421/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated421/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως οι αναιρεσείουσες δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
Full text
Απόφαση 421 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 421/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1Ε. Γ., συζ. Σ., και 2. Λ. Γ., συζύγου Χ. Μ., κατοίκων …, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8978/1998 μη οριστική, 5376/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3277/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25-10-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 17-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από την …/ 12-10-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 25-10-2010 αίτησης για αναίρεση της 3277/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τις αναιρεσείουσες, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών Δημήτριο Αλμπανίδη, ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος.
Όμως οι αναιρεσείουσες δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ίδιου Κώδικα). 2.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3277/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16-7-2008 έφεση των ήδη αναιρεσειουσών κατά της 5376/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 19-3-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης για διάρρηξη της επίδικης σύμβασης γονικής παροχής.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 3.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 ΑΚ, σε συνδυασμό προς αυτές του άρθρου 943 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με αυτές χορηγείται ένδικο βοήθημα στους δανειστές προς διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για ικανοποίηση των κατ' αυτού απαιτήσεών τους.
Η αγωγή για διάρρηξη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, μπορεί να ασκηθεί κατά των προσώπων που έχουν συναλλαγεί καταδολιευτικά, δηλαδή κατά του οφειλέτη και του τρίτου, κυρίως όμως αρμόζει κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 943 εδάφ.
α' ΑΚ να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν από την απαλλοτρίωση. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η διάρρηξη συνεπάγεται τη δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου να αναμεταβιβάσει, είτε εκουσίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης με βάση τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, οπότε και θα μπορεί να επισπεύσει ο δανειστής αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο αυτό.
Όμως, με το Ν. 2298/1995 (που ισχύει από 4.4.1995), στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν εισαχθεί νέες διατάξεις που αφορούν αμέσως τα αποτελέσματα της διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα: α) κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου αυτού, "τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ' ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ.
του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του" και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 992 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 19 του πιο πάνω Ν.2298/1995, "ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από το οφειλέτη σε τρίτο, κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ.
του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης". Με βάση τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 του ίδιου Ν.2298/1995, η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δε δημιουργεί πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, όπως γινόταν δεκτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 943 ΑΚ, αλλά μπορεί ο δανειστής που πέτυχε τη διάρρηξη, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη σαν να μη είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε.
Επομένως, με τις πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου για την επίλυση σύγκρουσης δικαιωμάτων, που απλώς βρίσκονται στον ΚΠολΔ, επανακαθορίζεται η έννοια του άρθρου 943 ΑΚ και η διάταξη αυτή προσλαμβάνει το ακόλουθο νόημα: η "αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν" συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη.
Έτσι, το αντικείμενο της αγωγής του δανειστή χρηματικής απαίτησης για διάρρηξη, είναι πλέον μόνο η απαγγελία της διάρρηξης της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται πλέον να σωρεύσει αυτός και αίτημα αναμεταβίβασης του πράγματος που απαλλοτριώθηκε, από τον τρίτο στον οφειλέτη, διότι με βάση την ανωτέρω ρύθμιση ο δανειστής μπορεί να κατάσχει το πράγμα απ' ευθείας στην περιουσία του οφειλέτη (ΑΠ 552/2011).
Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες αναμορφώθηκε και το ουσιαστικό δίκαιο για τη ρύθμιση των υποθέσεων που αναφέρονται σε καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις, σε συνδυασμό με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 του ν. 2298/1995, που ορίζει ότι: "Οι διατάξεις που τροποποιούνται με το παρόν άρθρο εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού ως προς το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας.
Το κύρος όμως και οι έννομες συνέπειες των πράξεων της διαδικασίας που έχουν ήδη γίνει δεν θίγονται...", συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 943 ΑΚ με την προσλαμβάνουσα από τη ρύθμιση του ν. 2298/1995 έννοια, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η "αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν" συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει γίνει ακόμη η έναρξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ανεξάρτητα αϊτό το χρόνο -άσκησης της αγωγής και από το χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε το ασκούμενο με την τελευταία δικαίωμα του δανειστή-ενάγοντος (να ζητήσει τη διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης), δεδομένου ότι με τη νέα ρύθμιση δεν μεταβάλλονται δυσμενέστερα ή ευμενεστέρα, (τόσο για τον ενάγοντα -δανειστή, όσο και για τον εναγόμενο), οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος που θεμελιώνεται στα άρθρα 939, 941 και 942 ΑΚ, ούτε οι διάδικοι αιφνιδιάζονται από αυτή (νέα ρύθμιση), αφού οι υφιστάμενες προϋποθέσεις για τη διάρρηξη με την παλαιότερη ρύθμιση εξακολουθούν να παραμένουν ίδιες και με τη νέα ρύθμιση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι "η ρύθμιση που έγινε με το ως άνω ν. 2298/1995 εφαρμόζεται και στην εξεταζόμενη υπόθεση, επί της οποίας, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει, έστω και αν η από 19-3-1991 ένδικη αγωγή ασκήθηκε ή το ασκούμενο με αυτή δικαίωμα γεννήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του νομού αυτού και ότι, κατά συνέπεια, καλώς απερρίφθη με την εκκαλούμενη 5376/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως μη νόμιμο το αίτημα (της αγωγής) περί της υποχρέωσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών να αναμεταβιβάσουν το αντικείμενο της φερόμενης ως καταδολιευτικής γονικής παροχής, η οποία και ανακάλεσε (νομίμως) κατά το σημείο αυτό την προηγηθείσα 8978/1998 προδικαστική απόφασή του, που το είχε δεχθεί ως νόμιμο".
Με βάση τις σκέψεις αυτές απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα.
4.- Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο ή περισσοτέρων επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε με την αναιρεσιβαλλόμενη τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών με την ανωτέρω αιτιολογία, ενώ διατύπωσε και τις ακόλουθες επικουρικές αιτιολογίες: Ο ως άνω (πρώτος) λόγος έφεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος, α) ως αλυσιτελής, διότι οι προϋποθέσεις για την απαγγελία της διάρρηξης της φερόμενης ως καταδολιευτικής γονικής παροχής είναι ίδιες, δηλαδή για τη διάρρηξη είναι αναγκαία η συνδρομή των ίδιων προϋποθέσεων είτε "η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση" απαιτεί αναμεταβίβαση του αντικειμένου της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης είτε όχι και β) λόγω έλλειψης του απαιτούμενου για το παραδεκτό του εννόμου συμφέροντος των εκκαλουσών- αναιρεσειουσών, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής τη συνδεόμενη με το αίτημα αυτής περί της υποχρέωσης των εναγομένων-εκκαλουσών να αναμεταβιβάσουν το περιελθόν σ' αυτές με τη φερόμενη ως καταδολιευτική γονική παροχή ακίνητο και, συνεπώς, ως προς την ανωτέρω βάση της αγωγής, αυτές θεωρούνται ότι έχουν νικήσει.
Οι περιεχόμενοι στον ανωτέρω λόγο έφεσης ισχυρισμοί των εκκαλουσών περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας - εφεσίβλητης να συνεχίσει τη δίκη κατ' αυτών για τη διάρρηξη της φερόμενης ως καταδολιευτικής γονικής παροχής και περί παραγραφής εν επιδικία της αξίωσης της τελευταίας (ενάγουσας-εκκαλούσας) για αναμεταβίβαση του αποτελούντος το αντικείμενο της καταδολίευσης πράγματος, που συνδέονται με τη μη υφιστάμενη, λόγω της προαναφερόμενης αποδοχής της άποψης ότι εφαρμόζεται και στην παρούσα υπόθεση η νέα ρύθμιση, ανάγκη αναμεταβίβασης του αποτελούντος το αντικείμενο της καταδολίευσης πράγματος, πρέπει να απορριφθούν ως στηριζόμενοι σε μη υφιστάμενη προϋπόθεση.
Οι αναιρεσείουσες με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτο λόγους, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι παρά νόμο απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσής τους με τις πιο πάνω (επικουρικές) αιτιολογίες. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι πλήττουν επικουρικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ η κύρια αιτιολογία της (περί απόρριψης του πρώτου λόγου έφεσης), που στηρίζει το διατακτικό δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.
5.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 553 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν η απόφαση του πρωτοδικείου προσβλήθηκε με έφεση και έγινε αυτή τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, εφόσον αυτό υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, γιατί, αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν, ενσωματώθηκε στην εφετειακή.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή, λόγοι αναίρεσης που πλήττουν παραδοχές της απόφασης του πρωτοδικείου είναι απαράδεκτοι. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται το σφάλμα της παρά το νόμο ανάκλησης οριστικής απόφασης. Ο λόγος αυτός, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αίτησης, αναφέρεται σε σφάλμα της 5376/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανακάλεσε την προηγηθείσα 8978/1998 προδικαστική του απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτό ως νόμιμο το αίτημα της ένδικης αγωγής περί της υποχρέωσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών να αναμεταβιβάσουν το αντικείμενο της φερόμενης ως καταδολιευτικής γονικής παροχής και κατά συνέπεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Σημειώνεται ότι το διατυπούμενο με την έφεση των αναιρεσειουσών παράπονό τους για την πιο πάνω μη νόμιμη (κατ' αυτές) ανάκληση αντιμετωπίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, ορθώς με την προσβαλλόμενη απόφαση. 6.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης ή και προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της ακρόασης και της υπεράσπισης (ΟλΑΠ 12/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 19-3-1991 ένδικη αγωγή της, αφού ισχυρίσθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, η οποία δεν ήταν διάδικος στη δευτεροβάθμια δίκη, κατά της οποίας, κατά το χρόνο άσκησής της, διατηρούσε χρηματική απαίτηση ύψους 1.108.481.900 δραχμών, τελώντας εν γνώσει της ανωτέρω υποχρέωσής της και προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής (ενάγουσας), δεδομένου ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία της, κατά τον ως άνω χρόνο, (άσκησης της αγωγής), δεν επαρκούσε για την ικανοποίησή της, στις 17-4-1986 μεταβίβασε, με το αναφερόμενο σ'αυτή (αγωγή) συμβολαιογραφικό έγγραφο, στις δύο θυγατέρες της, ήτοι στις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, και ήδη αναιρεσείουσες λόγω γονικής παροχής, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, το αναφερόμενο στην αγωγή ακίνητο (οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα), αξίας, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, 8,000.000 δραχμών, κατά τον τίτλο κτήσης αυτού, ζήτησε κυρίως να απαγγελθεί η διάρρηξη της ανωτέρω μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας και να υποχρεωθούν οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες να αναμεταβιβάσουν το προαναφερόμενο ακίνητο στην πρώτη εναγομένη και επικουρικώς να καταδικασθούν οι δύο τελευταίες εναγόμενες σε δήλωση βούλησης κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ για την αναμεταβίβαση του άνω ακινήτου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ' αρχήν, ερήμην της ανωτέρω πρώτης εναγομένης και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η 8978/1998 εν μέρει προδικαστική και εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, που διέταξε η απόφαση αυτή, η 5376/2007 οριστική απόφασή του .
Με την πρώτη από τις προαναφερόμενες αποφάσεις: α) η αγωγή έγινε οριστικά εν μέρει δεκτή, λόγω του ισχύοντος τότε, τεκμηρίου ομολογίας, εκ της ερημοδικίας της πρώτης εναγομένης, ως προς την προαναφερόμενη εναγομένη, εφόσον κρίθηκε, προηγουμένως, ότι μεταξύ των ανωτέρω τριών εναγομένων υφίσταται απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία και απαγγέλθηκε ως προς αυτήν (πρώτη εναγομένη) η διάρρηξη της επικαλούμενης από την ενάγουσα ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, β) απορρίφθηκε οριστικά η αγωγή, ως προς το επικουρικό της αίτημα, περί καταδίκης των δύο τελευταίων εναγομένων σε δήλωση βούλησης για την αναμεταβίβαση του ακινήτου, που απέκτησαν αυτές λόγω γονικής παροχής, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας, που παρέλειψε να καταβάλει το νόμιμο και απαιτούμενο για το ανωτέρω αίτημα της αγωγής τέλος δικαστικού ενσήμου και γ) διατάχθηκαν αποδείξεις, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών των συνδεομένων με τα αιτήματα της αγωγής περί διάρρηξης της ανωτέρω μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας (και) ως προς τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες και περί της υποχρέωσης των δύο τελευταίων να αναμεταβιβάσουν το ακίνητο που απέκτησαν με την ανωτέρω γονική παροχή.
Όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση (και δεν αμφισβητείται) κατά της πιο πάνω (8977/1998) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου η ερημοδικασθείσα πρώτη εναγομένη δεν άσκησε εμπρόθεσμα ανακοπή ερημοδικίας, ούτε έφεση, ενώ το τελευταίο ένδικο μέσο δεν άσκησε ούτε η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα ως προς αυτήν (πρώτη εναγομένη) να υφίσταται δεδικασμένο (άρθρα 321 επ.
ΚΠολΔ) για την αξίωση της ενάγουσας προς απαγγελία της διάρρηξης της φερόμενης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Το δεδικασμένο δε αυτό καλύπτει και το δικονομικό ζήτημα ότι μεταξύ των άνω εναγομένων υφίσταται απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, εφόσον η κρίση αυτή της πιο πάνω (τελεσίδικης ήδη απόφασης), έστω και λανθασμένη, δεν αμφισβητήθηκε με ένδικο μέσο (ΑΠ 1663/2006).
Ενόψει των παραπάνω δεν απαιτείτο για το παραδεκτό της συζήτησης της έφεσης και κλήση της πρώτης εναγομένης, ως προς την οποία η δίκη είχε περατωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης λόγω μη κλήτευσης της πρώτης εναγομένης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλο λόγο, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-10-2010 αίτηση των Ε. Γ. κλπ για αναίρεση της 3277/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ