Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification, upholding independent contractor status over employment relationship.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's finding that she was an independent contractor rather than an employee. The appellant argued she was bound by the company's schedule and subject to its control, while the company contended her work involved specific medical procedures using provided equipment without legal subordination. The court ruled that the evidence supported the independent contractor classification and rejected the appeal as inadmissible for touching upon the appellate court's discretionary assessment of facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a lower court's finding of an independent contractor relationship is inadmissible if it merely questions the evaluation of evidence or the application of facts to law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 420 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 420/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ζ. του Χ. , κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΙΑΤΡΕΙΟ ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καυκά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-05-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 593/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1945/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-07-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Με την από 20-05-2015 (αριθ. κατ.59222/1908/2015) αγωγή, που άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Βιοϊατρική Διεθνή Διαγνωστικά Εργαστήρια ΕΠΕ", που συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από κοινού με τις αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) εταιρείες περιορισμένης ευθύνης από την απορροφώσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ραδιοδιάγνωση Διαγνωστικό Κέντρο Αθηνών ΑΕ", με διαδοχική τροποποίηση του καταστατικού της οποίας άλλαξε η επωνυμία της εναγομένης εταιρείας στην αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, την 06-05-1996 με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως ιατρός - καρδιολόγος στο Καρδιολογικό Εργαστήριο, που διατηρούσε αυτή στο κεντρικό κατάστημα της έδρας της, αλλά και στα κατά τόπους υποκαταστήματά της.
Ότι υπό την προαναφερθείσα ειδικότητα παρείχε την εργασία της στα καρδιολογικά εργαστήρια της εναγομένης, τηρώντας απαρέγκλιτα το προκαθορισμένο, από την τελευταία, ωράριο εργασίας, λαμβάνοντας ετήσια άδεια κατόπιν υποβολής εγγράφου σχετικού αιτήματος, με δεσμευτικό καθορισμό από αυτήν (εναγομένη) του αντικειμένου της εργασίας της, ήτοι των ιατρικών πράξεων που όφειλε να εκτελεί με τη χρήση των τεχνικών μέσων που της παρείχε και με την υποχρέωση σύναψης συμβάσεων, με τα υποδεικνυόμενα κάθε φορά από αυτή ασφαλιστικά ταμεία στο όνομά της, αλλά για λογαριασμό της εναγομένης έως την 28-11-2014, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της χωρίς την τήρηση του εγγράφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.
Ότι παρά το γεγονός ότι συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η τελευταία την εμφάνιζε ως ανεξάρτητη συνεργάτη ιατρό που εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.
Ζήτησε δε μετά από παραδεκτό περιορισμό εν μέρει του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, κυρίως με βάση της σύμβαση εργασίας της, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού:
1) Να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση αποτελούσε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου,
2) Να αναγνωρισθεί ότι η κατά την 28-11-2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν παράνομη λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου και της καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης,
3) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό ων 35.130,76 ευρώ, άλλως και επικουρικώς, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν εργάσθηκε πλήρως κατά το Νοέμβριο του έτους 2014, το ποσό των 30.872,66 ευρώ, ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, και
4) Να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει, για την ίδια άνω αιτία, το ποσό των 43.913,45 ευρώ, άλλως και επικουρικά το ποσό των 34.332,73 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όλα τα ανωτέρω χρηματικά ποσά από την ημεροχρονολογία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της (28-11-2014), άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 593/2017 απόφαση του Πρωτοβαθμίου άνω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, δεχθείσα ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό 35.130,76 ευρώ κα αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να της καταβάλει, για την ίδια ανωτέρω αιτία, το ποσό των 43.913,45 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 27-06-2017 έφεση η εναγομένη και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1945/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δεχθείσα ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, στην συνέχεια εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί διαφορετικά και δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης δε αυτής άσκησε την από 22-07-2019 υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα.
[2] Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 666/2009).
Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 312/2011).
Η δε παροχή των υπηρεσιών αυτών σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς κοινούς συμφωνηθέντες όρους, δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν τη σχέση ως εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών (σχετ. Ολ ΑΠ 28/2005). Ακόμη δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολουμένου, η μη ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η μη χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών, η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελεύθερων επαγγελματιών.
Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστατικών που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και με βάση εκείνα που στη συνέχεια προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία προσδίδει τον ορθό χαρακτηρισμό στην καταρτισθείσα σύμβαση, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013).
Εξάλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.§ 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 994/2013, ΑΠ 1133/2012).
[3] Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Επίσης κατά τη ίδια άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 573/2018).
[4] Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλομένη απόφαση αυτού δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: «| Η ενάγουσα είναι ιατρός καρδιολόγος εγγεγραμμένη στα Μητρώα του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και κάτοχος αδείας ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος δυνάμει της υπ'αριθμ. ... /1-9-1988 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών.
Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία έχει σκοπό την εκτέλεση εργαστηριακών εξετάσεων που καλύπτουν όλο το φάσμα της εργαστηριακής ιατρικής διάγνωσης, παρέχοντας της υπηρεσίες της μέσω πολυϊατρείου και πλήρως αυτοματοποιημένων διαγνωστικών εργαστηρίων, που διατηρεί τόσο στις εγκαταστάσεις της έδρας της στην Αθήνα, όσο και στα υποκαταστήματα της στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη.
Την 04-06-1997 καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της ενάγουσας και την εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Βιοϊατρική ΕΠΕ Διεθνή Διαγνωστικά Εργαστήρια" το με ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, κατά τους διαλαμβανόμενους σ' αυτό όρους, να παρέχει ως "Συνεργάτης" τις ιατρικές της υπηρεσίες σ' αυτή για αόριστη χρονική διάρκεια.
Στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο επιγράφεται ως "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Παροχής Ανεξαρτήτων Ιατρικών Υπηρεσιών", προβλεπόταν στον 6° αυτού όρο ότι "Ο Συνεργάτης θα επιλέγει χρονικά τα πλαίσια συνεργασίας του με την "ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ" ανάλογα με τις ανάγκες αυτής", στον 7° όρο ότι " [...] ο τρόπος συνεργασίας θα καθορίζεται με κοινή συμφωνία των μερών" και στον 8° όρο ότι "η "ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ" θα καταβάλει στον Συνεργάτη ως οικονομικό αντάλλαγμα [...], ποσοστό επί της εισπραττόμενης αμοιβής".
Ακολούθως, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε το από 01-03-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, κατά τους διαλαμβανόμενους σ' αυτό όρους, να παρέχει τις ιατρικές της υπηρεσίες στο Καρδιολογικό Εργαστήριο της ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗΣ στο υποκατάστημα αυτής στον ... Αττικής ως επιστημονικά υπεύθυνη Καρδιολόγος για αόριστη χρονική διάρκεια.
Στον 4° όρο του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού ορίστηκε ότι "η ιατρός θα εξετάζει η ίδια μόνο τους προσερχόμενους για πραγματοποίηση παρακλινικών διαγνωστικών εξετάσεων σε πελάτες της ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗΣ και θα υπογράφει τις υπ' αυτής πραγματοποιηθείσες εργαστηριακές εξετάσεις. Η ιατρός θα εποπτεύει και θα καθορίζει την απασχόληση του υπ' αυτής παραϊατρικού προσωπικού καθώς και την κάλυψη του εργαστηρίου σε περίπτωση αδειών.
Ομοίως να μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία του εργαστηρίου και την εξυπηρέτηση των προς εξέταση πελατών της "ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗΣ". Περαιτέρω, ορίστηκε στον 6° όρο του ιδίου ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού ότι η συμφωνηθείσα μικτή αμοιβή του ιατρού για τις προαναφερόμενες υπηρεσίες θα είναι 5.400.000 δραχμές, στον 8° όρο αυτού ότι η ιατρός υποχρεούται να εκδίδει τα από τον ΚΒΣ προβλεπόμενα θεωρημένα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ενώ ρητώς συμφωνήθηκε ότι η ιατρός θα εκχωρεί προς την ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ, για όσο χρονικό διάστημα θα ισχύουν, τόσο η παρούσα σύμβαση όσο και οι συναφθείσες συμβάσεις με τα Ασφαλιστικά Ταμεία και Οργανισμούς, όλα τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής της δραστηριότητας.
Στην συνέχεια, καταρτίστηκε μεταξύ των ιδίων ανωτέρω διαδίκων το από 01-01-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρει τον τίτλο ""Ιδιωτικό Συμφωνητικό Παροχής Ανεξαρτήτων Υπηρεσιών Ιατρού", με το οποίο διατηρήθηκαν, ως επί το πλείστον, οι όροι του προαναφερθέντος από 01-03-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ στον 3° όρο αυτού ορίστηκε ότι η ιατρός θα συνεργάζεται με την εναγομένη εταιρεία με την μορφή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και στον 7° όρο ορίστηκε ότι η ιατρός θα λαμβάνει ως αμοιβή 20% των ακαθαρίστων εσόδων των υπό της ιδίας και μόνο εκτελεσθέντων υπερηχογραφημάτων καρδιάς εκδίδοντας τα υπό του ΚΒΣ προβλεπόμενα δελτία (τιμολόγια) παροχής υπηρεσιών προς την "ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ".
Περαιτέρω, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι με την υπ'αριθμ. ... /2000 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στο υπ'αριθμ. ... /29-12-2000 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), εγκρίθηκε η συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Βιοϊατρική Διεθνή Διαγνωστικά Εργαστήρια" από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... .
Η ενάγουσα παρείχε τις ιατρικές της υπηρεσίες ως καρδιολόγος από την 04-06-1997 (σύνταξη αρχικού ιδιωτικού συμφωνητικού) αρχικώς στην άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Βιοϊατρική Διεθνή Διαγνωστικά Εργαστήρια" και στη συνέχεια μετά την απορρόφηση αυτής από την ήδη εναγομένη - εκκαλούσα στην τελευταία έως την 28-11-2014, οπότε αυτή κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση.
Καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης η ενάγουσα κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών της δεν είχε συμβατικά καθορισμένο ωράριο, αφού τόσο στην αρχική της σύμβαση όσο και στις μεταγενέστερες αυτής ουδείς όρος περί τούτου περιλαμβάνετο, αλλά παρείχε αυτές (ιατρικές υπηρεσίες της) εντός των ωρών λειτουργίας του εργαστηρίου της εναγομένης, σε προκαθορισμένα ραντεβού τα οποία καθορίζονταν από την γραμματεία του συγκεκριμένου καταστήματος της εναγομένης κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με την ίδια (ενάγουσα), έτσι ώστε οι πελάτες της εναγομένης να εξετασθούν από την ίδια κατά τις ώρες και ημέρες που είχε επιλέξει αυτή.
Άλλωστε, αυτή (ενάγουσα), τόσο κατά την προσέλευση της στο χώρο όσο και κατά την αναχώρησή της από το χώρο παροχής των υπηρεσιών της, δεν υποχρεούτο να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο ούτε και υπόκειτο σε σχετικό έλεγχο των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης σχετικά με την τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου, ειδικά, μάλιστα, κατά την παροχή των υπηρεσιών της στο Υποκατάστημα της τελευταίας στον ...
Αττικής και συγκεκριμένα στο Καρδιολογικό Εργαστήριο, του οποίου ήταν επιστημονικά υπεύθυνη και προΐστατο του παραϊατρικού προσωπικού του καταστήματος τούτου. Προέβαινε στην άσκηση των καθηκόντων της και ειδικότερα στη διενέργεια των διαγνωστικών εξετάσεων των ασθενών σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθεί συγκεκριμένες οδηγίες της εναγομένης ούτε υπόκειτο σε οποιονδήποτε έλεγχο αυτής, αλλά, αντίθετα, ως υπεύθυνη του συγκεκριμένου εργαστηρίου της, είχε, (κατά την άσκηση των καθηκόντων της) απόλυτη πρωτοβουλία και ελευθερία δράσεως.
Επίσης, κατά τη λήψη των αποδοχών της εξέδιδε (ενάγουσα) εξοφλητικές αποδείξεις παροχής ιατρικών υπηρεσιών θεωρημένες από την αρμόδια ΔΟΥ, τις οποίες χορηγούσε στην εναγομένη, ενώ βαρυνόταν και με τον ανάλογο φόρο εισοδήματος. Τα ανωτέρω σαφώς προκύπτουν από τις καταθέσεις των επιμέλεια της εναγομένης εξετασθέντων μαρτύρων, Ε.
Ο. εργαζομένης στο Τμήμα Προσωπικού της εναγομένης και Κ. Χ. , ιατρού καρδιολόγου της εναγομένης αντιστοίχως, οι οποίοι κατέθεσαν ότι τα ραντεβού της ενάγουσας μετά των ασθενών κλείνονταν πάντοτε με τη συνεργασία της ίδιας και της γραμματείας, καθώς και ότι κατά την προσέλευση και αποχώρησή της από το υποκατάστημα της εναγομένης δεν ακύρωνε κάρτα παρουσίας.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από το έτος 1998 η εναγομένη υπέβαλε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση συνεργατών ιατρών για παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών, στις οποίες, μεταξύ άλλων συνεργαζομένων ιατρών, διαφόρων ειδικοτήτων, συμπεριέλαβε και την ενάγουσα, ενώ από το έτος 2014 η εναγομένη απασχολούσε και ιατρούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ενάγουσα, κατά την παροχή των ιατρικών της υπηρεσιών, δεν υπόκειτο σε νομική εξάρτηση έναντι της εναγομένης, εκδηλούμενη με το διευθυντικό δικαίωμα αυτής να της δίδει δεσμευτικές εντολές και να υπόκειται σε έλεγχο αυτής (εναγομένης) ως προς τον τρόπο παροχής αυτών (ιατρικών υπηρεσιών), ούτε ήταν υποχρεωμένη να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι η ενάγουσα με σχετικές έγγραφες αιτήσεις της προς την εναγομένη ζήτησε από αυτήν την παροχή αδείας, καθόσον από τις εν λόγω αιτήσεις δεν συνάγεται χωρίς άλλο ότι αυτή συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού και ως συνεργάτης ιατρός της τελευταίας, θα έπρεπε να συντονίσει την απουσία της με την παρουσία άλλων συναδέλφων της ιατρών καρδιολόγων της εναγομένης, ώστε η τελευταία να δύναται να λειτουργήσει, ούτε από το γεγονός ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στις εγκαταστάσεις υποκαταστημάτων της εναγομένης και ότι χρησιμοποιούσε τον ιατρικό εξοπλισμό αυτής, καθ' όσον από τη φύση της σύμβασης της, οι υπηρεσίες της αυτές δεν ήταν δυνατόν να παρασχεθούν παρά μόνον στους συγκεκριμένους χώρους της εναγομένης, που ήταν προορισμένοι για την παροχή των συγκεκριμένων ιατρικών φροντίδων, με τα αναγκαία όργανα, η χρήση των οποίων παρείχετο από την τελευταία.
Ενόψει των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ενώ δεν αποτελεί αντίθετη περί των ανωτέρω απόδειξη η ύπαρξη μιας χαλαρής εξάρτησης της ενάγουσας από την εναγομένη, κατά την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών της, όσον αφορά τον τόπο παροχής και εν μέρει στο χρόνο παροχής αυτών, ήτοι εντός του ωραρίου λειτουργίας του εργαστηρίου της, καθόσον τούτο δεν αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα, τον χαρακτήρα αυτής ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Επομένως, εφόσον αποδείχτηκε ότι η επίδικη σχέση των διαδίκων δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχτηκε τα αντίθετα και συγκεκριμένα, ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και δέχτηκε την ανωτέρω αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στην ενάγουσα τα αιτηθέντα με αυτήν ποσά ως αποζημίωση απόλυσης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως βάσιμου κατ' ουσίαν του δευτέρου λόγου της έφεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, αφού κρατηθεί η υπόθεση (αρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ) και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, η ένδικη από 20-05-2015 [...] αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν |».
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες περί του ότι η ένδικη συμβατική σχέση έφερε τον χαρακτήρα σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και κατά συνέπεια ορθώς εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 361, 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Εφετείο δεχόμενο ότι:
α) καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης η ενάγουσα κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών της δεν είχε συμβατικά καθορισμένο ωράριο, αφού τόσο στην αρχική της σύμβαση όσο και στις μεταγενέστερες αυτής ουδείς όρος περί τούτου περιλαμβάνετο, αλλά παρείχε αυτές (ιατρικές υπηρεσίες της) εντός των ωρών λειτουργίας του εργαστηρίου της εναγομένης, σε προκαθορισμένα ραντεβού τα οποία καθορίζονταν από την γραμματεία του συγκεκριμένου καταστήματος της εναγομένης κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με την ίδια (ενάγουσα), έτσι ώστε οι πελάτες της εναγομένης να εξετασθούν από την ίδια κατά τις ώρες και ημέρες που είχε επιλέξει αυτή,
β) ότι (η ενάγουσα) τόσο κατά την προσέλευσή της στο χώρο όσο και κατά την αναχώρησή της από το χώρο παροχής των υπηρεσιών της, δεν υποχρεούτο να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο ούτε και υπόκειτο σε σχετικό έλεγχο των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης σχετικά με την τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου, ειδικά, μάλιστα, κατά την παροχή των υπηρεσιών της στο Υποκατάστημα της τελευταίας στον ... Αττικής και συγκεκριμένα στο Καρδιολογικό Εργαστήριο, του οποίου ήταν επιστημονικά υπεύθυνη και προΐστατο του παραϊατρικού προσωπικού του καταστήματος τούτου,
γ) ότι προέβαινε στην άσκηση των καθηκόντων της και ειδικότερα στη διενέργεια των διαγνωστικών εξετάσεων των ασθενών σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθεί συγκεκριμένες οδηγίες της εναγομένης ούτε υπόκειτο σε οποιονδήποτε έλεγχο αυτής, αλλά, αντίθετα, ως υπεύθυνη του συγκεκριμένου εργαστηρίου της, είχε, (κατά την άσκηση των καθηκόντων της) απόλυτη πρωτοβουλία και ελευθερία δράσεως,
δ) ότι κατά τη λήψη των αποδοχών της εξέδιδε (ενάγουσα) εξοφλητικές αποδείξεις παροχής ιατρικών υπηρεσιών θεωρημένες από την αρμόδια ΔΟΥ, τις οποίες χορηγούσε στην εναγομένη, ενώ βαρυνόταν και με τον ανάλογο φόρο εισοδήματος,
ε) ότι από το έτος 1998 η εναγομένη υπέβαλε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση συνεργατών ιατρών για παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών, στις οποίες, μεταξύ άλλων συνεργαζομένων ιατρών, διαφόρων ειδικοτήτων, συμπεριέλαβε και την ενάγουσα, ενώ από το έτος 2014 η εναγομένη απασχολούσε και ιατρούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας,
στ) ότι η ενάγουσα, κατά την παροχή των ιατρικών της υπηρεσιών, δεν υπόκειτο σε νομική εξάρτηση έναντι της εναγομένης, εκδηλούμενη με το διευθυντικό δικαίωμα αυτής να της δίδει δεσμευτικές εντολές και να υπόκειται σε έλεγχο αυτής (εναγομένης) ως προς τον τρόπο παροχής αυτών (ιατρικών υπηρεσιών), ούτε ήταν υποχρεωμένη να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο και
ζ) ότι τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι η ενάγουσα με σχετικές έγγραφες αιτήσεις της προς την εναγομένη ζήτησε από αυτήν την παροχή αδείας, καθόσον από τις εν λόγω αιτήσεις δεν συνάγεται χωρίς άλλο ότι αυτή συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού και ως συνεργάτης ιατρός της τελευταίας, θα έπρεπε να συντονίσει την απουσία της με την παρουσία άλλων συναδέλφων της ιατρών καρδιολόγων της εναγομένης, ώστε η τελευταία να δύναται να λειτουργήσει, ούτε από το γεγονός ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στις εγκαταστάσεις υποκαταστημάτων της εναγομένης και ότι χρησιμοποιούσε τον ιατρικό εξοπλισμό αυτής, καθ' όσον από τη φύση της σύμβασης της, οι υπηρεσίες της αυτές δεν ήταν δυνατόν να παρασχεθούν παρά μόνον στους συγκεκριμένους χώρους της εναγομένης, που ήταν προορισμένοι για την παροχή των συγκεκριμένων ιατρικών φροντίδων, με τα αναγκαία όργανα, η χρήση των οποίων παρείχετο από την τελευταία, σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης εργασίας προέβη και με βάση τα άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε που αφορούσαν στο είδος της εργασίας της και στις συνθήκες και περιστάσεις παροχής της, ορθά τα υπήγαγε στις άνω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης ο ίδιος αυτός λόγος κατά την μερικότερη αιτίαση του από τον αριθμό 1 παρ. 1 εδ. β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι η σύμβαση που συνέδεε την αναιρεσείουσα με την εναγομένη ήταν αυτή της σχέσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας, είναι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη, απαράδεκτος, γιατί η αποδιδομένη με αυτόν πιο πάνω αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου και με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
[5] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-07-2019 αίτηση αναίρεσης της 1945/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ