Legislator Case Law & Legislation
420/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable error regarding admissibility of evidence in vehicle damage cases.

Case Number 420/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by insurance companies against a final judgment in a vehicle damage compensation case. The appellants argued that the Court of First Instance erred by admitting an unverified insurance certificate as evidence for income loss. The court rejected this claim, ruling that under the specific procedure for vehicle damage cases, judges may freely evaluate evidence not strictly complying with formal requirements unless specific exceptions apply. Consequently, the appeal was found baseless, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(a) and 340(1) of the Code of Civil Procedure; In vehicle damage compensation proceedings, courts may freely evaluate evidence not strictly complying with formal requirements unless specific exceptions apply.

Keywords

AI generated
vehicle damage compensation admissibility of evidence unverified insurance certificate income loss assessment appealable error free evaluation of evidence procedural exceptions

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 340(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 420 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 420/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Ν. Σάντα Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και ήδη "...", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κελέφη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 30-5-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της 3ης αναιρεσείουσας εταιρείας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., β. Μ. Τ. του Ν., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ως εκ διαθήκης κληρονόμων, καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Κ. Τ. του Ν., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 2) Ν. Μ. του Π., κατοίκου ... και 3) συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Μ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2016 αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 12-9-2016 αγωγή του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Κ. Τ. του Ν., καθώς και με την από 1-6-2016 αγωγή προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... και ... του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4-2-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες και οι 2ος και 3ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 4-2-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (31-5-2024), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι πρώτες (1α και 1β) των αναιρεσίβλητων, Α.

Τ. και Μ. Τ., ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης τρίτη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και ήδη "..." υπ' αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Δ. Β. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά της, νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο του Δ.Σ.

Θεσσαλονίκης Γ. Μ., ως πληρεξούσιο δικηγόρο των ως άνω αναιρεσίβλητων, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών, για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος των εφεσίβλητων, ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, στη δευτεροβάθμια δίκη.

Συνακόλουθα, εφόσον οι απολειπόμενες αναιρεσίβλητες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Η κρινόμενη από 4-2-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591, 614 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε στις 29-7-2021 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 18-2-2022 (άρθρα 552,553 παρ.1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, με την από 25-8-2016 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...) αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξέθεσε ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν, συνέβη τροχαίο ατύχημα, υπό τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις που περιγράφονται, οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Κ. Τ., στη θέση του οποίου, λόγω του επισυμβάντος στη συνέχεια θανάτου του, έχουν υπεισέλθει οι ήδη πρώτες (1α και 1β) αναιρεσίβλητες Α.

Τ. και Μ. Τ., καθολικές διάδοχοι αυτού, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείου του ΚΤΕΛ του Νομού Κιλκίς, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στο δεύτερο εναγόμενο ...., ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, με συνέπεια την ολική καταστροφή του, οδηγούμενου από την προστηθείσα από την ίδια (ενάγουσα) Γ.

Π., ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση, το ποσό των 1.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ο εναγόμενος της ως άνω αγωγής, Κ. Τ. και ο Ν. Μ., ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, με την από 12-9-2016 (αριθμ.

έκθ. κατ. ...) αγωγή τους ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη εναγόμενη Γ. Π., ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και ήδη "...", τρίτη αναιρεσείουσα, και ο τέταρτος εναγόμενος Σ.

Π. (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), προκάλεσαν από συγκλίνουσα υπαιτιότητά τους υλικές ζημίες στο οδηγούμενο από τον πρώτο (Κ.

Τ.) με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο του ΚΤΕΛ Νομού Κιλκίς, συνιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος κατά ποσοστό 25% και του δευτέρου ενάγοντος κατά ποσοστό 75%. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό: 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.646,66 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 4.939,98 ευρώ και 2) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 3.282,19 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 4.846,57 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική (απώλεια εισοδήματος) ζημία που υπέστησαν και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής τους βλάβης, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί των ανωτέρω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και με την από 1-6-2016 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αγωγή των Σ. Π. και Β. Π. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) κατά των Γ. Π., ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ήδη τρίτης αναιρεσείουσας, του Κ. Τ., στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει, όπως προεκτέθηκε, οι δύο πρώτες των αναιρεσίβλητων και του Αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού ΚΤΕΛ Ν.

Κιλκίς ΣΥΝ.ΠΕ., ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού έκρινε ότι συνυπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος είναι οι οδηγοί Γ. Π. και Σ. Π. κατά ποσοστό 50% ο καθένας, απέρριψε τις από 25-8-2016 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) και 1-6-2016 (αριθμ. έκθ. κατ. 3796/2016) αγωγές και δέχθηκε εν μέρει την από 12-9-2016 (αριθμ.

έκθ. κατ. ...) αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας στους ενάγοντες της αγωγής αυτής τα αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά. Κατά της ανωτέρω απόφασης, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι ήδη αναιρεσείουσες (Γ. Π., ανώνυμη εταιρεία "..." και ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "...") την από 15-1-2018 (αριθμ.

έκθ. κατ. ...) έφεσή τους και οι (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) Σ. Π., Β. Π. και ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "..." την από 19-10-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) έφεσή τους, με τις οποίες, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση, άλλως τη μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης απόφασης.

Επί των εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την από 19-10-2017 έφεση του εκκαλούντος Σ. Π. ως προς την εφεσίβλητη τότε εταιρεία "...", δέχθηκε κατά τα λοιπά τυπικά τις ανωτέρω εφέσεις, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να διενεργηθούν όσα ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της.

Εν συνεχεία, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ... απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις, επικυρώνοντας την υπ' αριθμ. ... πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει τα ίδια. Ήδη, οι εναγόμενες στην από 12-9-2016 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αγωγή-εκκαλούσες στην από 15-1-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) έφεση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλουν την άνω τελεσίδικη απόφαση, για τους λόγους που αναφέρουν σ' αυτή και συγκεκριμένα για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, από τους αριθμούς 1 εδ.β', 8,11α,14 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ'αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ'ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 681/2021, Α.Π. 199/2018, Α.Π. 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ., στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1500/2002, Α.Π. 1070/2001).

Επίσης, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".

Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, " ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε" στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, " ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, κατά δε την παράγραφο 7, " ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 8 του Κ.Ο.Κ., "Στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται: α) να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση,...δ) να κινούνται πάνω σε κατά μήκος διαγραμμίσεις (ιππαστί)... ", ενώ κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. "ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι` αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ.2 του παρόντος Κώδικα, και κατά την παρ. 6 "ο οδηγός, υποχρεούται μετά το προσπέρασμα, να επαναφέρει το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, χωρίς κίνδυνο γι` αυτούς που προσπερνά".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνων δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 867/2024, Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 1267/2020).

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2002, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π.867/2024, Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 1416/2012, Α.Π. 1208/2011, Α.Π. 44/2003, Α.Π. 1702/2001).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π.1942/2013, Α.Π. 2075/2007, Α.Π.44/2003). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 1266/2011).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/ 2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 7 Δεκεμβρίου 2015 και περί ώρα 07:55, ο Κ.

Τ. (καθολικοί διάδοχοι του οποίου τυγχάνουν οι δύο πρώτες αναιρεσίβλητες) οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο του ... (ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου) συνιδιοκτησίας του ίδιου σε ποσοστό 25% και του Ν. Μ. (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου) σε ποσοστό 75%, κινείτο στη ΝΕΟ Θεσσαλονίκης-Κιλκίς, με κατεύθυνση προς Κιλκίς.

Ομόρροπα με το λεωφορείο και όπισθεν αυτού κινείτο το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας), που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." (ήδη τρίτης αναιρεσείουσας).

Όπισθεν του ανωτέρω αυτοκινήτου κινείτο ο Σ. Π. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", ΑΦΜ ..., που εδρεύει στην Αθήνα, ..., η οποία είναι καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με την επωνυμία "...".

Η ΝΕΟ Θεσσαλονίκης-Κιλκίς είναι διπλής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στο σημείο του ενδίκου ατυχήματος (18,700 χιλ.) έχει πλάτος οδοστρώματος 3,45 μ. στο ρεύμα προς Κιλκίς και 3,65 μ. στο ρεύμα προς Θεσσαλονίκη και στα δεξιά της οδού (στο ρεύμα προς Κιλκίς) βρίσκεται κεντρική νησίδα πρατηρίου υγρών καυσίμων, πλάτους 7,00 μ.

και μήκους 27,00 μ, ενώ μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας υπάρχει συνεχής διπλή διαχωριστική γραμμή. Στο σημείο του ενδίκου ατυχήματος η οδός είναι ευθεία, επικρατούσαν συνθήκες ημέρας και καλοκαιρίας, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 στα 90 χιλ/ώρα (βλ.

την από 7-12-2015 έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ. Λητής και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος που τη συνοδεύει). Καθώς τα ανωτέρω οχήματα πλησίαζαν στο ύψος του 18,700 χιλιομέτρου της ανωτέρω οδού, η Γ. Π. (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) επιχείρησε προσπέραση του προπορευόμενου αυτής λεωφορείου και αμέσως μετά ακολούθησε προσπέραση του λεωφορείου από τον Σ.

Π., το οποίο ακολουθούσε το αυτοκίνητο της Γ. Π. (βλ. προανακριτική κατάθεση της επιβάτη του λεωφορείου, Π. Ι.). Καθώς, δε, το πλάτος των δύο κυκλοφοριακών κατευθύνσεων στο συγκεκριμένο σημείο είναι 3,45 μ. και 3,65 μ. αντίστοιχα, τα δύο αυτοκίνητα παραβίασαν τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και εισήλθαν εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Καθώς η Γ. Π. ολοκλήρωσε την προσπέραση του λεωφορείου και ευθυγραμμίστηκε πάλι στο ρεύμα κυκλοφορίας της, το αυτοκίνητό της παρουσίασε μηχανική βλάβη, με αποτέλεσμα να μειωθεί απότομα η ταχύτητά του και να μην μπορεί να διατηρήσει τον έλεγχό του, παρά, δε, τις προσπάθειές της να το φέρει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος ώστε να μην παρεμποδίσει την κυκλοφορία των λοιπών οχημάτων, αυτό ακινητοποιήθηκε τελικά στο μέσο περίπου του οδοστρώματος, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των δύο κυκλοφοριακών κατευθύνσεων.

Ο Σ. Π., ο οποίος ακολουθούσε στην προσπέραση του λεωφορείου το αυτοκίνητο της Γ. Π., καθώς ολοκλήρωνε και ο ίδιος την προσπέραση και εισερχόταν στο ρεύμα κυκλοφορίας του, έμπροσθεν του λεωφορείου, αντιληφθείς ότι το προπορευόμενο όχημα επιβραδύνει ταχύτητα και σταματά εν τέλει αριστερά, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, τροχοπέδησε άμεσα το αυτοκίνητό του και επιχείρησε δεξιό αποφευκτικό ελιγμό ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση με το σταματημένο αυτοκίνητο, το οποίο και κατόρθωσε.

Ωστόσο, με την απότομη διαγώνια είσοδό του έμπροσθεν του λεωφορείου, παρεμβλήθηκε αιφνιδίως στην πορεία αυτού, ανακόπτοντας την κίνησή του. Ο οδηγός του λεωφορείου, αντιληφθείς την αιφνίδια παρεμβολή του αυτοκινήτου του Σ. Π. στην πορεία του και την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της Γ. Π. πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, επιχείρησε άμεση τροχοπέδηση, χωρίς, ωστόσο, λόγω του όγκου του και της εξ αυτής μεγάλης αδράνειας, να μπορέσει εγκαίρως να ακινητοποιήσει το όχημά του, με αποτέλεσμα να επιπέσει αρχικά στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του Σ.

Π., το οποίο εξετράπη της πορείας του, προσέκρουσε σε κράσπεδο δεξιά του οδοστρώματος και κατέληξε σε παρακείμενο αγρό, σε απόσταση περί τα 50 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης και στη συνέχεια στην οπίσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της Γ. Π., το οποίο παρέσυρε σε απόσταση περί τα 25 μέτρα και ακινητοποίησε επάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή με μικρή κλίση προς τα δεξιά.

Το λεωφορείο μετά τη σύγκρουση σταμάτησε στη δεξιά πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας του, πλησίον των ειδικών διαγραμμίσεων που σηματοδοτούν την είσοδο παρακείμενου πρατηρίου καυσίμων (βλ. σχεδιάγραμμα της τροχαίας με αποτυπωμένες τις τελικές θέσεις των οχημάτων). Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των οδηγών των με αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων, Γ. Π. και Σ. Π., οι οποίοι δεν κατέβαλαν κατά την οδήγηση την προσοχή και επιμέλεια που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Ειδικότερα, η αμέλειά τους συνίσταται στο ότι επιχείρησαν αμφότεροι προσπέραση του προπορευομένου λεωφορείου, ενώ αυτό απαγορεύεται τόσο από τη διπλή συνεχή διαχωριστική διαγράμμιση της οδού, όσο και από τις.

ιδιαίτερες κυκλοφοριακές συνθήκες (στενό οδόστρωμα με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων), κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 8, 12 παρ. 1, 17 παρ. 1,6,19 παρ. 1 ΚΟΚ. Η παράβασή τους αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, καθώς βρέθηκαν αμφότεροι έμπροσθεν του λεωφορείου χωρίς να είναι σε θέση να συνεχίσουν την πορεία τους σε ασφαλή απόσταση από αυτό μετά την ολοκλήρωση της προσπέρασης ώστε να μην παρεμποδίσουν τη συνέχιση της πορείας του, αλλά αντίθετα παρεμβλήθηκαν αιφνίδια στην πορεία του λεωφορείου, η μεν Γ.

Π. με την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της, ο δε Σ. Π. με τον διαγώνιο ελιγμό προς τα δεξιά αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προσπέρασης. Σταθμίζοντας, περαιτέρω, την αμελή συμπεριφορά εκάστου, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσοστό ευθύνης τους στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ανέρχεται σε 50% για έκαστο οδηγό.

Για την πρόκληση του ατυχήματος ουδεμία ευθύνη φέρει ο οδηγός του λεωφορείου, Κ. Τ., καθώς αποδείχθηκε ότι αυτός κινείτο κανονικά, με επιτρεπόμενη για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα (βλ. τον προσκομιζόμενο ταχογράφο αυτού) εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του και συγκεκριμένα προς το δεξιό τμήμα αυτού και αιφνιδιάστηκε από τον απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, έμπροσθεν του, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προσπέρασης του λεωφορείου του, αυτοκινήτου του Σ.

Π. και την απροειδοποίητη ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της Γ. Π. πλησίον της διαχωριστικής γραμμής και την, συνεπεία τούτων, ανακοπή της πορείας του, με αποτέλεσμα, λόγω του όγκου και της μεγάλης αδράνειας του λεωφορείου να μην κατορθώσει να αποφύγει τη σύγκρουση και να επιπέσει στα δύο αυτοκίνητα... Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι με αυξ.

αρ. κατάθεσης 3796/2016 και ... αγωγές, ως αβάσιμες στην ουσία, καθόσον δεν αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά των ασκούμενων με τα δικόγραφα αυτών αξιώσεων. Ήτοι όσον αφορά την αγωγή που άσκησε η Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", δεν αποδείχθηκε η υπαιτιότητα του οδηγού Κ. Τ. στην πρόκληση του ατυχήματος, όσον αφορά δε την αγωγή που ασκήθηκε από τους Σ.

και Β. Π., επιπλέον των ανωτέρω και όσον αφορά το μέρος της αγωγής που αυτή στρέφεται κατά της Γ. Π. και της Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός Σ. Π. προπορεύονταν κανονικά του ανωτέρω λεωφορείου του ΚΤΕΑ Κιλκίς, ούτε, ότι ο οδηγός του λεωφορείου αυτού έβαινε επί της οδού με υπερβολική ταχύτητα, αλλά, αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ο Σ.

Π., προηγουμένως επιχείρησε προσπέραση του προπορευομένου λεωφορείου, ενώ αυτό απαγορεύεται τόσο από τη διπλή συνεχή διαχωριστική διαγράμμιση της οδού, όσο και από τις ιδιαίτερες κυκλοφοριακές συνθήκες, στενό οδόστρωμα με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, καθώς και η προηγούμενη παράνομη προσπέραση που επιχειρήθηκε από την οδηγό Γ.

Π., κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 8, 12 παρ. 1, 17 παρ. 1,6, 19 παρ. 1 ΚΟΚ) και ακολούθως αποδείχθηκε ότι υπέστη τις αναφερόμενες στην αγωγή βλάβες εξαιτίας της δικής του παράνομης οδηγικής συμπεριφοράς. Το ποσοστό δε συνυπαιτιότητας των συνυπαιτίων ανωτέρω οδηγών στην πρόκληση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες Κ.

Τ. και Ν. Μ. καθορίζει το βαθμό συμμετοχής τους στις βλάβες που υπέστησαν οι τελευταίοι και όχι στις βλάβες που υπέστησαν οι ίδιοι οι οποίοι προκάλεσαν το ατύχημα, δρώντες κατά παραυτουργία, καθόσον ο καθένας τους έδρασε αυτοτελώς παράνομα κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν τους μετέχοντες στην παρούσα δίκη διαδίκους, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15-1-2018 έφεση των αναιρεσειουσών κατά των αναιρεσίβλητων και άλλων μη διαδίκων στη δίκη αυτή (Σ. Π. και Β. Π.), επικυρώνοντας την πρωτόδικη υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κρίνει ομοίως, είχε δεχθεί εν μέρει την από 12-9-2016 αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και είχε επιδικάσει στο δικαιοπάροχο των πρώτων αναιρεσίβλητων και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο τα προαναφερόμενα ποσά. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330 και 914 του Α.Κ.

και 5 παρ. 8, 12 παρ.1, 17 παρ.1 και 6, 19 παρ. 1,2,7 του Κ.Ο.Κ, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, τόσο της οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου Γ. Π. (1ης αναιρεσείουσας), όσο και του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Π. (μη διαδίκου) και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς και ως προς τη συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Επίσης, διέλαβε πλήρη αιτιολογία και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείου (Κ. Τ.). Συγκεκριμένα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) από έλλειψη της προσοχής και της επιμέλειας κατά την οδήγηση, που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, η αναιρεσείουσα Γ.

Π. επιχείρησε προσπέραση του προπορευόμενου αυτής λεωφορείου και αμέσως ακολούθησε προσπέραση του λεωφορείου από τον Σ. Π., εισερχόμενοι αμφότεροι εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ αυτό απαγορεύεται, τόσο από τη διπλή διαχωριστική διαγράμμιση της οδού, όσο και από τις ιδιαίτερες κυκλοφοριακές συνθήκες (στενό οδόστρωμα πλάτους 3,45 μέτρων στο ρεύμα προς Κιλκίς και 3,65 μέτρων στο ρεύμα προς Θεσσαλονίκη, με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων), η αμέλειά τους δε αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, καθώς βρέθηκαν αμφότεροι έμπροσθεν του λεωφορείου, χωρίς να είναι σε θέση να συνεχίσουν την πορεία τους σε ασφαλή απόσταση από αυτό μετά την ολοκλήρωση της προσπέρασης, ώστε να μην παρεμποδίσουν τη συνέχιση της πορείας του, αλλά αντίθετα παρεμβλήθησαν αιφνίδια στην πορεία του λεωφορείου, η μεν Γ.

Π. με την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της, ο δε Σ. Π. με το διαγώνιο ελιγμό προς τα δεξιά, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προσπέρασης, β) ότι εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς των ως άνω οδηγών, όταν η Γ. Π. ολοκλήρωσε την προσπέραση του λεωφορείου και ευθυγραμμίστηκε πάλι στο ρεύμα κυκλοφορίας της, το αυτοκίνητο που οδηγούσε παρουσίασε μηχανική βλάβη, με αποτέλεσμα να μειωθεί απότομα η ταχύτητά του και να μην μπορεί να διατηρήσει τον έλεγχό του, παρά δε τις προσπάθειές της να το φέρει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, αυτό ακινητοποιήθηκε στο μέσο περίπου του οδοστρώματος, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, ο δε Σ.

Π., που ακολουθούσε στην προσπέραση του λεωφορείου το αυτοκίνητο της Γ. Π., καθώς ολοκλήρωνε και ο ίδιος την προσπέραση και εισερχόταν στο ρεύμα κυκλοφορίας του, έμπροσθεν του λεωφορείου, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο, τροχοπέδησε άμεσα το όχημά του και επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό δεξιά, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στη πορεία του λεωφορείου, ο οδηγός του οποίου αν και επιχείρησε άμεση τροχοπέδηση, χωρίς, ωστόσο, λόγω του όγκου του οδηγούμενου απ' αυτόν λεωφορείου και του εξ αυτού μεγάλης αδράνειας, να μπορέσει να ακινητοποιήσει το όχημά του, να επιπέσει στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του Σ.

Π. και αυτό στο αυτοκίνητο της Γ. Π. και γ) ότι ο οδηγός του λεωφορείου Κ. Τ. ουδεμία ευθύνη φέρει για την πρόκληση του ατυχήματος, καθώς εκινείτο κανονικά, με επιτρεπόμενη για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του και συγκεκριμένα προς το δεξιό τμήμα αυτού και αιφνιδιάστηκε από τον απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, έμπροσθεν του, του αυτοκινήτου του Σ.

Π. και την απροειδοποίητη ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της Γ. Π., με αποτέλεσμα να μην κατορθώσει να αποφύγει τη σύγκρουση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1β'του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ουδόλως αναφέρονται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβίασε το Εφετείο.

Στο άρθρο 1 του ν. 2859/2000 ("Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας", ΦΕΚ Α' 248/7-11-2000), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α' 125), ορίζεται ότι: "Επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία "φόρος προστιθέμενης αξίας" σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου", στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: " Αντικείμενο του φόρου είναι α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα", ...

στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι: "Στο φόρο υπόκειται: α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής" ... και στο άρθρο 16 παρ. 1 ότι: "Η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός από το Δημόσιο κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών και η παροχή των υπηρεσιών...".

Περαιτέρω, στο άρθρο 30 του ως άνω ΚΦΠΑ ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στην παρ. 1 ότι: "Ο υποκείμενος στο φόρο δικαιούται να εκπέσει, από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών, το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν και η εισαγωγή αγαθών, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, καθώς και το φόρο που οφείλεται για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν...

Η έκπτωση αυτή παρέχεται κατά το μέρος που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση πράξεων που υπάγονται στο φόρο".... Στην παρ. 3 ότι: "Το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά το χρόνο που ο φόρος καθίσταται απαιτητός, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 18 του παρόντος". Επίσης, στο άρθρο 32 παρ. 1 του αυτού ΚΦΠΑ ορίζεται ότι: "Το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου μπορεί να ασκηθεί, εφόσον ο υποκείμενος στο φόρο κατέχει:

α) βεβαίωση περί υποβολής δήλωσης έναρξης εργασιών της περίπτωσης αυτής παραγράφου 1 του άρθρου 36, β) νόμιμο τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου, από τα οποία αποδεικνύονται οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών που γίνονται σε αυτόν και ο φόρος με τον οποίο επιβαρύνθηκαν, γ) στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται η εισαγωγή αγαθών από αυτόν, καθώς και ο φόρος, με τον οποίο επιβαρύνθηκαν τα αγαθά, δ) νόμιμο τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου ή την περιοδική δήλωση της οικείας φορολογικής περιόδου, στην περίπτωση που δεν υπάρχει άλλο αποδεικτικό στοιχείο, για τις πραγματοποιούμενες ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών, καθώς και τις λήψεις υπηρεσιών για τις οποίες είναι ο ίδιος υπόχρεος στο φόρο, εφόσον οι πράξεις αυτές έχουν καταχωρηθεί στα τηρούμενα βιβλία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ε) κυρωμένο αντίγραφο της έκτακτης περιοδικής δήλωσης ή της ειδικής δήλωσης της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 36, όπου προβλέπεται η καταβολή φόρου με τις δηλώσεις αυτές, από τις οποίες αποδεικνύεται η καταβολή του φόρου".

Με βάση τα ως άνω, συνάγεται ότι, για το θέμα που ενδιαφέρει στην ερευνώμενη υπόθεση, για να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου από τον υποκείμενο στο φόρο απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη σύμβαση από τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και όχι να υφίσταται αδικοπραξία όπως στη περίπτωση που τα ποσά των ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής βλαβέντος από αυτοκινητικό ατύχημα οχήματος συνιστούν ζημία από αδικοπραξία.

Σε περίπτωση μη επιδίκασης του ΦΠΑ για την ως άνω αιτία η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση προς την αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, κατά τις οποίες η αποζημίωση περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της παρούσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα τελούσε αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός.

Ειδικώς σε περίπτωση βλάβης οχήματος, στη μείωση της περιουσίας του ιδιοκτήτη (θετική ζημία) περιλαμβάνεται η αξία των ανταλλακτικών, το κόστος της εργασίας επισκευής, αλλά και ο αναλογούν ΦΠΑ (Α.Π. 1519/2023, Α.Π. 80/1999, Α.Π. 394/1997). Οι εταιρίες επισκευής αυτοκινήτων οφείλουν να εκδίδουν, ως έχουν υποχρέωση εκ του νόμου, φορολογικό στοιχείο στο οποίο αναγράφουν, πέραν της αξίας του κόστους των ανταλλακτικών και τις υπηρεσίες που παρέχουν και τον αναλογούντα ΦΠΑ.

Με την πράξη αυτή υλοποιούν κατά νόμο τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις ρυθμίσεις των ΕΛΠ (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα) και του ΚΦΠΑ (Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας). Ουδεμία όμως διάταξη νόμου προβλέπει να συμψηφίζεται ο ΦΠΑ της ζημίας ειδικά στην περίπτωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, όπως αναφέρθηκε, ως αυτόματη και άμεση συνέπεια του ζημιογόνου γεγονότος.

Αυτός (ΦΠΑ) καταρχάς συνιστά ζημία του παθόντος και ο παθών θα συμψηφίσει το ποσό του ΦΠΑ με τον προς απόδοση φόρο του, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις από την ισχύουσα εκάστοτε φορολογική νομοθεσία που εξυπηρετεί ίδιο και αυτοτελή σκοπό, δηλαδή την είσπραξη των θεσμοθετημένων φόρων, που κείται όμως πέραν και ανεξαρτήτως της επίδικης ζημίας.

Και αυτό διότι, ο συμψηφισμός του ΦΠΑ από το σε καθεστώς ΦΠΑ (ζημιωθέντα) στηρίζεται σε αυτοτελή λόγο κτήσεως (αυτοτελής παροχή) που απορρέει από το ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο του φορολογικού δικαίου με την οποία επιδιώκεται ίδιος σκοπός, προβλέπεται υπέρ του ζημιωθέντος και εξαρτάται από το νόμο εξαιτίας προγενέστερης επαγγελματικής του δραστηριότητας, η οποία είναι αυτόνομη και δεν συνέχεται με την ένδικη ζημία, αφού αναγνωρίζεται ως ωφέλεια στον ζημιωθέντα εξυπηρετώντας ίδιο σκοπό ανεξάρτητα και παράλληλα άρα σωρευτικά με τη ζημία και κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να συνυπολογίζεται - αφαιρείται ως κέρδος κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης και ωφέλεια του παθόντος από τον συμψηφισμό του ΦΠΑ της ζημίας με τον προς απόδοση φόρο του (Α.Π. 1519/2023).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β` Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 43/1990) ή αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 Κ.Πολ.Δ.

προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.ΑΠ 2/1989, Ολ.ΑΠ 14/2004, Α.Π. 335/2021).

Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτές και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, όπως υποστηρίζουν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την, προβληθείσα πρωτοδίκως με τις κατατεθείσες προτάσεις τους και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το δικόγραφο της έφεσής τους, ένσταση συνυπολογισμού ζημίας-οφέλους για την αξία του αναλογούντος ΦΠΑ στις δαπάνες για την επισκευή του λεωφορείου των αναιρεσίβλητων, καθώς το ποσό αυτό έχει συμψηφισθεί με τον Φ.Π.Α.

που οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, ως επαγγελματίες-ιδιοκτήτες λεωφορείου, έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στο Δημόσιο, συνέπεια δε του ανωτέρω συμψηφισμού είναι να έχουν αντίστοιχη ωφέλεια ποσού 1.231,65 ευρώ, που αποτελεί τον αναλογούντα Φ.Π.Α. της δαπάνης επισκευής εκ ποσού 6.586,65 ευρώ. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι από την παραπάνω σύγκρουση προκλήθηκαν βλάβες στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο που υπάγεται στη δυναμικότητα του ΚΤΕΛ ΚΙΛΚΙΣ Α.Ε., συνιδιοκτησίας των εναγόντων της υπό στοιχείο γ' αγωγής Κ. Τ. (δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων των αναιρεσίβλητων), σε ποσοστό 25% και Ν. Μ. (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου), σε ποσοστό 75%, εργοστασίου κατασκευής SCΑΝΙΑ, τύπου Υ13Μ, κυλινδρισμού 11705, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 20-7-2004.

Συγκεκριμένα, υπέστησαν ζημίες οι εμπρόσθιοι φανοί, η εμπρόσθια μάσκα και ο εμπρόσθιος προφυλακτήρας, η μετώπη και το καλοριφέρ, για την αποκατάσταση των οποίων οι ενάγοντες δαπάνησαν το ποσό των 6.586,65 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών και τη διενέργεια τεχνικών εργασιών (βλ. το ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της επιχείρησης ...

και τα ... και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του Π. Μ. Ψ.)"...". Με βάση τις άνω παραδοχές, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το Εφετείο, επιδίκασε ως αποζημίωση και τον αναλογούντα Φ.Π.Α. στις δαπάνες αγοράς ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής του οχήματος ιδιοκτησίας των εναγόντων Κ. Τ. και Ν. Μ., αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της από 12-9-2016 (αριθμ.

έκθ. κατ. ...) αγωγής τους, στο αιτούμενο ως αποζημίωση ποσό για την επισκευή του λεωφορείου ιδιοκτησίας τους είχαν συμπεριλάβει και τον αναλογούντα Φ.Π.Α. ποσοστού 23%, ήτοι ποσό 81,65 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών, καθώς επίσης και τα ποσά των 805 ευρώ και 345 ευρώ για τις τεχνικές εργασίες επισκευής. Ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειουσών, κατά τα αναφερόμενα στη προπαρατεθείσα νομική σκέψη, ήταν μη νόμιμος, καθόσον ο αναλογούν Φ.Π.Α.

επί της απαιτηθείσας δαπάνης αγοράς ανταλλακτικών και εκτέλεσης εργασιών επισκευής του προαναφερθέντος οχήματος, πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 του ΑΚ, και εκείνες των άρθρων 1, 2, 3, 4, 30 και 32 του ν. 2859/2000, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις έκπτωσης του φόρου Φ.Π.Α., που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 30 και 32 του ν. 2859/2000 (περί Φ.Π.Α.), σύμφωνα με τις οποίες για να ασκηθεί το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου από τον υποκείμενο στο φόρο, απαιτείται επαχθής αιτία συναλλαγής και δη σύμβαση από τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητα του υποκείμενου στο φόρο και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και όχι να υφίσταται αδικοπραξία, όπως εν προκειμένω, που οι δαπάνες των ανταλλακτικών και των εργασιών επισκευής του βλαβέντος οχήματος των εναγόντων και ήδη πρώτων και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, συνιστούν ζημία αυτών από αδικοπραξία.

Σε περίπτωση δε, μη επιδίκασης του Φ.Π.Α. για την άνω αιτία, η θέση του υπόχρεου προς αποζημίωση θα καθίστατο ευνοϊκότερη και τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση προς την αρχή της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο που δεν απάντησε στο μη νόμιμο ισχυρισμό αυτόν των αναιρεσειουσών, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ.

β' του Κ.Πολ.Δ. και ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (A.Π. 5/2020, Α.Π. 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 119/2018, Α.Π. 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (Α.Π. 5/2020). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος.

Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.ΑΠ 18/1998, Α.Π. 1967/2006). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.ΑΠ 1573/1981, Α.Π. 99/2017, Α.Π. 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 1573/1981, Α.Π. 1492/2021,Α.Π. 261/2020, Α.Π. 1033/2019, Α.Π. 1487/2017).

Ειδικότερα, στοιχεία του ορισμένου της αγωγής από αδικοπραξία, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς(πράξης ή παράλειψης), οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του ζημιώσαντος (ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατ' άρθρο 922 του ΑΚ), η πρόκληση εξ αυτής ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας (Α.Π. 683/2013).

Η υποχρέωση για αποζημίωση περιλαμβάνει αφενός μεν τη θετική ζημία, αφετέρου δε την αποθετική. Θετική ζημία είναι η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, ενώ αποθετική ζημία υπάρχει και όταν δεν μειώνεται η περιουσία, αλλά αποτρέπεται η αύξησή της, που χωρίς το ζημιογόνο γεγονός θα επερχόταν (Α.Π.725/2009).

Μόνη η αναφορά συλλήβδην του συνολικώς αιτουμένου ποσού αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 929 Α.Κ., χωρίς την περιγραφή του είδους των επιμέρους στοιχείων, δυνάμει των οποίων ορίζεται κάθε επιμέρους ζημία του παθόντος, δεν αρκεί για την πληρότητα της αγωγής, η οποία ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη (Α.Π. 569/2000 ).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την αοριστία του δικογράφου της αγωγής ως προς την αγωγική αξίωση για αποζημίωση, κατ' άρθρο 298 Α.Κ, για τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες κατά την παραμονή του λεωφορείου τους στο συνεργείο προς επισκευή, εξαιτίας των βλαβών που υπέστη από το ένδικο τροχαίου ατύχημα, κατά το χρονικό διάστημα από 8-12-2015 έως 13-12-2015, κατά το οποίο δεν εκτέλεσε δρομολόγια.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της από 12-9-2016 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) αγωγής του Κ. Τ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω του θανάτου του οι δύο πρώτες αναιρεσίβλητες) και του Ν. Μ., ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, οι ενάγοντες, προκειμένου να θεμελιώσουν την ως άνω αξίωσή τους για καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστησαν, επικαλέστηκαν τα ακόλουθα: "...ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ:

Επειδή, εξαιτίας των ζημιών που υπέστη το όχημά μας, προκειμένου να αποκατασταθούν αυτές, παρέμεινε το όχημά μας στο συνεργείο για έξι ημέρες, ήτοι από 08-12-2009 έως και 13-12-2009. Για αυτές τις ημέρες απωλέσαμε εισόδημα ύψους 1.428,77 ΕΥΡΩ συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α., διότι για κάθε ημέρα που δεν δρομολογούνταν χρεωνόταν με τα χιλιόμετρα που δεν έκανε (6 ημέρες Χ 193,60) ΕΥΡΩ ημερήσιο κόστος απώλειας = 1.161 ΕΥΡΩ + 267,17 Φ.Π.Α.=1.428,77 ΕΥΡΩ συνολικό κόστος απώλειας, βάσει της από 07-09-2016 βεβαίωσης της ΚΤΕΛ Ν.

ΚΙΛΚΙΣ Α.Ε. Αφαιρουμένου του ποσού των 50 ΕΥΡΩ ημερησίως που αφορά σε έξοδα κίνησης του λεωφορείου (πετρέλαιο, οδηγός κλπ) και συνολικά για τις πέντε ημέρες 300 ΕΥΡΩ (6 ημέρες Χ 50 ΕΥΡΩ). Ήτοι το καθαρό κόστος για την απώλεια εργασιών ανέρχεται στο ποσό των 1.128,77 ΕΥΡΩ και το οποίο πρέπει να μας καταβληθεί από τους εναγόμενους (μεταξύ των οποίων και τις ήδη αναιρεσείουσες)...".

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (υπ'αριθμ....), επικύρωσε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει ορισμένο και νόμιμο το σχετικό κονδύλιο και ακολούθως ουσιαστικά βάσιμο, επιδικάζοντας ως αποζημίωση το αιτούμενο για την αιτία αυτή χρηματικό ποσό.

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω αγωγική αξίωση για καταβολή αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδημάτων, είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιέχει, κατ' άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το άρθρο 298 Α.Κ. την αγωγική αξίωση και δικαιολογούν την άσκησή της από τους ενάγοντες κατά των εναγομένων.

Πιο συγκεκριμένα, οι ενάγοντες μνημονεύουν με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση της ως άνω αξίωσης, ήτοι ότι εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος και της παραμονής του λεωφορείου στο συνεργείο από 8-12-2009 έως και 13-12-2009, για κάθε ημέρα που δεν δρομολογείτο το λεωφορείο στο ΚΤΕΛ ΚΙΛΚΙΣ, όπου ήταν ενταγμένο, χρεωνόταν με τα χιλιόμετρα που δεν πραγματοποιούσε, ήτοι με 193,60 ευρώ ημερησίως και το συνολικό κόστος απώλειας, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α., ανέρχεται σε 1.428,77 ευρώ, μετ' αφαίρεση δε των εξόδων κίνησης του λεωφορείου, ποσού 300 ευρώ (6 ημέρες Χ 50 ευρώ), οι ενάγοντες απώλεσαν 1.128,77 ευρώ.

Συνακόλουθα, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, τη σχετική αξίωση των εναγόντων για αποζημίωση και απέρριψε, εκ των πραγμάτων, την ένσταση αοριστίας που είχαν προβάλει, πρωτοδίκως, οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους και είχαν επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο της από 15-1-2018 (αριθμ.

έκθ. κατ. ...) έφεσής τους, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών αυτών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, ορθώς δεν κήρυξε απαράδεκτο και δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, καθότι η αγωγή κατά το κονδύλιο τούτο πληρούσε τις προϋποθέσεις της δικονομικής διάταξης του άρθρ. 216 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πρέπει να απορριφθεί.

Kατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., ως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον ν. 4335/2015 του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ.), το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα (άρθρ. 591, 614 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφόσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ.

περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου. Έτσι, λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (Α.Π 124/2023 ΑΠ 1483/2021, ΑΠ 1402/2015, Α.Π. 150/2022, Α.Π. 1721/2014, Α.Π. 1423/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 περ. α` Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι αυτό έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα για την παραδοχή της βασιμότητας του κονδυλίου απώλειας εισοδήματος των εναγόντων έλαβε υπόψη του την από 7-9-2016 βεβαίωση του ΚΤΕΛ Ν.

ΚΙΛΚΙΣ, η οποία δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί ειδικά ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη μεταξύ των ήδη αναιρεσειουσών και των ήδη αναιρεσίβλητων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης... Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ