421/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated421/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 421 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 421/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2483/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8113/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 6702/9-1-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... κατόπιν παραγγελίας της αναιρεσείουσας ακριβές αντίγραφο της από 18-6-2008 αιτήσεως αναιρέσεως μετά της υπ' αυτών πράξεως ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 26-5-2009, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτήν (29-9-2009) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στην παραπάνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εκ του οικείου πινακίου δια νομίμως διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου (ΚΠολΔ 94 παρ. 1, 96, 97), ούτε παραστάθηκε στο ακροατήριο για να διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρούσα και η απολειπόμενη πιο πάνω αναιρεσείουσα, εφόσον αυτή εγκύρως είχε επισπεύσει τη συζήτηση.
Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με την δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης). Κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της.
Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία, επί της οποίας έχει εφαρμογή το παραπάνω άρθρο 207ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία ο εργοδότης και ο μισθωτός συμφωνούν ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων θα κρίνεται από τον εργοδότη η όργανό του.
Αυτό συμβαίνει και όταν η προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει και όταν κρίνεται από τον εργοδότη, ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για προαγωγή, πλην όμως η κρίση αυτή είναι κατάφωρα άδικη, λόγω της σημαντικής υπεροχής του μη προαχθέντος έναντι του προαχθέντος, όχι δε και όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε κατ' εκτίμηση υποκειμενική να είναι διάφορη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει μετά την συμπλήρωση του με τις από 25-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του Τμηματάρχη σε εκείνον του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από το ίδιο το άρθρο, ήτοι:
α) η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό τριών ετών, γ) η ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσης, επίδειξη εξαιρετικής επίδοσης ήθους, ικανότητας και φιλεργίας και δ) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των διαθέσιμων μέσων και του υπάρχοντος προσωπικού με τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και της παραγωγικότητας των εργαζομένων και ειδικότερα την επίδειξη μέριμνας για την πλήρη απασχόληση του προσωπικού.
Με την 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού της και θεσπίστηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του Λογιστή και άνω και αλλά προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητες να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, αλλά περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχειών δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλακτικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και εξωτερικό.
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προς προαγωγή στον ανώτερο βαθμό και διαγράφουν τα όρια ελέγχου από απόψεως ουσίας της σχετικής ενέργειας του αρμόδιου οργάνου της Τράπεζας προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, η προαγωγή του μισθωτού αποτελεί εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη, η οποία πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας και το συμπληρώνονται αυτήν Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό.
Πλην όμως η περί προαγωγής κρίση των οργάνων του εργοδότη υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, αλλά μόνον υπό τους όρους των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, δηλαδή μόνον όταν η κρίση του προαγωγικού οργάνου ως προς την συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προαγωγικών προϋποθέσεων είναι κατάφωρα άδικη και παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης.
Συνεπώς, σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω συμβατικής υποχρέωσης της Τράπεζας γεννάται αξίωση του μισθωτού προς αναγνώριση εκτός άλλων, και του προς προαγωγή δικαιώματός του. Ο εναγόμενος εργοδότης δύναται προς απόκρουση της σχετικής αξίωσης του μισθωτού-ενάγοντος να κάνει χρήση της λεγόμενης διακωλυτικής ένστασης (ΑΚ 281, 914, 297, 298), που θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής ορισμένου ή ορισμένων άλλων συναδέλφων του ενάγοντος που θα είχαν προαχθεί, αντ' αυτόν αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή.
Η ένσταση αυτή η οποία προτείνεται ανεξαρτήτως του αν ο κανονισμός του εργοδότη έχει συμβατική ισχύ ή ισχύ νόμου, σε περίπτωση ευδοκίμησής της επιφέρει διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης του ενάγοντος και της προαγωγής των προτεινόμενων απ' αυτόν προς σύγκριση με την αγωγή, ως ζημιογόνου γεγονότος.
Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρθμ.1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της αναγγελθείσας έννομης συνεπείας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 11-8-1972 κατόπιν διαγωνισμού, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Στις 1-1-1997 προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου.
Είναι κάτοχος πτυχίου της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς από το έτος 1970 και του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ίδιας Σχολής από το 1988. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει μέχρι τις 7-10-2003 10 σεμινάρια. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσιακής του εξέλιξης άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Τροποποιήσεων και Εκτελέσεων Β' του Τμήματος Ενέγγυων Πιστώσεων Δημοσίου από το έτος 1981 και καθήκοντα Προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας από 25-7-1983.
Από τις 12-7-1991 άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Ενέγγυων Πιστώσεων Δημοσίου και από 12-1-2001 Προϊσταμένου του Τμήματος Εργασιών Εσωτερικού. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999, 2000, 2001 και 2002 χαρακτηρίζεται εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια (17). Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2003 για την κάλυψη των κενών θέσεων του Υποδιευθυντή το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσείουσας παρέλειψε να προαγάγει στο βαθμό αυτόν τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος συγκέντρωνε κατά τον χρόνο προαγωγής (15-12-2003) όλες τις προϋποθέσεις προαγωγής, ενώ προήγαγε τους ομοβάθμους του ...
και ..., οι οποίοι διέθεταν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. 1) ...: Προλήφθηκε στις 7-8-1974 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου την 1-5-2002. Είναι πτυχιούχος: α) του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης της Παντείου, β) του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της ίδιας Σχολής και γ) Παιδαγωγικής Ακαδημίας και γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα (κάτοχος Lower).
Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 23-9-1983 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 12-1-1993 ενώ συμμετείχε σε πέντε σεμινάρια. Συμμετείχε σε ομάδα εργασίας της Επιτροπής Διαχείρισης έργου Ανάπτυξης Νέου Λογιστικού Σχεδίου. Στην έκθεση αξιολόγησης του έτους 1999 χαρακτηρίζεται εξαίρετος σε 16 κριτήρια και πολύ καλός σε ένα (Δημιουργία Στελεχών), ενώ στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2000, 2001 και 2002 χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια (17) και 2) ...:
Προσλήφθηκε στις 6-9-1972 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου στις 14-2-1997. Είναι πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα. Εργάστηκε στο τμήμα Επιθεώρησης Κεντρικού Καταστήματος από 31-5-1982, στον τομέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης από 22-3-1989 και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα από 25-7-2001.
Παρακολούθησε 20 σεμινάρια: ένα εξωτερικού και 19 εσωτερικού. Είναι τακτικό μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών (Ε.Ι.Ε.Ε.) από 27-5-1998 και συμμετείχε σε 8 επιτροπές και ομάδες εργασίας και δη: 1) έρευνα στοιχειών και λήψη απόφασης σχετικά με την πρόταση του τμήματος προεξοφλήσεων και Πιστώσεων Κεντρικού Καταστήματος για την καταστροφή τίτλων κυριότητας της τράπεζας, 2) Αξιολόγηση προσφορών πώλησης οικοπέδου στην ..., 3) Διατύπωση πρότασης για την σκοπιμότητα λειτουργίας Περιφερειακής Διοίκησης Βορείου Ελλάδος, 4) Δημιουργία και λειτουργία κέντρου διαλογής και καταμέτρησης-διακίνησης χρηματικού στο υποκατάστημα ..., 5) Σύζευξη των δικαιολογητικών εγγραφής του λογαριασμού "72", 6) Προμήθεια μηχανών αρίθμησης και διαλογής φύλλων τραπεζογραμματίων, 7) Παρακολούθηση υλοποίησης της σύμβασης μεταξύ της αναιρεσείουσας Τράπεζας και της Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων-Αθήνα 2004 ΑΕ για την παραχώρηση χρήσης των εγκαταστάσεων των παιδικών κατασκηνώσεων της αναιρεσείουσας και 8) Αξιολόγηση των προσφορών που υποβλήθηκαν από εξειδικευμένες εταιρείες για την ανάδειξη αναδόχου του έργου 'ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ/ Σύστημα Επιτήρησης-καταγραφής με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης (CCTV) και σύστημα ασφαλείας.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999 και 2000 χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος σε δεκατρία κριτήρια, ενώ δεν υπάρχει βαθμολογία σε τέσσερα κριτήρια, που αφορούν την διοικητική ικανότητα αυτών που κατέχουν τέτοιες θέσεις έως και το 2000, ενώ στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2001 και 2002 χαρακτηρίζεται ως εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια (17).
Από την συγκριτική αντιπαράθεση των πιο πάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσίβλητου και των αμέσως πιο πάνω ομοιοβάθμων συναδέλφων του που προτάθηκαν προς σύγκριση με την επικουρική βάση της αγωγής, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Έναντι του ... ο αναιρεσίβλητος υστερούσε στους τίτλους σπουδών και ξένης γλώσσας (δυο πτυχία ανώτατης σχολής αντί δυο και παιδαγωγικής ακαδημίας-το τελευταίο όμως πτυχίο είναι άσχετο με το γνωστικό αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών και δεν μπορεί να προσδώσει σημαντική υπεροχή στον κατέχοντα-και κανένα τίτλο αγγλικής γλώσσας αντί Lower) καθώς και στον αριθμό των επιτροπών που συμμετείχε (καμία έναντι μιας) και υπερείχε στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά δύο έτη, στην ειδική αρχαιότητα κατά πέντε έτη και πέντε μήνες στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων Προϊσταμένου Τμήματος (ο ενάγων άσκησε τέτοια καθήκοντα από 12-1-2001, ενώ ο ...
δεν άσκησε καθόλου καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος), στον αριθμό των σεμιναρίων που παρακολούθησε (δέκα έναντι πέντε) και στην βαθμολογία (εξαίρετος σε όλα κατά τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 αντί εξαίρετος σε 13 κριτήρια και πολύ καλά σε τέσσερα κατά το έτος 1999 και εξαίρετος σε όλα τα έτη 2000, 2001 και 2002). και β) Έναντι του ...
ο αναιρεσίβλητος υστερούσε στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά ένα περίπου μήνα και στη συμμετοχή του σε σεμινάρια και επιτροπές και ομάδες εργασίας (10 σεμινάρια αντί είκοσι και καμία επιτροπή και ομάδες εργασίας αντί οκτώ), ήταν ισάξιος στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (από 1-1-1997 και οι δυο) και στο βαθμό γνώσης της αγγλικής γλώσσας (πολύ καλά και οι δυο) και υπερείχε ως προς τους τίτλους σπουδών (δυο πτυχία τμημάτων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς αντί ενός οικονομικών σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), στο χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων (ο αναιρεσίβλητος άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από το 1981, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από το 1983, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από το 1991, και προϊσταμένου τμήματος από το 2001, ενώ αντίστοιχα ο ...
Προϊσταμένου Τομέα από 25-7-2001 και στη βαθμολογία (ο αναιρεσίβλητος χαρακτηρίζεται εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια στις εκθέσεις των ετών 1999, 2000, 2001 και 2002, ενώ ο συγκρινόμενος στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999 και 2000 στο κριτήριο 'Διοικητικές ικανότητες' δεν φέρει βαθμολογία) και στις εκθέσεις των ετών 2001 και 2002 χαρακτηρίζεται εξαίρετος σε όλα).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας, που παρέλειψαν τον αναιρεσίβλητο για προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου από 1-12-2003 και προήγαγαν τους παραπάνω δυο συναδέλφους του, παρακώλυσαν εναντίον της καλής πίστεως την πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, κατά τον έχοντα συμβατική ισχύ οργανισμό της, γιατί η κρίση τους αυτή είναι κατάφωρα άδικη.
Με την κρίση τους αυτή υπό τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε την εκτεθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 207ΑΚ, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, γιατί με αυτά που δέχτηκε η υπεροχή του αναιρεσίβλητου είναι σημαντική και κατάδηλη έναντι των αντί αυτού προαχθέντων ως άνω ομοιοβάθμων του, καμιά δε ανεπάρκεια δεν υπάρχει στις ανωτέρω αιτιολογίες του που καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου (άρθρο 207 ΑΚ), για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας.
Συνεπώς, τα περί αντιθέτου, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, με την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτιθέμενα, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, αφού έκρινε ότι παραδεκτά η αναιρεσείουσα, τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του προέβαλε τη "διακωλυτική" ένσταση ότι ο αναιρεσείων δεν νομιμοποιείται να εγείρει την αγωγή (κατά το επικουρικό της αίτημα), διότι κατά τις κρίσεις αυτές θα προήγοντο αντ' αυτού οι προς τούτο νομιμοποιούμενοι και παραλειφθέντες κατ' αυτές και υπερέχοντες αυτού κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του: 1) ... 2) ...
και 3) .... Δέχτηκε δε περαιτέρω τα ακόλουθα: ο πρώτος ... υπερείχε σημαντικά του αναιρεσίβλητου 2) Ο ... προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 6-10-1976 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου την 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος των τμημάτων Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης από τα έτη 1975 και 1981 αντίστοιχα και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας από το 1968, ενώ γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα.
Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 25-10-1983 και Διευθυντή του υποκαταστήματος ... από 20-6-1997. Παρακολούθησε τρία επιμορφωτικά σεμινάρια. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999, 2000, 2001 και 2002 χαρακτηρίζεται εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια και 3) Ο ... προσλήφθηκε στις 19-7-1971 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου την 1-1-1997.
Είναι πτυχιούχος των τμημάτων Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης της Παντείου και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 9-3-1995, Υποδιευθυντή Υποκαταστήματος από 28-7-1995 και Διευθυντή Υποκαταστήματος από 26-3-2001. Στις εκθέσεις αξιολόγησης κατά τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 χαρακτηρίζεται εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια.
Μετά ταύτα από την σύγκριση των παραπάνω κρίσιμων υπηρεσιακών στοιχείων του ενάγοντος και των δυο τελευταίων αντιπροτεινομένων προς σύγκριση συναδέλφων του προκύπτει ότι αυτοί (... και ...) δεν υπερείχαν αυτού, έστω και απλώς. Ειδικότερα από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος: α) ως προς τον ... υστερούσε ως προς τους τίτλους σπουδών (δύο πτυχία έναντι δυο και παιδαγωγικής ακαδημίας, αν και ο τελευταίος τίτλος αφορά γνωστικό αντικείμενο άσχετο με αυτό των τραπεζικών εργασιών και λαμβάνεται υπόψη όταν ταυτίζονται τα υπόλοιπα προσόντα των συγκρινομένων), ήταν ισάξιος ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και τη βαθμολογία και υπερείχε ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 4 έτη και 2 μήνες, το βαθμό της αγγλικής γλώσσας (πολύ καλά αντί καλά), το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων (ο ενάγων άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου υπηρεσίας από το 1981, προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας από το 1983, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από το 1991 και Προϊσταμένου Τμήματος από το 2001, ενώ ο ...
Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο υποκατάστημα ... από το 1983 και Διευθυντή αυτού από το 1997) και τον αριθμό σεμιναρίων που παρακολούθησε (10 έναντι 5) και β) ως προς τον .... υστερούσε ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 11 μήνες και ως προς τους τίτλους σπουδών (δύο πτυχία έναντι δυο και παιδαγωγικής ακαδημίας), ήταν ισοδύναμος ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και τη βαθμολογία (άριστοι και οι δυο) και υπερείχε ως προς την ξένη γλώσσα (μια έναντι καμιάς), το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων (Αναπληρωτή υπηρεσίας από το 1981, Προϊσταμένου υπηρεσίας από το 1983, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από το 1991 και Προϊσταμένου Τμήματος από το 2001, έναντι Προϊσταμένου Υπηρεσίας από το 1995, Υποδιευθυντή Υποκαταστήματος επίσης από το 1995 και Διευθυντή καταστήματος από το 2001) και τον αριθμό των σεμιναρίων που παρακολούθησε (δέκα έναντι κανενός).
Με την κρίση του αυτή, υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, γιατί με αυτά που δέχτηκε οι δυο τελευταίοι αντιπροτεινόμενοι συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου, δεν υπερείχαν αυτού, καμιά δε ανεπάρκεια δεν υφίσταται στις ανωτέρω αιτιολογίες του που καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των κανόνων δικαίου (άρθρα 201 και 207 ΑΚ) για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας.
Συνεπώς, τα περί αντιθέτου με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκτιθέμενα, είναι αβάσιμα. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος, που αφορά την αποδιδομένη πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τον πρώτο προτεινόμενο με την διακωλυτική ένσταση ..., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος.
Και τούτο διότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη η ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Με τον τέταρτο λόγω της αναιρέσεως, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσειουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως και συγκεκριμένα : α) την πράξη του Διοικητή της αναιρεσειουσας για την σύσταση της επιτροπής αξιολόγησης των υποψηφίων και β) τους πίνακες των υποψηφίων κατά σειρά βαθμολογήσεως και αξιολογήσεως αυτών από τα οποία προκύπτουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις προαγωγής.
Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι", και τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την ύπαρξη των προϋποθέσεων προαγωγής των προαναφερομένων προσώπων, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότί το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 8113/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νoεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ