Legislator Case Law & Legislation
420/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague and inadmissible grounds regarding evidence and document interpretation.

Case Number 420/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Larissa, finding the grounds inadmissible and vague. The appellants argued for errors in interpreting specific documents and evidence, but the court ruled these claims did not constitute independent legal arguments. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it merely cites evidence or factual circumstances without formulating an independent legal argument, and is rejected as vague if it fails to specify the exact legal error required by the relevant article.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds vague appeal arguments evidence interpretation error document interpretation error Code of Civil Procedure legal costs award independent legal argument

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 420 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 420/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Δ. συζ. Ν. Μ., το γένος Σ. Γ., 2Ε. Μ. του Ν., 3Ζ. Μ. του Ν., 4Σ. Μ. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευσταθία Κριεμάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Κ. Λ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Ζαρκαδούλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 35/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-5-2018 αίτησή τους και τους από 29-7-2019 πρόσθετους λόγους αυτής Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 21/5/2018 αίτηση και οι από 29/7/2019 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 35/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, τα οποία έχουν ασκηθεί παραδεκτά και νόμιμα.

Συνεπώς πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθ.569, ... ΚΠολΔ), αφού συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (αρθ.246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και ... παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου ,που τον προβλέπει (η αναφορά του οποίου είναι αναγκαία), ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης άνευ προσδιορισμού των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 275/2017).? Ειδικότερα: 1) Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο :

α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προσβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα και ε) οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου, όπου η επικαλούμενη παραβίαση Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 1226/2014). 2) Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, και εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα (με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά) που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996). 3) Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, καθώς και με τους δεύτερο και πέμπτο πρόσθετους λόγους αποδίδουν στο Εφετείο τις παρακάτω πλημμέλειες; 1) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν την πλημμέλεια από τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι, 1α) εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό με το να μη δεχθεί τους ισχυρισμούς τους ότι ο αρχικός κληρούχος Γ.

Σ. παραχώρησε το έτος 1936 τον επίδικο κλήρο ( με αρ. ... οικόπεδο έκτασης 1403 τμ) στις δύο κόρες του Α. και Π. και όχι σε όλα τα τέκνα του και δη και στους δύο (2) γιους του, στους οποίους παραχώρησε άλλους κλήρους και ότι μεταξύ των ανωτέρω θυγατέρων του χώρησε άτυπη διανομή το 1967 και καθεμία νεμόταν διαιρετά τμήματα του ακινήτου, 1β) ο ανωτέρω Γ.Σ., ιερέας, προέβη στις παραπάνω ενέργειες (άτυπες διανομές) με βάση τα εκτιθέμενα {κατά τους αναιρεσείοντες} πραγματικά περιστατικά και ότι οι δύο κόρες του προέβαιναν έκτοτε στην άσκηση νομής επί των διαιρετών τμημάτων, 1γ) δέχθηκε τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα ήθη αναγνωρίζοντας ότι ο ανωτέρω κληρούχος παραχώρησε στη μητέρα της αναιρεσίβλητης 250 τμ από το οικόπεδο, ενώ για το υπόλοιπο δεν δέχθηκε τέτοια παραχώρηση και 1δ) ότι έτσι, κάνοντας δεκτό ότι χώρησε άτυπη διανομή του επίδικου μόνο για το τμήμα 250 τμ και όχι για το υπόλοιπο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. 2) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδουν την πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι ( 2α\ 2 β και 2γ) εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες, αφενός δέχθηκε την άτυπη διανομή του επίδικου για 250 τμ στη μητέρα της αναιρεσίβλητης, αφετέρου στη συνέχεια την απορρίπτει και αναγνωρίζει την αναιρεσίβλητη συγκυρία κατά 13/32 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου 3) Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αποδίδουν την πλημμέλεια από τον αρ.1β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι;

ενώ αναγνωρίζει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του κληρούχου Γ.Σ. προς την μητέρα της αναιρεσίβλητης για παραχώρηση 250 τμ από το επίδικο, δεν αναγνωρίζει το ίδιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για τις κόρες του Π. και Α. που όφειλε να αναγνωρίσει και 4) Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αποδίδουν την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι, ενώ δέχεται άτυπη διανομή του επίδικου για 250 τμ από τον αρχικό κληρούχο στη μητέρα της ενάγουσας με άσκηση από αυτήν έκτοτε πράξεων νομής σε αυτό και στη συνέχεια από την αναιρεσίβλητη και για ότι για το υπόλοιπο χώρησε εξ αδιαθέτου διαδοχή, ακολούθως, δέχεται αντιφατικά ότι η αναιρεσίβλητη είναι συγκυρία σε ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου του όλου επίδικου των 1403 τμ.

Οι λόγοι αυτοί, όπως ανωτέρω διατυπώνονται είναι προεχόντως αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν αναφέρονται όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχεία, όπως αυτά προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και, ιδία, δεν αναφέρονται, ως προς μεν τις αποδιδόμενες από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ποιες είναι οι ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, ως προς δε τις αποδιδόμενες από τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας και ποιος είναι ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Σε κάθε περίπτωση, οι αποδιδόμενες με τους ανωτέρω λόγους πλημμέλειες είναι απαράδεκτες, ως αναγόμενες στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 1. Από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. της 29-10/6-12- 1949), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα και της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από την παραχώρηση σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και.συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Επίσης, από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου, αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και, συνεπώς, είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μην κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο* όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία , η οποία κατά τα ως άνω είναι ανεπίτρεπτη, (ΑΠ 19/2019, ΑΠ 1225/2018, ΑΠ 408/2017), εκτός αν συντρέχει περίπτωση από αυτές που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 του αν. 431/1968 για εξαίρεση από το ακατάτμητο, στις οποίες περιλαμβάνονται, εκτός άλλων περιπτώσεων (παρ. 2 εδ δ του άρθρου 1), και οι οικοπεδικοί κλήροι.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργηθείσα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 651/1977, "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητος οικοπέδων επαγομένη τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενο απαγορευομένη κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητος, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.

Συνεπώς δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (ΟλΑΠ 606/1976, ΑΠ 1225/ 2018, ΑΠ 1827/2014, ΑΠ 866/2007).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 798, 799 και 800 ΑΚ στις οποίες παραπέμπει ρητά το άρθρο 1113 ΑΚ αφού με τη συγκυριότητα δημιουργείται σχέση κοινωνίας μεταξύ των συγκυρίων, προκύπτει ότι η εξώδικη εκούσια διανομή ενός κοινού αντικειμένου, η οποία ρυθμίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις και η οποία επιφέρει την λύση της κοινωνίας, προϋποθέτει σύμβαση μεταξύ όλων των κοινωνών, που έχει ως αντικείμενο την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων τους, σε τρόπο ώστε κάθε ένας από τους κοινωνούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα στο συγκεκριμένο τμήμα του κοινού πράγματος που περιέρχεται σ' αυτόν.

Η πραγματοποιούσα τη λύση της κοινωνίας αυτούσια διανομή του κοινού πράγματος (κινητού ή ακινήτου) προϋποθέτει ότι το κοινό αντικείμενο είναι διαιρετό και δύναται να διανεμηθεί μεταξύ των κοινωνών, χωρίς ουσιώδη μείωση της αξίας του σε ομοειδή μέρη, ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών. Τα μη οικοδομημένα, ακίνητα μπορούν να διαιρεθούν με τη χάραξη ορίων και τη μεταβίβαση της κυριότητος των τεμαχίων σε διαφορετικά πρόσωπα (ΑΠ 5/2017).? 3.

Από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994,1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται, ότι ο συγκοινωνός - συγκύριος και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ο συγκληρονόμος αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών συγκυρίων ή συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται, δηλονότι να, εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού εμφανείς υλικές πράξεις εκδηλωτικές της βούλησής του να το εξουσιάζει, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, ολόκληρο το κοινό πράγμα ή μεγαλύτερο από τη μερίδα του μέρος, αποκλειστικώς στο όνομά του, ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν πρέπει να έχει παρέλθει η απαιτούμενη, ειδικά για την έκτακτη χρησικτησία, εικοσαετία (άρθρο 1045 ΑΚ) (ΟλΑΠ 485/1982, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 303/2018).

Όμως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται, στην περίπτωση της εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη διανομή (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 303/2018 )ή δωρεά (ΑΠ 303/2018) μεταξύ των συγκυρίων, της σαφούς εκδήλωσης της βούλησης του κατέχοντος το κοινό να νέμεται αποκλειστικά αυτό ή μεγαλύτερο από τη μερίδα του μέρος για δικό του λογαριασμό και της ρητής ή σιωπηράς αποδοχής της βούλησής του από τους λοιπούς που μετείχαν στη συμφωνία αυτή (ΑΠ 303/2018,ΑΠ 615/2016,) ΑΠ 1175/2012) ή όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι νέμεται αυτό αποκλειστικώς για τον εαυτό του (ΑΠ 303/2018, ΑΠ 718/2010).

Τα προεκτιθέμενα όμως προϋποθέτουν πως η κοινωνία υπήρχε ήδη, όταν αυτός που προβάλλει ότι έγινε κύριος του κοινού με χρησικτησία, άρχισε να το νέμεται ως αποκλειστικός κύριος (ΑΠ 303/2018, ΑΠ 718/2010).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ συνάγεται, ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου, η οποία, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, μεταβιβάζεται και στους κληρονόμους του νομέα που μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω στο ακίνητο, οι οποίες προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 21/2017). 4.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Κοινός απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων είναι ο Σ. Γ. του Β., κάτοικος ..., ιερέας της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας, ο οποίος είχε τέσσερα τέκνα: τον Α.

Σ., Δ. Σ. (απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας), την Α. Σ. - Γ. (απώτερη δικαιοπάροχο των εναγομένων) και την Π. Σ.-Τ. Κατά την οριστική διανομή του συνοικισμού ... του έτους 1936, παραχωρήθηκε σ' αυτόν ο με αριθ. ... οικοπεδικός κλήρος, του Ο.Τ. …, εκτάσεως 1.403 τμ, για τον οποίο εκδόθηκε, στη συνέχεια, στο όνομά του, ως κληρούχου, ο με υπ' αριθ. .../ 25.1.1957 τίτλος του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα στις 26.1. 1957 στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ....

Ο κληρούχος είχε εγκατασταθεί στο εν λόγω ακίνητο πριν το έτος 1940 όπου είχε κατασκευάσει οικία στην οποία κατοικούσε με την οικογένειά του. Η οικία αυτή καταστράφηκε λόγω πυρκαγιάς το έτος 1946, ερείπια της οποίας εξακολουθούν να υπάρχουν έως και την άσκηση της αγωγής. Στη θέση της ανήγειρε, με δαπάνες της, το έτος 1953 οικία, εμβαδού 75 τμ περίπου, η Ό.

Λ., μητέρα της ενάγουσας και εγγονή του κληρούχου, τέκνο του αποβιώσαντος στις 15 Μαρτίου 1947 γιού του Δ. Σ., την οποία ο κληρούχος έθεσε υπό την προστασία του όπως συνηθίζονταν σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και των συναλλακτικών ηθών που επικρατούσαν κατά το χρόνο εκείνο στον τόπο αυτό και ενόψει της ιδιότητας του κληρούχου ως ιερέα της ορθόδοξης εκκλησίας και για λόγους επιείκειας και ηθικής.

Έτσι, ο κληρούχος παραχώρησε, ατύπως, στην Ό. Λ. χρήση διαιρετού οικοπεδικού τμήματος πέριξ της οικίας και του περιβάλλοντος αυτή χώρου, συνολικής έκτασης 250 τμ. το οποίο κείται νοτιοανατολικά του όλου οικοπεδικού κλήρου, και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Γ. και δυτικά με δημοτική οδό, νότια και βόρεια με υπόλοιπο τμήμα του υπ' αριθ. ...

οικοπέδου. Η Ό. Λ. νέμονταν, διανοία κυρίας, την οικία αυτή στην οποία κατοικούσαν με την μητέρα της Δ. Σ. και με τον ίδιο τον κληρούχο, εωσότου η Ό. Λ. παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, πόλη στην οποία εγκαταστάθηκε στη συνέχεια και ο ίδιος ο κληρούχος. Έκτοτε η μητέρα της ενάγουσας, επισκεπτόταν συχνά την οικία αυτή και διενεργούσε όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό της:

συντήρηση τη οικίας, καθαρισμό του περιβάλλοντος χώρου, φύτευση και περιποίηση φυτών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κληρούχος που απεβίωσε στις 12.1.1967 στην Αθήνα χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου και κατ' ισομοιρίαν, από τα εν ζωή τέκνα του Α. Σ., Π. Σ. σύζυγο Σ. Κ. και Α. Σ. σύζυγο Σ. Γ., μητέρα της πρώτης εναγομένης και γιαγιά των λοιπών, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος και από τον Β.

Σ. και Ό. Σ. συζ. Λ., μητέρα της ενάγουσας, τέκνα του προαποβιώσαντος γιού του Δ. Σ. όπως προειπώθηκε, σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Στην κληρονομιά αυτή περιλαμβάνεται και ο ως άνω οικοπεδικός κλήρος με την αποκλειστική χρήση της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ό. Λ., στο τμήμα των 250 τμ η οποία συνέχισε να ασκεί και μετά το θάνατο του κληρούχου τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του με κυριότερη την έκδοση της από 26.9. 1977 οικοδομικής άδειας την οποία έλαβε από τον τότε πρόεδρο του χωριού, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της.

Μάλιστα στην αίτηση αυτή ανέφερε ότι έχει στην αποκλειστική κυριότητα της διαιρετό τμήμα από το επίδικο οικόπεδο έκτασης 250 τμ. Επειδή, δε, στην αίτησή της αυτή, αναφερόταν δε διαιρετό τμήμα 250 τμ, χωρίς να έχει γίνει διανομή μεταξύ των συγκυρίων, παραπέμφθηκε να δικασθεί για το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης για την οποία όμως αθωώθηκε με την υπ' αριθ. 955/1982 απόφαση του Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.

Το γεγονός αυτό ότι ο κληρούχος παραχώρησε την αποκλειστική χρήση του προπεριγραφόμενου τμήματος από το ως άνω οικόπεδο στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας, η οποία το νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως έως, τουλάχιστον, το έτος 1987, στην νομή της οποίας τη διαδέχθηκε από το 2008 η ενάγουσα η οποία συνέχισε αυτές, δεν αμφισβητείται από τις εναγόμενες και τους λοιπούς συγκυρίους.

Επομένως η αγωγή ως προς κεφάλαιο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Για τον υπόλοιπο όμως οικοπεδικό κλήρο ο οποίος βρίσκεται εντός του οικισμού του χωριού και ως εκ τούτου δύναται, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχ. 5) να κατατμηθεί, έλαβε χώρα εξ αδιαθέτου διαδοχή των κληρονόμων του κληρούχου.

Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι έγινε άτυπη διανομή του εν λόγω οικοπεδικού κλήρου ούτε όταν ζούσε ο κληρούχος ούτε μετά το θάνατο του από τους κληρονόμους οι οποίοι αποδεχόμενοι την κληρονομιά, αποδέχθηκαν ιδανικά μερίδια. Ειδικότερα, την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκε η Ό. Λ. και ο αδελφός της Β.

Σ. σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από τον επίδικο οικοπεδικό κλήρο, με την υπ' αριθ. ....7.1997 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Λ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Τρικάλων (τομ. ...). Ταυτόχρονα ο Β. Σ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην αδελφή του [Ο. Λ.) το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του στο επίδικο κληρονομιαίο οικόπεδο, με το υπ' αριθ. ....7.1997 συμβολαιογραφικό έγγραφο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του αυτού Δήμου (τομ.

…, αριθ. ….). Στη συνέχεια, οι πέντε από τους οκτώ συνολικά κληρονόμους του Α. Σ. (γιού του κληρούχου), ο Κ. Σ., Β. Φ., Η., Σ., Σ. Ρ. και Ό. Κ., μεταβίβασαν λόγω δωρεάς στην Ό. Λ. τα εξ' αδιαιρέτου ποσοστά τους επί του επικοίνου ήτοι τα 5/32 από τα 8/32 στον προπεριγραφόμενο οικόπεδο με το υπ' αριθ. .../23.12. 2005 συμβόλαιο της αυτής συμβολαιογράφο Αθηνών που μεταγράφηκε νόμιμα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Τρικκαίων (Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων, τομ. ..., αριθ. ...

την οποία κληρονομιά είχαν προηγουμένως αποδεχθεί κατ' αρθ. 1193, 1199 και 1846 ΑΚ για λογαριασμό τόσο του ήδη αποβιώσαντος (το έτος 1981) πατέρα τους (Α. Σ.) όσο και των ιδίων με την αμέσως προηγηθείσα υπ' αριθ. .../23.12.2005 συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που αμφότερες μεταγράφηκαν νόμιμα. Το συνολικό ποσοστό των 13/32 εξ αδιαιρέτου από το επίδικο οικόπεδο μεταβίβασε η Ό.

Λ. στην ενάγουσα θυγατέρα της, Κ. Λ., λόγω γονικής παροχής με το υπ' αριθ. .../16.2.2008 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρικάλων Γ. Φ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Τρικκαίων (τομ. ..., αριθ ...). Έτσι η ενάγουσα, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, είχε στην συγκυριότητά της ποσοστό 5/32 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο τα οποία αυθαίρετα αυτή ορίζει-εφαρμόζει γύρω από την κατοικία - πλέον του οικοπέδου των 250 τ.μ.

της αποκλειστικής κυριότητάς της και έτσι προβάλλει δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης σε έκταση εμβαδού 568, 75 τμ στην οποία συμπεριλαμβάνει αυτή των 250 τμ της αποκλειστικής κυριότητας της, χωρίς να έχει λάβει χώρα εκούσια διανομή ή συμφωνία αποκλειστικής χρήσης μεταξύ των συγκυρίων. Ούτε ισχυρίζεται τέτοια συμφωνία.

Αντίθετα, όπως, επί λέξη, κατέθεσε η ίδια η ενάγουσα ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων με κατηγορούμενες τις εναγόμενες για απάτη και άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή, " θεωρήσαμε ότι, αφού είχαμε το σπίτι εκεί, το μερίδιο θα ήταν γύρω από το σπίτι". Σημειωτέον ότι για τις πράξεις αυτές οι εναγόμενες αθωώθηκαν με την υπ' αριθ. 423/2014 απόφαση του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου.

Επομένως ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός που στηρίζει το αίτημα αναγνώρισης της ενάγουσας σε δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της εμβαδού 568, 75 τμ μη ακριβώς οριοθετημένου, είναι αβάσιμος και για τούτο απορριπτέος. Αλλά και η πρώτη εναγομένη ιδανικό μερίδιο επί του επιδίκου ακινήτου αποδέχθηκε. Συγκεκριμένα το 1/4 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο επί του οικοπέδου αυτού που κληρονόμησε η Α.

Γ. (θυγατέρα του κληρούχου) μεταβίβασε η πρώτη εναγομένη θυγατέρα της Δ. Μ. με γονική παροχή στον εαυτό της με αυτοσύμβαση για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθ. .../27.8.1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρικάλων Ι. Α. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα στις 24.8. 1994 στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Τρικκαίων (τομ. ... αριθ. ...) σε εκτέλεση του υπ1 αριθ. .../12.7.1993 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Νέων Λιοσίων Αττικής Μ.

Ε. Π.. Με το ειδικό αυτό πληρεξούσιο η Α. Γ. έδωσε την εντολή και πληρεξουσιότητα στην πρώτη εναγομένη να αποδεχθεί για λογαριασμό της την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της Γ. Σ. και να συστήσει γονική παροχή ή δωρεά εν ζωή ή δωρεά μετά θάνατο προς τον εαυτό της με αυτοσύμβαση που θα αφορά το κληρονομικό εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο της από το υπ' αριθ. ...

οικόπεδο του… Ο.Τ. του ... Τρικάλων. Επομένως, με το ειδικό αυτό πληρεξούσιο, δόθηκε εντολή από την Α. Γ. στην πρώτη εναγομένη, να αποδεχθεί για λογαριασμό της και να μεταβιβάσει στον εαυτό της εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο και όχι διαιρετό τμήμα από το επίδικο οικόπεδο. Έως το 2004 κανένας από τους συγκληρονόμους - συγκυρίους δεν αμφισβήτησε την συγκυριότητά τους επί του επιδίκου οικοπέδου σε ιδανικά μερίδια.

Το 2004 η πρώτη εναγομένη εκδήλωσε τη βούλησή της να ανεγείρει επί του οικοπέδου διώροφη οικία με τραπεζική δανειοδότηση η οποία δεν ήταν δυνατή λόγω της εξ' αδιαιρέτου συγκυριότητάς της στο επίκοινο. Για το λόγο αυτό, ζήτησε από τους λοιπούς συγκυρίους, να της παραχωρήσουν διαιρετό τμήμα από το εν λόγω οικόπεδο για να κτίσει οικία.

Με τις από 7.10. 2004 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθ. 8 του ν. 1599/1986 που έδωσαν από τους κληρονόμους α) του Α. Σ., Μ. Σ. - Λ. (θυγατέρα του γιού του Κ. Σ.), Ρ. Σ., Γ. Σ.-Κ., Ό. Κ., Β. Σ. και Η. Σ., β) από τους κληρονόμους της Π. Σ., Ε. Κ. και Γ. Τ. και γ) από τους κληρονόμους του Δ. Σ., η Ό. Λ., μητέρα της ενάγουσας, όλες ομοίου περιεχομένου, δήλωσαν αυτοί ότι είναι ιδιοκτήτες εξ αδιαιρέτου ποσοστού 1/24 οι υπό στοιχ.

α και γ, ποσοστού 1/12 οι υπό στοιχ. β και ποσοστού 1/4 η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, του υπ' αριθ. ... οικοπέδου εκτάσεως 1.403 τμ στο ... και ότι με τη δήλωσή τους αυτή επιτρέπουν στην πρώτη εναγομένη "που κατέχει το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω οικοπέδου, να χτίσει σε διαιρετό τμήμα του 1/4 του οικοπέδου, συνολικής έκτασης 350 τμ, όπως αυτό εμφαίνεται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ.

Γ. μηνός Οκτωβρίου 2002". Οι λοιποί συγκύριοι-συγκληρονόμοι αρνήθηκαν να δώσουν τέτοιες δηλώσεις. Σημειωτέον ότι η ανοικοδόμηση γηπέδου συνιστά ουσιώδη μεταβολή του κοινού πράγματος και απαιτείται, κατ' άρθρο 792 παρ. 1 περιπτ. Α, ομόφωνη απόφαση των συγκυρίων, όπως προαναφέρθηκε (υπό στοιχ. 6). Η πρώτη εναγομένη, κάνοντας χρήση των ως άνω δηλώσεων, περιέφραξε διαιρετό τμήμα 350, 75 τμ το οποίο σύμφωνα με το προμνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ.

Γ. και συνορεύει δυτικά με δημοτικό δρόμο επί πλευράς ΑΒ μήκους 15.08 μέτρων, βόρεια με ιδιοκτησία Β. Γ. επί πλευράς Α-Δ μήκους 23.46 μέτρων, ανατολικά επί πλευράς Δ-Γ μήκους 14, 66 μέτρων με υπόλοιπο επίκοινο οικόπεδο και νότια επί πλευράς Β-Γ μήκους 23.67 μέτρων με υπόλοιπο οικόπεδο στην άκρη του οποίου υπάρχει η ως άνω παλαιά (πριν το 1955) οικία, ιδιοκτησίας Ό.

Λ.. Στη συνέχεια με αίτησή της, η εναγομένη, εξέδωσε την με αριθ. ....8.2005 άδεια οικοδομής διώροφης μονοκατοικίας από τη διεύθυνση πολεοδομίας Τρικάλων και άρχισε την ανέγερση της οικοδομής, βάσει των όρων δόμησης που αποτυπώνονται στην εν λόγω άδεια και το από τον Μάιο του 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Λ. Επί του διαγράμματος αυτού υπάρχει δήλωση ορίων σύμφωνα με την οποία η πρώτη εναγομένη δηλώνει υπεύθυνα και" εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως ότι "είμαι κάτοχος του 1/4 αδιαίρετα του υπ' αριθ. ...,1403 τμ δυνάμει του υπ' αριθ. .../27.8.1993 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Π. Ι. κατοίκου ... και ότι έχω δικαίωμα ανοικοδόμησης επ' αυτού ..".

Συνεπώς έως του χρονικού αυτού σημείου γινόταν αποδεκτό από όλους τους συγκληρονόμους ότι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου ποσοστών του προπεριγραφόμενου οικοπεδικού κλήρου στο νοτιοανατολικό άκρο του οποίου υπάρχει οικία επί οικοπέδου 250 τ.μ., αποκλειστικής κυριότητας της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας.

Το φθινόπωρο του 2007, η πρώτη εναγομένη ξεκίνησε εργασίες ανέγερσης της διώροφης οικοδομής, παραλλήλως δε προέβη στις ακόλουθες πράξεις. Με το υπ' αριθ. ...9.2007 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πύρρας ν. Τρικάλων Θ. Ε. Ο. που μεταγράφηκε νόμιμα, στο οποίο φέρεται ότι ενεργεί ως πληρεξούσια της μητέρας της, βάσει του με αριθ. .../27.8.1993 πληρεξουσίου της και ενώ η τελευταία είχε αποβιώσει στις 2.5.1996, τροποποίησε το υπ' αριθ. .../1993 συμβόλαιο γονικής παροχής διότι από παραδρομή, όπως ρητά αναφέρεται, η εντολοδότρια μητέρα της μεταβίβασε σ' αυτή ιδανικό μερίδιο του παραπάνω οικοπέδου ήτοι το 1/4 εξ αδιαιρέτου ενώ στην πραγματικότητα μεταβίβασε σ' αυτή διαιρετό και διακεκριμένο τμήμα αυτού, έκτασης 350, 30 τμ.

Με το υπ' αριθ. ....6.2008 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου η πρώτη εναγόμενη αφού παρακράτησε την επικαρπία, μεταβίβασε στις θυγατέρες της, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, λόγω γονικής παροχής, τη ψιλή κυριότητα αφενός του διαιρετού τμήματος του ... οικοπέδου εκτάσεως 350,30 τμ αφετέρου άλλου διαιρετού τμήματος, του ίδιου οικοπέδου, εκτάσεως 458, 59 τμ , που δεν έχει πρόσοψη στο δρόμο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, εμφαίνεται στο από το Μάρτιο του 2008 τοπογραφικό του τοπογράφου μηχανικού Β.

Β., το όριο το οποίου απέχει τρία μέτρα από την παλιά οικία της ενάγουσας και καταλαμβάνει το υπόλοιπο οικόπεδο, απεικονίζεται δε στο τοπογραφικό ως ...Α, επικαλούμενη, για πρώτη φορά, κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση πράξεων νομής σ' αυτό επί 30 έτη. Με τον τρόπο αυτό η πρώτη εναγόμενη φέρεται να έχει αποκτήσει πλήρη κυριότητα σε διαιρετό τμήμα 350, 30 τμ με κληρονομική διαδοχή και στο όμορο διαιρετό, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, τμήμα 458, 59 τμ, με χρησικτησία, το οποίο και μεταβίβασε στις εναγόμενες κατά ψιλή κυριότητα.

Τον Σεπτέμβριο του 2008, εκτός των ορίων του προπεριγραφόμενου διαιρετού τμήματος των 350, 30 τμ και επί του κοινού ακινήτου, οι εναγόμενες ανέσκαψαν τάφρο μήκους 23. 54 μέτρων, πλάτους, 0,50 μέτρων θέτοντας επ' αυτών μεταλλικά πλέγματα προκειμένου να κατασκευάσουν τοιχίο αντιστήριξης- εν είδη περίφραξης, σε καμπυλόσχημο σχήμα και στη συνέχεια ορθογώνιο συνολικού εμβαδού 11,77 τμ και συγκεκριμένα εκτείνεται και συνορεύει βόρεια επί πλευράς 11,40 μέτρων με το υπόλοιπο κοινό οικόπεδο, ανατολικά επί πλευράς 12,14 μέτρα επίσης με το υπόλοιπο οικόπεδο, νότια επί πλευράς 0,50 μέτρων με ιδιοκτησία Σ.

Γ. και δυτικά επί πλευράς 12,1 μέτρα και επί πλευράς 11,40 μέτρα επίσης με κοινό ακίνητο, όπως εμφαίνεται στο από τον Μάιο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Γ. Η.. Με την κατασκευή του τάφρου αυτού, η οικία της κυριότητας της ενάγουσας αποκόπτεται από το υπόλοιπο οικόπεδο που εκτείνεται πίσω και πλάι από αυτή.

Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για τούτο και άσκησε σε βάρος της πρώτης εναγομένης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, την από 26.9. 2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί προσβολής της νομής της, η οποία συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, στις 9.12. 2008. Με την υπ' αριθ. 4/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.

Εν τω μεταξύ, οι εναγόμενες με τη με αριθ. ....12.2008 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, συνένωσαν τα δύο ως άνω όμορα διαιρετά τμήματα του οικοπέδου σε ένα ενιαίο οικόπεδο συνολικής εκτάσεως 808,89 τμ. το οποίο, όπως ισχυρίζεται, απέκτησε η πρώτη εναγομένη με έκτακτη χρησικτησία καθόσον νέμονταν αυτό από 40ετίας, όπως αναφέρθηκε-συμπληρώθηκε με το υπ' αριθ. ....4.2009 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν.

Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη νέμονταν διαιρετό τμήμα 808,89 τμ από το ... οικόπεδο από 40ετίας, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής της και αυτών των δικαιοπαρόχων της. Από μόνο το γεγονός της περιστασιακής χρήσης του επικοίνου ακινήτου το οποίο η πρώτη εναγόμενη κλήθηκε από τον πρόεδρο της κοινότητας να καθαρίσει δεν αποδεικνύεται και το - αναγκαίο για τη χρησιδεσποσία στοιχείο του animus, δηλαδή ότι ασκούσε επ' αυτού τις ως άνω πράξεις με σκοπό εξουσιάσεώς του ως αποκλειστική κυρία.

Εξάλλου ουδέποτε γνωστοποίησε η πρώτη εναγομένη ότι αποφάσισε να νέμεται αυτό αποκλειστικά για τον εαυτό της, στους λοιπούς συγκυρίους αφού συγκύριος που κατέχει κοινό πράγμα θεωρείται ότι το κατέχει εν ονόματι των άλλων συγκυρίων κατά την αναλογία που τους ανήκει. Έτσι, δεν μπορούν να αντιτάξουν οι εναγόμενες κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), αφού δεν εκδήλωσαν τη βούλησή τους αυτή με οποιονδήποτε τρόπο στην ενάγουσα μέχρι και την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας (υπο στοιχ. 7).

Με βάση τα παραπάνω, ο ισχυρισμός των εναγομένων- εφεσίβλητων ότι απέκτησαν την κυριότητα του διαιρετού τμήματος εκτάσεως 808,89 τ.μ., από το επίδικο κληρονομιαίο ακινήτο με έκτακτη χρησικτησία, γιατί το νέμονταν από 40ετίας η δικαιοπάροχος μητέρα τους και μετέπειτα οι ίδιες μέχρι και την άσκηση της αγωγής, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται μεταξύ των διαδίκων κοινωνία δικαιώματος αφού κατέστησαν εξ αδιαιρέτου συγκύριες του επιδίκου οικοπέδου με τις ως άνω κληρονομικές διάδοχες και τις μεταβιβάσεις λόγω γονικής παροχής και ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των συγκληρονόμων- συγκυρίων έστω ατύπως η διανομή του σε διαιρετά τμήματα.

Τούτο δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν από τους συγκυρίους παρά μόνον από τις εναγόμενες το έτος 2007 όταν με την τροποποίηση του αρχικού συμβολαίου έτρεψαν την κατ' ιδανικά μέρη συγκυριότητα της πρώτης εναγομένης σε αποκλειστική κυριότητά της σε διαιρετό τμήμα εκτάσεως αρχικά 350 τμ. και 808,89 τ.μ. στη συνέχεια.

Ακόμα και αν γίνει δεκτό, από το περιεχόμενο του πιο πάνω ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και ιδίως τις παρεχόμενες με αυτό εξουσίες στην πρώτη εναγομένη ότι η αληθινή βούληση της αντιπροσωπευόμενης ήταν η εξακολούθηση της πληρεξουσιότητας και μετά τον θάνατο της, και εγκύρως η πρώτη εναγομένη προέβη στην επιχείρηση της αυτοσύμβασης αυτής μετά τον θάνατο της εντολέως της (αρθ. 223-224 ΑΚ) από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εντολή της τελευταίας λανθασμένα αναφέρονταν σε ιδανικό της μερίδιο επί του επικοίνου οικοπέδου που να δικαιολογεί την τροποποίηση- διόρθωση της γονικής παροχής.

Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ακόμα, ότι μετά το θάνατο του κληρούχου χώρησε άτυπη διανομή του επίμαχου οικοπέδου μεταξύ των δυο θυγατέρων, Α. Σ. και Π. Σ., διότι στα άρρενα τέκνα είχαν παραχωρηθεί αυτοτελώς οικοπεδικοί κλήροι. Είναι μεν αληθές ότι ο Α. Σ. και Δ. Σ. (προπάππος της ενάγουσας) έτυχαν αυτοτελούς οικοπεδικού κλήρου.

Ο πρώτος του με αριθ. … οικοπεδικού κλήρου εκτάσεως 1.433 τμ και ο δεύτερος του με αριθ. … εκτάσεως 310 μέτρων και του με αριθ. ... εκτάσεως 1.272 τμ., όπως προκύπτει από τον πίνακα οριστικής διανομής του Υπουργείου Γεωργίας. Στη συνέχεια δε εκδόθηκαν από το Υπουργείο Γεωργίας με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Τρικάλων, στο όνομά τους ο με αριθ. .../31.7.1954 τίτλος και ο .../1957 τίτλος, αντίστοιχα, οι οποίοι μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία του ίδιου ως άνω Υποθηκοφυλακείου.

Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι για το λόγο αυτό ο ίδιος ο Γ. Σ. πριν το θάνατο του είχε διανείμει ή οι κληρονόμοι συμφώνησαν ατύπως να διανεμηθεί το επίκοινο οικόπεδο στις δύο θυγατέρες του. Ο δε ισχυρισμός των εναγομένων ότι μετά το θάνατο το Γ. Σ. οι δυο θυγατέρες συμφώνησαν μεταξύ τους να μοιράσουν το επίμαχο οικόπεδο παρίσταται χωρίς νομική ωφέλεια αφού η εξώδικη διανομή ακινήτου προϋποθέτει σύμβαση μεταξύ όλων των κοινωνών, όπως προαναφέρθηκε.

Για τούτο εξάλλου, η πρώτη εναγόμενη αποδέχθηκε ότι κληρονόμησε ιδανικό μερίδιο επί του οικοπέδου, όπως και όλοι οι συγκληρονόμοι από τους οποίους και ζήτησε υπεύθυνες δηλώσεις με το ως άνω περιεχόμενο. Ακόμα και με το με αριθ. πρωτ. ....5.2014 χειρόγραφο έγγραφο της δεύτερης εναγομένης Ε. Μ. που κατέθεσε στη Δ/νση τεχνικών έργων του Δήμου Τρικάλων και προσκομίστηκε από αυτή υπό την μορφή υπομνήματος στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε καταπάτηση 350 τμ αναφέρεται και όχι σε 808, 89 τμ.

Το έγγραφο αυτό παραδεκτά, κατ' αρθ. 527, 520, 522, 525 ΚΠολΔ, επικαλείται για πρώτη φορά με τους πρόσθετους λόγος η εκκαλούσα αφού περιήλθε αυτό σε γνώση της μετά την άσκηση της εφέσεως της στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πρέπει συνεπώς οι ισχυρισμοί αυτοί να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Σημειωτέον ότι για την υπό κρίση διαφορά, οι διάδικοι ήρθαν σε έντονη αντιπαράθεση και δικαστική διαμάχη, ενώπιον τόσο των ποινικών και πολιτικών αλλά και διοικητικών δικαστηρίων. Ενόψει αυτών με τις ως άνω ενέργειές τους, οι εναγόμενες, ελλείψει της αναγκαίας ομόφωνης αποφάσεως των συγκυρίων για διανομή έστω και άτυπη του κοινού οικοπέδου, αποσκοπούσαν να καταλύσουν το δικαίωμα των συγκυρίων στην εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα και να το διαιρέσουν σε διακριτά τμήματα στα οποία στη συνέχεια πρόβαλαν, αβασίμως δικαιώματα απολύτου κυριότητάς τους σ' αυτά.

Με τον τρόπο αυτό προσέβαλαν το δικαίωμα συγκυριότητας των λοιπών συγκυρίων μεταξύ των οποίων και αυτό της ενάγουσας στην έκταση της ιδανικής της μερίδας. Στην άσκηση δε του δικαιώματος της συγκυριότητας, στην έκταση της ιδανικής της μερίδας, τη διαταράσσουν οι εναγόμενες με τις εργασίες κατασκευής τοιχίου που κατά τα ανωτέρω άρχισαν να εκτελούν και η αναγνώριση του δικαιώματος του συγκυριότητας και η άρση της διατάραξης αυτού, καθώς και η παράλειψη αυτής στο μέλλον, που διώκεται με την ένδικη αγωγή, τυγχάνει βάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε αυτή διότι δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εξ' αδιαιρέτου συγκυριότητα της ενάγουσας επί του υπ' αριθ. ... οικοπέδου στο ΔΔ Γρυγογυρίου Τρικάλων και δεν δύναται να προβεί σε ασφαλή κρίση περί του αν η αμφισβήτηση του δικαιώματος της κυριότητας της ενάγουσας με την ανασκαφή τάφρου έλαβε χώρα εντός της ιδιοκτησίας της, έσφαλε στην εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων και στην εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως ο δεύτερος λόγος της έφεσης και ο μοναδικός των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς τα αιτήματά της για αναγνώριση της συγκυριότητάς της κατά ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο (οικοπεδικό κλήρο 1403 τμ), που απέκτησε με παράγωγο τρόπο και για παύση των διαταρακτικών πράξεων επί αυτού των αναιρεσειουσών και παράλειψη τούτων στο μέλλον (αρνητική αγωγή με τη σωρευόμενη αναγνωριστική κυριότητας), αφού απέρριψε τον ισχυρισμό των τελευταίων περί κυριότητας αυτών σε διαιρετό τμήμα του οικοπέδου (έμβαδού 600 τμ), που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία ως αβάσιμο, εξαφανίζοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, μετά από την παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης έφεσης της αναιρεσίβλητης κατ' αυτής, που είχε απορρίψει στο σύνολο της την αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, περί οικοπεδικού κλήρου, εξώδικης διανομής, περί κοινωνίας και έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας των αναιρεσειοντων (τεσσάρων πρώτων εναγομένων) με έκτακτη χρησικτησία σε διαιρετό τμήμα ως άνω του επίδικου, που αφορούν οι παρακάτω αναιρετικοί λόγοι, τις οποίες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις , σαφείς μη μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ως άνω ζήτημα.

Ειδικότερα, δεν δέχθηκε ως βάσιμους τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών ότι ο επίδικος οικοπεδικός κλήρος παραχωρήθηκε άτυπα το έτος 1936 από τον κληρούχο Γ. Σ. (εκτός από έκταση 250 τμ που είχε παραχωρηθεί στη μητέρα της αναιρεσίβλητης), στις δύο κόρες του Π. και Α. (δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσείουσας).

και, ακολούθως, ότι αυτές μετά το θάνατο του κληρούχου το έτος 1967 διένειμαν μεταξύ τους τούτον, ώστε η καθεμία να λάβει τμήμα 600 τμ , ασκώντας (η κάθεμία) πράξεις νομής επί 40ετία και πλέον, και, ανεξάρτητα του ότι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, μέχρι την έναρξη ισχύος του αν. 431/1968 (23-5-1968) ο κλήρος ήταν ανεπίδεκτος νομής και χρησικτησίας από τρίτον, εκτός από τον κληρούχο και τους καθολικούς αυτού διαδόχους, η προσβαλλόμενη δεν δέχθηκε ότι έγινε τέτοια παραχώρηση από τον κληρούχο, ούτε επίσης ότι μεταξύ όλων των εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων του αρχικού κληρούχου (μεταξύ των οποίων και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης και της πρώτης αναιρεσείουσας) έγινε άτυπη διανομή μετά τον θάνατο του και αποδοχή της κληρονομιάς από τους τελευταίους, οπότε μετά την έναρξη ισχύος του άνω νόμου θα ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία επί τμήματος τούτου, ούτε ότι χώρησε κάποια άτυπη διανομή μεταξύ των δύο θυγατέρων του αρχικού κληρούχου μετά το θάνατο του κληρούχου και την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, που χωρίς τη συναίνεση όλων δεν έχει έννομη συνέπεια, ούτε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα νεμόταν διαιρετό τμήμα (που κατά τους τίτλους της το τμήμα τούτο φέρεται να έχει εμβαδό 808,89 τμ), οπότε μετά την έναρξη ισχύος του άνω νόμου θα μπορούσε να χρησιδεσπόσει, γνωστοποιώντας με οποιονδήποτε τρόπο στους λοιπούς συγκληρονόμους την πρόθεσή της να νέμεται το διαιρετό τμήμα για λογαριασμό της αποκλειστικά, χωρίς να απαιτείται με βάση τα ανωτέρω να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη ότι οι συγκληρονόμοι κατείχαν το επίδικο.

Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, από τους αρ. 1 και 19 του'άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, "εφόσον η απόφαση για το χρονικό διάστημα από το έτος 1936 άλλως και σε κάθε περίπτωση από το 1967 δέχθηκε ως αληθινό ότι δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε διανομή, πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη", είναι προεχόντως αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 7/2017).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 'έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελέγχει η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας.

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και (ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψην: 1) αντίγραφο της .../1977 οικοδομικής άδειας που εξέδωσε η μητέρα και δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης για οικόπεδο 250 τμ, 2) αντίγραφο της 955/1982 απόφασης με τα πρακτικά του Πλημμελειοδικείου Τρικάλων που περιέχονται οι καταθέσεις των αναφερόμενων μαρτύρων 3) την 423/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων με το περιεχόμενο που αναφέρεται για καθένα.

Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, στην οποία μάλιστα γίνεται αναφορά και αξιολόγηση μερικών από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος. Οι λόγοι αναίρεσης που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, δηλαδή; προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.

γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 579/2007). Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ...1977 οικοδομικής άδειας .

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του αμέσως παραπάνω τρίτου πρόσθετου λόγου, με τον οποίο προβάλλεται, ως άνω, η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του ίδιου αναφερόμενου στον λόγο αυτό εγγράφου με αριθμό 1 (παρά του ότι λανθασμένα αναφέρεται αυτό με αριθμό .../1977).

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψης υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται όταν δεν αφορά αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά αφορά τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ή τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1535/2011,ΑΠ 185/2002) ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1535/2011). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατά τα υποστηριζόμενα, "δεν ερμήνευσε ορθά" 1)την 955/1982 απόφαση του Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, 2) την 333/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, 3) την 423/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων και, 4) τα πρακτικά της 77/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και τις περιλαμβανόμενες στα έγγραφα αυτά καταθέσεις των αναφερόμενων μαρτύρων, καθώς και της αναιρεσίβλητης, από τα οποία "αποδεικνύεται" κατά τα υποστηριζόμενα, η άτυπη διανομή του επίδικου, με βάση τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς τους. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον δεν αφορά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αποδεικτικά μέσα και πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος, "ότι έτσι παραβίασε και τις διατάξεις του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη" είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και, κατά συνέπεια, ως απαράδεκτος, για τον ίδιο λόγο που προεκτέθηκε και στον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος εκείνου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-5-2018 αίτηση των Δ. Μ. κλπ και τους από 29-7-2019 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 35/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ