προαναφερομένου ΠΔ/τος, καθόσον αφορά τα κριθέντα ως δυνάμενα να οικοδομηθούν ακίνητα.

Όσον αφορά όμως τα λοιπά ακίνητα, ήτοι τα φερόμενα ως μη οικοδομήσιμα, διέλαβε συνοπτικές μεν πλην όμως πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του καθορισμού της αξίας τους. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος κατά σειρά λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 13 § 1 εδάφ.

γ' και του άρθρου 1 §§ 1, 2 περ. α', β' του ΠΔ/τος 24/1985, είναι βάσιμος, καθόσον αφορά τα ακίνητα τα οποία κρίθηκαν ότι έχουν ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμησή τους και δύνανται να ανοικοδομηθούν, ως προς τα οποία και πρέπει να γίνει δεκτός, και αβάσιμος καθόσον αφορά τα λοιπά ακίνητα, ως προς τα οποία και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην παρακάτω με αριθμό πέντε λατινικό (V) σκέψη της παρούσας.-

IV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", όπως η §4 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την §2 του άρθρου 128 του Ν. 4070/2012, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 § 2 περ. γ' του Π.Δ/τος της 24.5.1985 (ΦΕΚ 270/τ. Δ'/31-5-85) ορίζεται ότι: "Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β.".

Περαιτέρω κατά τις περιπτώσεις αυτές (α, β) θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 12-11-1962 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 750 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 10 μ. και ελάχιστο βάθος 15 μ.. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 1200 μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ., και ελάχιστο βάθος 35 μ.

Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα όσα γήπεδα είχαν δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2000 μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ. και ελάχιστο βάθος 40 μ. Με βάση τις διακρίσεις αυτές :

1.- Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ., δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου.

2.- Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ., πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος της δημιουργίας του αρχικού γηπέδου ώστε:

α) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 24-10-1962, θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ. εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης.

β) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1200 τ.μ. με τους λοιπούς άνω όρους δόμησης.

γ) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης.

Κριτήριο συνεπώς για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και για την εξ αυτής κρίση περί της απομείωσης της αξίας αυτού, αποτελεί προεχόντως ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (ΑΠ 1619/2010).- Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω ως προς τις ιδιοκτησίες με κτηματολογικό αριθμό 12, 13, 381, 44, 58, 68, 69, 94, 95, 111, 106, 109, 110 πρέπει να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα των ακινήτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση ως ακολούθως, α) για τα εναπομείναντα τμήματα ακινήτων εμβαδού από 1 τμ έως 500 τμ, σε ποσοστό 40% της αξίας εκάστου τμ, β) για τα εναπομείναντα τμήματα ακινήτων εμβαδού από 500 τμ έως 750 τμ, σε ποσοστό 30% της αξίας εκάστου τμ, γ) για τα εναπομείναντα τμήματα ακινήτων εμβαδού από 750 έως 1.000 τμ, σε ποσοστό 20% της αξίας εκάστου τμ, δ) για τα εναπομείναντα τμήματα ακινήτων εμβαδού από 1.000 έως 2.000 τμ, σε ποσοστό 10% της αξίας εκάστου τμ, όπως καθορίσθηκε η αξία εκάστου τμ".

Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος το αίτημα των αναιρεσιβλήτων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών τους, την οποία και προσδιόρισε στα προαναφερόμενα ποσοστά. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, για έλλειψη πλήρους και σαφούς αιτιολογίας, περί του ανωτέρω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε ανέφικτο τον ακυρωτικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα δεν αποσαφηνίζει ποία ήταν η έκταση εκάστης των ως άνω ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων πριν την απαλλοτρίωση, ποία έκταση απαλλοτριώθηκε, ποία ήταν η κατά προορισμό χρήση κάθε μιας από αυτές πριν την απαλλοτρίωση και αν με την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος αυτής εξέλιπε, και για ποίο λόγο, η τοιαύτη κατά προορισμό χρήση της.

Επομένως, ο τρίτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ήτοι του άρθρ. 13 § 4 Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ και 1 § 2 περ. γ' ΠΔ/τος 24/1985) πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η απόφαση και κατά τούτο.- V.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει:

Α.- Να γίνει δεκτή η αναίρεση και ειδικότερα α) ως προς τις με ΑΚΠ 4, 8, 10, 12, 13, 31, 34, 37, 38, 38.1, 40.1, 42, 43, 44, 50, 58, 68, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 81, 90, 94, 95, 106, 109, 110, 111, 114, 132, 133, 134, 136, 142, 143, 144, 171, 198, 204, 215, 244, 292, 294, 304, 405, 494, 542, 548, 834, 845, 849, 925, 980, 983, 985, 990, 991, 1118Α, 58Α, 83Α, 105Α, 113Α, 1165, 1167, 1170 και 142Α ιδιοκτησίες, αναφορικά με τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για την απαλλοτρίωση αυτών και β) ως προς τις με ΑΚΠ 12, 13, 38.1, 44, 58, 68, 69, 94, 95, 111, 106, 109, 110 ιδιοκτησίες, αναφορικά με τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εκτός απαλλοτρίωσης απομενόντων τμημάτων αυτών.- Β.- Να απορριφθεί αυτή ως προς τις με ΑΚΠ 9, 80, 126, 127, 146, 147, 148, 168, 170, 186, 190, 273Α, 292Α, 405Α, 556, 558, 562, 564, 591, 592, 616, 622, 858, 864, 977, 983Α, 937, 938, 956, 978, 980Α, 1106, 1107, 1108, 1147, 1144, 1145, 1081, 1084, 1076, 27Α, 18Α, 121Α και 123Α ιδιοκτησίες, αναφορικά με τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για την απαλλοτρίωση αυτών, όπως εκάστη απάντων των προαναφερομένων ιδιοκτησιών (υπό στοιχεία δηλαδή άλφα και βήτα κεφαλαία), ήτοι τόσον εκείνων ως προς τις οποίες γίνεται δεκτή η αναίρεση όσο και εκείνων ως προς τις οποίες απορρίπτεται, φέρεται ότι ανήκει σε ένα έκαστο των αναιρεσιβλήτων, παραπλεύρως του ονόματος του οποίου αναγράφεται αυτή και ως προς έκαστο των οποίων, αντίστοιχα, γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται η αναίρεση.- Γ.- Δεδομένου ότι η προηγουμένως εκδοθείσα επί της ένδικης διαφοράς υπ' αριθμ. 421/2002 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 669/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατ' αποδοχή της από 4.7.2003 αίτησης αναίρεσης και των από 1.12.2004 πρόσθετων λόγων αυτής των ήδη αναιρεσιβλήτων και ότι ήδη αναιρείται και η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση στο Τμήμα αυτό και να εξετασθούν εκ νέου οι προαναφερόμενες στην υπ' αριθμ.

τρία λατινικό (ΙΙΙ) σκέψη της παρούσας από 20.9.2001, 20.9.2001, 20.9.2001, 11.12.2001, 11.12.2001 και με αριθμούς κατάθεσης 630/5.10.2001, 631/5.10.2001, 632/5.10.2001, 850/13.12.2001 και 851/13.12.2001 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως και η από 8.11.2001 και με αριθμό κατάθεσης 766/19.11.2001 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, κατά τα προαναφερόμενα αιτήματά τους περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εκτός απαλλοτρίωσης απομενόντων τμημάτων αυτών, αναφορικά με τις ιδιοκτησίες ως προς τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, ότι πρέπει να αναιρεθεί (άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η §3 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 § 4 του Ν. 4055/2012, που, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, άρχισε να ισχύει από 2.4.2012).- Δ.- Οι ηττώμενοι εκ των αναιρεσιβλήτων πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσείουσας (άρθρ. 106, 176, 180 § 1, 183 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία προσδιορίζονται συνολικά στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ενώ όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση δεν επιβάλλεται δικαστική δαπάνη εις βάρος της ηττώμενης αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας αυτών και της μη υποβολής του απαιτουμένου σχετικού προς τούτο αιτήματος, πλην του εξ αυτών παρισταμένου, χωρίς να έχει καταθέσει προτάσεις, Β.

Κ. (ΑΚΠ 1147) στου οποίου την πληρωμή των δικαστικών εξόδων πρέπει να καταδικασθεί αυτή, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.- Ε.- Με την από 8.11.2001 και με αριθμό κατάθεσης 766/2001 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε." και τις από 20.9.2001, 20.9.2001, 20.9.2001, 11.12.2001 και 11.12.2001 και με αριθμούς κατάθεσης 630/2001, 631/2001, 632/2001, 850/2001 και 851/2001 αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες ερευνώνται ήδη κατά τα παρακάτω μνημονευόμενα αιτήματα, ως προς τα οποία είχαν ερευνηθεί και με την προσβληθείσα υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 157/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, και αναφορικά προς τις ιδιοκτησίες ως προς τις οποίες κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί αυτή, η υπόχρεη στην καταβολή της δαπάνης της παρακάτω μνημονευόμενης απαλλοτρίωσης ως άνω ανώνυμη εταιρία και οι φερόμενοι ως εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης των προαναφερομένων ιδιοκτησιών, εκθέτοντες ότι με την υπ' αριθμ. 1086784/9374/0010/14.10.1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 778 τ.

Δ'/29.10.1999), απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και τα αναφερόμενα σ' αυτές (αιτήσεις) ακίνητα, ζητούν α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και β) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των προαναφερομένων απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους.

Αυτό το περιεχόμενο και αίτημα έχουσες οι ένδικες αιτήσεις είναι νόμιμες ως προς αμφότερα τα ως άνω αιτήματά τους, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 17 § 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 §§ 1, 4 του Ν. 2882/2001.

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, η οποία καθορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 18 έως και 20 του προαναφερόμενου Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων".-

VI.- Κατά το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 18 § 1 εδάφ. β' του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) εφαρμόζεται και στην προκειμένη ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, και με το οποίο θεσπίζεται απόκλιση από το καθιερούμενο με το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. σύστημα της συζήτησης, το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Συνεπώς, εφόσον, όπως διαπιστώνεται από την έρευνα του οικείου φακέλου, δεν προσάγονται τα κρίσιμα για την ασφαλή διάγνωση της υπόθεσης έγγραφα, τα οποία μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία φέρονται ότι προσκομίσθηκαν από αμφότερα τα διάδικα μέρη, από την εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων θα οδηγηθεί το Δικαστήριο τούτο στη δημιουργία ή μη δικανικής πεποίθησης περί της βασιμότητας ή όχι των προαναφερομένων δύο αιτημάτων των αιτούντων, αναφορικά με τις ιδιοκτησίες εκείνες ως προς τις οποίες και κρίθηκε ως αναιρετέα η προσβληθείσα ως άνω απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, πρέπει να διαταχθεί, προς συμπλήρωση του εντεύθεν εμφανιζόμενου κενού, η επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτησης της προκειμένης υπόθεσης, που θα ορισθεί αρμοδίως, με επιμέλεια του επιμελεστέρου των διαδίκων, προκειμένου να προσκομισθούν κατ' αυτήν τα προαναφερόμενα έγγραφα.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα εις το σκεπτικό ειδικότερον εκτιθέμενα, την εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων υπ' αριθμ. 157/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Κρατεί την υπόθεση.

Δικάζει επί των αναφερομένων στο σκεπτικό της παρούσας αιτήσεων αναφορικά με τις ιδιοκτησίες και τα αφορώντα αυτές αιτήματα, ως προς οποίες η προαναφερόμενη απόφαση κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί και των οποίων εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωσή τους φέρονται οι αιτούντες και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους που προβάλλουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, οι οποίοι σημειώνονται παραπλεύρως εκάστης των ιδιοκτησιών αυτών. Αναβάλλει να αποφασίσει οριστικά επί της ουσίας.

Διατάσσει την εις το ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, κατά τα εις το σκεπτικό ειδικότερον εκτιθέμενα, προκειμένου να προσκομισθούν τα εις αυτό αναφερόμενα έγγραφα, οπότε και θα επακολουθήσει η περαιτέρω συζήτηση αυτής. Και

Καταδικάζει τους ηττώμενους εκ των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης, τα οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και (καταδικάζει) την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου εκ των αναιρεσιβλήτων Β. Κ. (ΑΚΠ 1147), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ