Legislator Case Law & Legislation
421/2007 AI generated

421/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 421/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 421 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

421/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 421 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
vocational retraining eligibility denial of vocational measures occupational integration change of profession inadmissibility of unemployment appeal compliance with technical standards
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 421 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 421/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: (αναφέρομται 13 αναιρεσείοντες) Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι το επώνυμο του 12ου αναιρεσείοντος εκ παραδρομής γράφτηκε "..." αντί του ορθού "....". Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 901/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 7340/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 23-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 και 3, 3 παρ. 3 και 4 και 42 παρ. 1 - 4 του Κανονισμού Καταστάσεως προσωπικού ΔΕΗ, ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4.10.1973 ΕΣΣΕ και κυρώθηκε με το ν.δ. 210/1974, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του Κεφαλαίου Α της από 28.2.1990 ΕΣΣΕ, που κυρώθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (τ. Β΄ 277), το προσωπικό συνδέεται μετά της ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται δε σε τακτικό και έκτακτο. ΄Εκτακτο προσωπικό είναι το προσλαμβανόμενο με σύμβαση ορισμένο ή αορίστου χρόνου προς κάλυψη εκτάκτων και πρόσκαιρων αναγκών της επιχειρήσεως και υπαγόμενο εις εκείνες μόνο τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 42 του Κανονισμού, κατά τα λοιπά δε οι σχέσεις τούτου μετά της επιχειρήσεως διέπονται από τις γενικής ισχύος διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.) και αριθμός οργανικών θέσεων, προς πλήρωση των οποίων εντάσσονται οι μισθωτοί της. Μεταξύ των κλάδων είναι και εκείνος των Τεχνικών, στον οποίο περιλαμβάνονται οι κατηγορίες Τ1 - διπλωματούχοι μηχανικοί, Τ2 - πτυχιούχοι θετικών, Τ3 - τεχνικοί Μηχανικοί και Τ4 - Τεχνικών (γενικά). Ορίζονται περαιτέρω με το άρθρο 4 οι βαθμίδες και τα μ.κ., ως και οι απαιτούμενοι, ως προσόν για την ένταξη σε κάθε κατηγορία και μ.κ., τίτλοι σπουδών, ενώ δια των ρυθμίσεων του άρθρου 5 ορίζονται, ότι το προσωπικό της ΔΕΗ προσλαμβάνεται, πλην των αποφοίτων των Σχολών Μαθητείας και Ταχυρρύθμου Εκπαιδεύσεως της ίδιας, πάντοτε ως έκτακτο και εντάσσεται, μετά δοκιμαστική περίοδο στο τακτικό, σε μ.κ. της κατωτέρας βαθμίδος εκάστης κατηγορίας, δι΄ αποφάσεως του Διοικητή αυτής, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας, ως και ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά εισήγηση του Διοικητή, αποφασίζει την ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μ.κ. εκάστης κατηγορίας. Περαιτέρω στο άρθρο 6 του Κανονισμού και το Κεφάλαιο Δ της από 25.4.1991 ΕΣΣΕ ορίζονται ότι ο χρόνος υπηρεσίας του μισθωτού ως εκτάκτου που προηγήθηκε της εντάξεως θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στον κατά το άρθρο 22 απαιτούμενο χρόνο για την πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή, θεωρούμενος ότι διανύθηκε στο μισθολογικό κλιμάκιο εντάξεως, ενώ ο πραγματικός και ευδόκιμος χρόνος μαθητείας στην πρότυπη Σχολή Μαθητείας ΔΕΗ και στη Σχολή Ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης Τεχνιτών ΔΕΗ, κατά περίπτωση των μισθωτών - αποφοίτων των Σχολών αυτών, που πραγματοποιήθηκε πριν από την πρόσληψη στην επιχείρηση, συνυπολογίζεται στον, κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ προβλεπόμενο χρόνο και προσμετράται για τη μισθολογική και προαγωγική τους εξέλιξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Από τις διατάξεις αυτές του ΚΚΠ/ΔΕΗ, συνάγεται ότι η το πρώτο ένταξη έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της δεν συνιστά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή και συνακολούθως, ούτε η απόφαση του αρμοδίου οργάνου περί της εντάξεως αυτής ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, αλλά εκπλήρωση υποχρεώσεως προσλήψεως του εντασσομένου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και κατατάξεώς του στον οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο, που είναι a priori εκ του κανονισμού δεδομένα για κάθε προσλαμβανόμενο, βάσει των τυπικών προσόντων του.

Συνεπώς, το δικαίωμα του έκτακτου μισθωτού να ενταχθεί στην κατά τους όρους του ΚΚΠ/ΔΕΗ και με βάση τον τίτλο σπουδών του κατηγορία, αποτελεί ενοχικό δικαίωμά του, που πηγάζει από ατομική σύμβαση εργασίας του, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον Κανονισμό. Εντεύθεν θεμελιώνεται αντίστοιχη ενοχική υποχρέωση της εναγομένης προς ένταξη του εκτάκτου προσωπικού της στην κατηγορία του τακτικού, στην οποία τούτο δικαιούται να ενταχθεί με βάση τον εν λόγω κανονισμό, και, συνεπώς, η μη εκπλήρωση από τη ΔΕΗ της υποχρεώσεώς της αυτής, είτε δια της μη εντάξεως, είτε δια της τοιαύτης σε κατηγορία διαφορετική εκείνης στην οποία τούτο εδικαιούτο να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρεώσεως (ΑΠ 815/2006, ΑΠ 185/2005). Εξάλλου, από τη διέπουσα τις εργασιακές σχέσεις αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 Συνθ. ΕΟΚ προκύπτει, ότι απαγορεύεται η άνιση μεταχείριση των εργαζομένων που απασχολούνται στην ίδια επιχείρηση υπό τις αυτές συνθήκες και παρέχουν την αυτή εργασία και μάλιστα ανεξαρτήτως χρόνου προσλήψεώς τους. Αποτελεί άνιση μεταχείριση υπ΄ αυτήν την έννοια - η εξαίρεση ορισμένου μισθωτού από παροχές, όπως είναι η μισθολογική και η βαθμολογική εξέλιξη των άλλων εργαζομένων, στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης οικειοθελώς, χωρίς δηλαδή νομική υποχρέωση. Τέτοια εξαίρεση ενός μισθωτού δικαιολογείται για ειδικό και σοβαρό κατ΄ αντικειμενική κρίση λόγο και είναι αποδεκτή στην περίπτωση που οι πλείονες μισθωτοί δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία, γιατί δεν έχουν τα αυτά τυπικά προσόντα, καθώς και όταν προσλήφθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους με άλλες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος μισθωτού (ΑΠ 543/2004). Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες που είναι πτυχιούχοι Ανώτερων Δημόσιων Σχολών Εμπορικού Ναυτικού, μηχανολογικής κατεύθυνσης, τριετούς φοιτήσεως, οι οποίες ανήκουν στην βαθμίδα της Ανώτερης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως, προσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ως έκτακτοι μισθωτοί της, ο πρώτος την 22.8.1990, ο τρίτος την 30.12.1991, ο τέταρτος την 26.6.1992, ο πέμπτος την 1.1.1993, ο έκτος την 22.6.1993, ο έβδομος την 14.9.1993, ο όγδοος την 1.1.1993 και ως εκπαιδευόμενος της Σχολής Ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης της ΔΕΗ (ΣΤΕ - ΔΕΗ) Καρδιάς και Αθηνών ο δεύτερος την 9.12.1991, οι ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος και δέκατος τρίτος την 27.9.1993, κατόπιν διαγωνισμού. Από την πρόσληψή τους στον τεχνικό κλάδο του τακτικού προσωπικού της αναιρεσίβλητης εντάχθηκαν στην κατηγορία Τ4 (Τεχνικοί γενικά) στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 με ειδικότητες ο πρώτος Τ4/Δ από 1.5.1996, ο δεύτερος Τ4/Δ από 27.8.1992, ο τρίτος Τ4/Δ από 1.11.1995, ο τέταρτος Τ4/Δ από 1.5.1996, ο πέμπτος Τ4/Θ από 1.8.1997, ο έκτος Τ4/Δ από 1.6.1997, ο έβδομος Τ4/Δ από 1.1.1995, ο όγδοος Τ4/Δ από 1.7.1997, ο ένατος Τ4/Δ από 25.7.1994, ο δέκατος Τ4/Δ από 24.6.1994, ο ενδέκατος Τ4/Δ από 24.6.1994, ο δωδέκατος Τ4/Δ από 24.6.1994, ο δέκατος τρίτος Τ4/Δ από 24.6.1994. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ότι με την 35/1990 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης στην κατηγορία Τ3 - Τεχνολόγων προστέθηκε για όσους παρείχαν υπηρεσίες αποκλειστικά σε σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας νέα ειδικότητα Τ3/Κ Τεχνολόγος - Μηχανολόγος, Μηχανικοί Σταθμών Παραγωγής. Η απόφαση αυτή ίσχυσε από 1.1.1990, συμπλήρωσε το άρθρο 4 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και όρισε ως προσόν για την πρόσληψη, ένταξη και μετάταξη στην ειδικότητα αυτή την κατοχή πτυχίου αναγνωρισμένης Ανώτερης Δημόσιας Σχολής Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού, μηχανολογικής κατευθύνσεως ή ισοτίμου αλλοδαπής. Οι αναιρεσείοντες, ως πτυχιούχοι των ανωτέρω σχολών, για τον πριν την ένταξή τους χρόνο στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης δεν είχαν κατ΄ αυτής καμία αξίωση υπό τον ΚΚΠ/δΕΗ, δεδομένου ότι οι διατάξεις του Κανονισμού αυτού δεν εφαρμόζονται επί εκτάκτων (άρθρ. 2 παρ. 4), ούτε το γεγονός ότι διέθεταν τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ανώτερα κατά την πρόσληψή τους ως εκτάκτων και μαθητευομένων ασκούσε έννομη επιρροή, ως προς την αξίωσή τους να ενταχθούν στην κατηγορία Τ3 και στο 8 μ.κ. από το χρόνο προσλήψεώς τους. Επίσης δέχθηκε, ότι τέτοιο δικαίωμα δεν δύναται να θεμελιωθεί στην 36/1990 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ και στην 58/1990 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, διότι: Η πρώτη απόφαση αφορούσε μετάταξη στην Ειδικότητα Τ3/Η Τεχνολόγων Μηχανολόγων, Μηχανικών Σταθμών Παραγωγής όλων όσων υπηρετούσαν κατά την 1/1/1990 ως τακτικοί μισθωτοί των κατηγοριών Τ4/Δ και Τ4/Ε, που απασχολούνταν σε σταθμό παραγωγής και ήταν κάτοχοι πτυχίου αναγνωρισμένης Δημόσιας Σχολής Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού μηχανολογικής κατευθύνσεως ή ισοτίμου αλλοδαπής. Η δεύτερη απόφαση αφορούσε ένταξη από 1.1.1990 των υπηρετούντων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι σε εφαρμογή των πιο πάνω αποφάσεων 35/1990 και 36/1990 του Γενικού Διευθυντή ΔΕΗ μετατάχθηκαν στην κατηγορία Τ3/Η στο μισθολογικό κλιμάκιο που προέκυπτε αντίστοιχα την 1.1.1990. Οι ανωτέρω αποφάσεις δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν για τους αναιρεσείοντες με βάση την αρχή της ισότητας, αφού η βαθμολογική και μισθολογική ένταξη των ανωτέρω υπαλλήλων δεν έγινε με διάταξη νόμου ή κανονιστικής ισχύος διάταξη, ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αφού αυτοί δεν υπηρετούσαν την 1.1.1990 ούτε ως τακτικοί υπάλληλοι, ούτε ως έκτακτοι, δεν ανήκαν στην ίδια κατηγορία, ούτε παρείχαν την εργασία τους με τις ίδιες συνθήκες έναντι των ως άνω συναδέλφων τους. Έτσι δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, ως κάτοχοι των ανωτέρω πτυχίων, έπρεπε να ενταχθούν στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στην από 28.2.1990 ΕΣΣΕ στο όγδοο μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας Τ3 και στη συνέχεια να προαχθούν στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια, ανάλογα με το χρόνο προϋπηρεσίας, που τους αναγνωρίστηκε, καθόσον συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 288 ΑΚ και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε να εντάξει τους αναιρεσείοντες στο τακτικό προσωπικό της κατηγορίας Τ3 τον πρώτο στο 8ο μ.κ. από 1.5.1996, στο 7ο μ.κ από 1.5.1996 και στο 6ο μ.κ. από 29.8.1996, το δεύτερο στο 8ο μ.κ. από 27.8.1992 και στο 7ο από 21.12.1994. Τον τρίτο στο 8ο μ.κ. από 1.11.1995 και στο 7ο από 1.11.1995, τον τέταρτο στο 8ο μ.κ. από 1.5.1996 και στο 7ο από 1.5.1996. Τον πέμπτο στο 8ο μ.κ. από 1.8.1997 και στο 7ο από 1.8.1997. Τον έκτο στο 8ο μ.κ. από 1.6.1997 και στο 7ο από 1.6.1997. Τον έβδομο στο 8ο μ.κ. από 1.11.1995 και στο 7ο από 14.9.1996. Τον όγδοο στο 8ο μ.κ. από 1.7.1997 και στο 7ο από 1.7.1997. Τον ένατο στο 8ο μ.κ. από 25.7.1994 και στο 7ο από 25.7.1997. Τους δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο και δέκατο τρίτο στο 8ο μ.κ. από 24.6.1994 και στο 7ο από 27/9/1996. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ως κανονιστικές) του ΚΚΠ/ΔΕΗ, καθώς και εκείνη του άρθρου 288 Α.Κ., ούτε εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, 288 ΑΚ, ως προς το πρώτο αγωγικό αίτημα της εντάξεως των αναιρεσειόντων στην κατηγορία Τ3 και στο 8ο μ.κ. από την ημερομηνία επί προσλήψεώς τους, αφού η ένταξη δεν γίνεται εξ αρχής, αλλά μετά δοκιμαστική περίοδο αυτών ως εκτάκτων μισθωτών ή εκπαιδευομένων. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική της κρίση περί της μη εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως προς το ίδιο αίτημα, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 πρώτος και δεύτερος και το άρθρο 559 αριθμ. 19 δεύτερος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρ. 216 εδ. α΄ ΚΠολΔ η αγωγή ως εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, πρέπει να περιέχει έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, δηλαδή ιστορική βάση με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία προς θεμελίωση του αξιούμενου δικαιώματος, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΚΠολΔ αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να είναι η διάγνωση της ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή βιοτικής σχέσης που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία συμπίπτει με δικαίωμα ή μπορεί να καταλήξει σε δικαίωμα. Στην περίπτωση που η αναγνωριστική αγωγή έχει ως αντικείμενο ν' αναγνωρισθεί α) το δικαίωμα του ενάγοντος προς ένταξη στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης στην ανάλογη κατηγορία και στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και β) η υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή των μισθολογικών διαφορών που εντεύθεν προκύπτουν, από την ορθή κατά τ' ανωτέρω ένταξη, για να είναι ορισμένη αρκεί να περιέχονται σ' αυτή τα παραγωγικά του εν λόγω δικαιώματος περιστατικά και το παραπάνω αίτημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το ύψος των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών με αριθμητική ανάλυση και συγκεκριμένο ποσό. Και τούτο γιατί στην περίπτωση αυτή η οφειλή της εναγομένης, που είναι το αντικείμενο της διαφοράς, είναι συγκεκριμένη και οριστική, απλώς δε απομένει να προσδιορισθεί, με μαθηματικό (λογιστικό) υπολογισμό το ακριβές ύψος της (ΑΠ 819/2006). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής ως αόριστο. Στην προκειμένη υπόθεση, με την ένδικη αγωγή τους, όπως απ΄ αυτήν προκύπτει, οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τους καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που θα προκύψουν από την ορθή ένταξή τους στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια. Το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο αυτό απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, επειδή στο δικόγραφό της δεν προσδιορίζονταν οι αιτούμενες διαφορές των αποδοχών τους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής, κατά το άνω κεφάλαιο, το οποίο περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα γεγονότα που το θεμελιώνουν και τούτο γιατί στο αγωγικό δικόγραφο περιέχονται τα παραγωγικά του εν λόγω δικαιώματος των εναγόντων περιστατικά, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται με συγκεκριμένο αριθμητικό ποσό το ύψος των δικαιουμένων και αιτουμένων μισθολογικών διαφορών από τη νόμιμη ένταξη των εναγόντων στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7340/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ