Legislator Case Law & Legislation
420/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague allegations and factual re-evaluation errors.

Case Number 420/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to annul enforcement actions. The appellant argued the lower court distorted documents regarding a payment receipt and other evidence, but the court found the appeal vague and contradictory. The court ruled that the lower court correctly evaluated the evidence and that factual disputes fall outside appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of documents must be specific and non-contradictory, and errors in fact-finding do not constitute grounds for annulment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure annulment appeal distortion of documents factual evaluation procedural admissibility enforcement actions appellate review limits

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 420 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 420/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Α. Σ. ή Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Τριαλώνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11886/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 970/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/3/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 29-3-2019 (αρ. καταθ. 314/12-4-2019) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 970/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 15-2-2018 έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 11886/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε η από 25-10-2016 ανακοπή του αναιρεσίβλητου για την ακύρωση των αναφερόμενων σ' αυτή, σε βάρος του, πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, με τίτλο εκτελεστό τη με αριθμό 4563/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για απαίτηση της καθής η ανακοπή -αναιρεσείουσας προερχόμενη από τη με αριθμό ...

επιταγή της ALPHA BANK, έκδοσης του ανακόπτοντος, με ημερομηνία 17-10-2009, ποσού 150.000 ευρώ, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού κρίθηκε ότι η προαναφερθείσα επιταγή, για την οποία εκδόθηκε η 4563/2010 διαταγή πληρωμής, με την οποία ως εκτελεστό τίτλο, επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ανακόπτοντος, αντιπροσωπεύει απαίτηση για μη επακολουθήσασα αιτία, που καθιστά αχρεώστητη την πληρωμή αυτής, με συνέπεια την ακυρότητα των επισπευδόμενων σε βάρος του ανακόπτοντος - αναιρεσίβλητου πράξεων εκτέλεσης, έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκαν οι πράξεις αυτές.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 467/2021, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση, ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον άνω λόγο αναίρεσης, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 342/2021).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς η εν λόγω εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 849/2007). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή της, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013 ΑΠ 1206/2008).

Σε αμφότερες δε τις άνω περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 109/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με σχετικό (αναρίθμητο) λόγο της αναίρεσης, διαλαμβανόμενο στις σελ. 4-7 του αναιρετηρίου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι, δεχόμενη τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος - αναιρεσίβλητου (λόγο ανακοπής) ότι η ίδια δεν δικαιούται να λάβει τα χρήματα της επίδικης επιταγής, έκδοσής του (για την οποία εκδόθηκε η 4563/2010 διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία ως τίτλο εκτελεστό, επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του τελευταίου), διότι η επιταγή θα πληρωνόταν από τον τελευταίο, μετά την ολοκλήρωση από αυτή της κατασκευής των εγκαταστάσεων του πωληθέντος στον αναιρεσίβλητο πρατηρίου υγρών καυσίμων (οι οποίες δεν έλαβαν χώρα), παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του πδ/τος 118/2006, που ορίζει τη διαδικασία για την έκδοση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας πρατηρίων υγρών καυσίμων (άρθρα 31 και 16 παρ. 2 αυτού).

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο τη διάταξη του άρθρου 31 του άνω πδ/τος, με την οποία παρασχέθηκε η δυνατότητα σε όσους κατείχαν άδεια ίδρυσης πρατηρίου, αλλά δεν είχαν άδεια λειτουργίας να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες εντός δύο ετών από τη δημοσίευσή του, για την έκδοση άδειας λειτουργίας, διάταξη που έχει συμπεριληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση και τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ίδιου πδ/τος, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά σε συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, περιορίζεται στο να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους, κατ' αυτήν, έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση, εκθέτοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι ανέλαβε την υποχρέωση της κατασκευής των εγκαταστάσεων του πωληθέντος πρατηρίου υγρών καυσίμων, για την κάλυψη του κόστους των οποίων εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, προκειμένου να εκδοθεί άδεια λειτουργίας γι' αυτό, παραβίασε τις άνω διατάξεις με τη μη εφαρμογή τους, καθώς με βάση αυτές δεν υπήρχε δυνατότητα έκδοσης άδειας λειτουργίας του πρατηρίου στο όνομά της (αναιρεσείουσας), αφού η ίδια μετά την πώληση του πρατηρίου στον αναιρεσίβλητο δεν ήταν ιδιοκτήτρια αυτού, ούτε μισθώτρια, ούτε ήταν δυνατή η έκδοση άδειας λειτουργίας στο όνομα του υιού της, Κ.

Κ., λόγω της παρέλευσης της άνω προθεσμίας των δύο ετών, που έτασσε το άνω πδ. Επίσης, εκθέτει ότι η επίδικη επιταγή έκδοσης του αναιρεσίβλητου αφορούσε πράγματι υπόλοιπο τιμήματος από τη μεταξύ τους αγοραπωλησία πρατηρίου υγρών καυσίμων και όχι δαπάνες για την κατασκευή εγκαταστάσεων πρατηρίου και την άδεια λειτουργίας του πρατηρίου, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλόμενη απόφαση, καθώς ο αναιρεσίβλητος, ως κύριος του ακινήτου, όπου το πρατήριο, μπορούσε κατά τις διατάξεις του άρθου 16 παρ. 2 του άνω πδ/τος, να προβεί στις κατασκευές αυτές καταβάλλοντας απευθείας τη σχετική δαπάνη, με συνέπεια να μη δικαιολογείται η έκδοση της επιταγής και η καταβολή του ποσού της στην ίδια για τις εργασίες αυτές και επιπλέον ότι αν πράγματι η επιταγή αφορούσε τις παραπάνω εργασίες, όταν έφθασε ο χρόνος πληρωμής της πρώτης επιταγής, μετά από αλλεπάλληλες ανανεώσεις της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, ο τελευταίος θα αξίωνε την επιστροφή της και δεν θα παρακαλούσε για συνεχείς ανανεώσεις, ούτε θα υπέγραφε υπεύθυνες δηλώσεις ότι το ποσό που ενσωμάτωνε η επιταγή αφορούσε την εξόφληση τιμήματος από την πώληση του πρατηρίου.

Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, είναι αόριστος, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο με τη μη εφαρμογή των διατάξεων που η αναιρεσείουσα επικαλείται στο αναιρετήριο, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ούτε διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του, όσον αφορά την ανυπαρξία της απαίτησης της αναιρεσείουσας από την επίδικη επιταγή, ως εκδοθείσας για αιτία που δεν επακολούθησε, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του άνω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ο άνω δε λόγος, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, αφορά κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα πλήττεται με αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την, εντεύθεν, κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από την αναιρεσείουσα, με βάση τα αναφερόμενα από αυτή αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς μάλιστα να αποδίδεται πλημμέλεια με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα με σχετικό λόγο αναίρεσης, διαλαμβανόμενο στις σελ. 14 και 16 - 19 του αναιρετηρίου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι διέλαβε αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές.

Ειδικότερα, στηριζόμενη στο κατ' αυτή προκύπτον από τα αναφερόμενα έγγραφα συμπέρασμα, προβάλλει τις αιτιάσεις, α) ότι η προσβαλλόμενη δεν περιέχει πλήρη αιτιολογία στις παραδοχές της περί ανάληψης της ευθύνης κατασκευής των εργασιών από την ίδια ή τον αναιρεσίβλητο, αφού ουδόλως αναφέρει πότε ανέλαβε την ευθύνη των εργασιών ο αναιρεσίβλητος, καθώς πράγματι αυτός ανέλαβε την ευθύνη με νέα του δήλωση την 1-7-2009, ήτοι δέκα ημέρες μετά τη δική της δήλωση ανάληψης των εργασιών, με συνέπεια η τελευταία δήλωση της να μην έχει ισχύ, β) ότι η προσβαλλόμενη δεχόμενη ότι η επιταγή των 200.000 ευρώ που ήταν πληρωτέα αρχικά μέχρι 28-2-2009 αφορούσε τις δαπάνες για την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών για την κατασκευή εγκαταστάσεων και τη διαδικασία για τη λήψη άδειας λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων και στη συνέχεια ότι περί τις 30-6-2009 που έληγε η ανανεωθείσα ημερομηνία πληρωμής της ως άνω επιταγής των 200.000 ευρώ, ο αναιρεσίβλητος δέχθηκε να καταβάλει 50.000 ευρώ, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι εργασίες, αντικαθιστώντας την ως άνω επιταγή με άλλη ποσού 150.000 ευρώ (επίδικη), δεν αιτιολογεί επαρκώς, ι) γιατί δεν συντάχθηκε έγγραφο, που να περιγράφει τις υποχρεώσεις της (αναιρεσείουσας) και ιι) τον τρόπο που θα χρηματοδοτούνταν οι εργασίες, πριν την καταβολή των 50.000 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο, αφού η αναιρεσείουσα κατείχε την επιταγή και όχι μετρητά χρήματα και γ) δεχόμενη τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι από τα επικαλούμενα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι, ουδεμία υποχρέωση αυτή ανέλαβε έναντι του αναιρεσίβλητου, το δε .../2008 πληρεξούσιο, που είναι μεταγενέστερο της σύμβασης αγοραπωλησίας του ακινήτου δόθηκε από τον υιό της, Κ.

Κ. χωρίς να προκύπτει ότι την εκπροσωπεί, ενώ αν αυτό αφορούσε ενέργειες κατασκευής εγκαταστάσεων πρατηρίου ή ενέργειες προς έκδοση άδειας λειτουργίας πρατηρίου, την πληρεξουσιότητα θα χορηγούσε η ίδια και μάλιστα πριν την υπογραφή του συμβολαίου πωλήσεως του πρατηρίου, θα είχε γίνει ειδική μνεία στο συμβόλαιο και θα είχε συνταχθεί άλλο έγγραφο που θα περιέγραφε αναλυτικά τις εργασίες κατασκευής των εγκατάσεων, το κόστος, την ποιότητα, το εύρος και τα υλικά.

Επιπλέον ισχυρίζεται, ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα ανανέωσης των επιταγών, δεν απέστειλε ουδεμία εξώδικη μαρτυρία με βάση τον άνω προφανώς αβάσιμο ισχυρισμό του, που να την καλεί να προχωρήσει στις ενέργειες που είχε αναλάβει, ούτε δικαιολογεί γιατί υπήρξε η τελευταία ανανέωση της επιταγής, ενώ δεν είχε γίνει ουδεμία ενέργεια της ίδιας (αναιρεσείουσας).

Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, αφενός μεν δεν μνημονεύονται στο δικόγραφο, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που κατά την αναιρεσείουσα παραβιάστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή αυτού του κανόνα, η απαιτούμενη πληρότητα των αιτιολογιών και να κριθεί η βασιμότητα του λόγου της αναίρεσης, ούτε οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, παρά μόνον αποσπασματικά και κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας και συνεπώς είναι αόριστος, αφετέρου δε, καθόσον οι αιτιάσεις του, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, ο προβαλλόμενος λόγος ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ανυπαρξίας απαίτησης από την επίδικη επιταγή, για το λόγο ότι δε επακολούθησε η αιτία έκδοσης της, για την οποία εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος.

Είναι δε συγκεκριμένες οι αιτιάσεις αυτής, ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς δεν αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο δέχεται ότι αποδείχθηκαν όσα αντίθετα πραγματικά περιστατικά περιλαμβάνονται στις παραδοχές του και δεν ισχύουν αυτά τα οποία η αναιρεσείουσα θεωρεί ως αποδειχθέντα και αληθή πραγματικά περιστατικά, με βάση, μάλιστα, μόνο τα μνημονευόμενα από την ίδια αποδεικτικά μέσα και τα δικά της επιχειρήματα.

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, οι οποίες δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, παραθέτοντας τα δικά της επιχειρήματα ως προς την αλήθεια αυτών, δεν μπορούν να ιδρύσουν την αποδιδόμενη με τον άνω λόγο πλημμέλεια, αφού, όπως αναφέρθηκε, δεν συνιστά ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα που θεωρεί ως αληθινά η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου και την εμπειρική πραγματικότητα, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 309/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 2084/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με σχετικό λόγο αναίρεσης, διαλαμβανόμενο στη σελ. 9 της αίτησης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την εφετειακή απόφαση, με την αιτίαση ότι αποδεχόμενη τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου (λόγο ανακοπής) ότι η επίδικη επιταγή, έκδοσής του, αφορούσε τις δαπάνες στις οποίες θα προέβαινε η ίδια (αναιρεσείουσα) για τις εγκαταστάσεις του πωληθέντος σ' αυτόν πρατηρίου, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι η εν λόγω επιταγή των 200.000 ευρώ, έπρεπε να πληρωθεί εντός ολίγων μηνών μετά την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας, ήτοι εντός χρονικού διαστήματος που ήταν πρακτικά αδύνατο να κατασκευαστούν εγκαταστάσεις πρατηρίου ύψους 200.000 ευρώ και να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες αδειοδότησης λειτουργίας πρατηρίου.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα και δη ότι, κατά το χρονικό διάστημα πληρωμής της επιταγής, των ολίγων μηνών από την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας, δεν ήταν δυνατόν να κατασκευαστούν οι άνω εγκαταστάσεις πρατηρίου και να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες αδειοδότησης λειτουργίας πρατηρίου, δεν αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο άνω λόγος αφορά κατ' επίφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα πλήττεται με αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.

γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021).

Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (AΠ 49/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με σχετικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, διαλαμβανόμενο στις σελ. 7 και 14 του δικογράφου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του, α) το .../31-7-2008 πληρεξούσιο, β) την υπεύθυνη δήλωση ανανέωσης επιταγής 200.000 ευρώ, γ) τη σύμβαση πώλησης ακινήτου, δ) υπεύθυνες δηλώσεις αναιρεσιβλήτου και ε) τις ανανεωθείσες επιταγές.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθώς δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των άνω εγγράφων, ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω έγγραφα και η νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση, περί επανεκτίμησης, ''όλων των εγγράφων, τα οποία καθένα από τα διάδικα μέρη επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης'', σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα προαναφερθέντα και δεν τα αγνόησε.

Η προβαλλόμενη δε με τον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτίαση, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 208/2018, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013).

Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης, πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο έγγραφο, και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 2264/2013).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν το ίδιο δικαστήριο, ενώ αναγιγνώσκει ορθά, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1182/2021, 312/2020, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 15/2021).

Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού αναίρεσης, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 9/2014, 374/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με αναρίθμητο λόγο της αίτησης αναίρεσης, διαλαμβανόμενο στις σελίδες 9-15 του δικογράφου της, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων, ήτοι, α) της από 22-6-2008 απόδειξης είσπραξης προκαταβολής 20.000 ευρώ για αγορά ακινήτου, με άδεια πρατηρίου, β) του ιδιωτικού συμφωνητικού ανανέωσης επιταγής με ημερομηνία 4-3-2009, γ) της από 1 Ιουλίου 2009 υπεύθυνης δήλωσης και δ) του με αριθμό .../2008 πληρεξουσίου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, με συνέπεια να καταλήξει σε προδήλως εσφαλμένο πόρισμα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την από 22-6-2008 απόδειξη είσπραξης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το πλήρες κείμενο της απόδειξης αυτής, αλλά απλώς αναφέρεται περιληπτικά το κατά την κρίση της αναιρεσείουσας περιεχόμενό της, με συνέπεια να μη μπορεί να διαγνωσθεί, σε σύγκριση με την εκτίμηση αυτής από το δικαστήριο, αν το τελευταίο οδηγήθηκε σε διαγνωστικό σφάλμα.

Ο ίδιος δε λόγος, όσον αφορά τα λοιπά έγγραφα, ήτοι το με αριθμό .../2008 πληρεξούσιο, το ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 4-3-2009 και την από 1 Ιουλίου 2009 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσίβλητου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του ίδιου λόγου αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, η από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του των ίδιων αμέσως πιο πάνω εγγράφων.

Σε κάθε περίπτωση ο άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς τα έγγραφα αυτά, σε διαγνωστικό λάθος, αλλά, αφού ορθά τα ανέγνωσε, μετά από συνεκτίμηση του περιεχομένου τους με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα και προς τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη.

Κατ' ακολουθία, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 970/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (αρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2019 (αριθμ. καταθ. 314/12-4-2019) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 970/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ