Supreme Court dismisses appeal on ground that lower court re-tried issues already decided in prior final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court improperly re-adjudicated the principal sum despite the appellant having limited the appeal to interest calculations only. The court found the lower court correctly re-evaluated the principal amount based on new evidence of the property's defect, which justified the adjustment of interest rates and payments. Consequently, the appeal was rejected as the lower court did not exceed its authority by addressing the principal sum.
Legislator headnote
AI generatedArticles 574, 575, 576 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A party may appeal if the court of first instance re-adjudicates issues already finally decided in a prior judgment, provided the new facts or evidence justify a re-evaluation of the principal claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 420 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 420/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. - Ψ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Φουρτουνίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 861/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης, ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στον μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση και να διατηρεί αυτό κατάλληλο για τη χρήση αυτή, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Ο μισθωτής υποχρεούται σε αντάλλαγμα, να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα, που συμφωνήθηκε. Αν κατά τον χρόνο παράδοσης του μισθίου στο μισθωτή, αυτό έχει ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσει ελάττωμα, που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε μια τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση. Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του μισθίου εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση αυτού, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, να μη καταβάλει το μίσθωμα και αν το κατέβαλε, δικαιούται να αναζητήσει αυτό ως αχρεώστητο κατά το άρθρο 904 του ΑΚ.
Ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ύπαρξη ή μη πραγματικού ελαττώματος στο επίδικο μίσθιο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η εναγομένη με το από 01/5/1997 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε για μία τετραετία στον ενάγοντα ένα ισόγειο κατάστημα πολυκατοικίας, της ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην οδό ...
στην περιοχή του ..., προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει ως καφετέρια - μπαρ μετά μουσικής, σνακ κ.λπ. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 230.000 δραχμών για το πρώτο μισθωτικό έτος, στο ποσό των 250.000 δραχμών για το δεύτερο, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 10% για κάθε επόμενο μισθωτικό έτος. Για την άσκηση της προαναφερόμενης δραστηριότητας στο μίσθιο ο ενάγων υπέβαλε σχετική αίτηση στο Δήμο ….
να του χορηγήσει τη σχετική άδεια, ώστε η επιχείρησή του να λειτουργήσει στο όνομά του. Πληροφορήθηκε ωστόσο από το Δήμο … ότι το δημοτικό συμβούλιο αυτού με την υπ' αρ. 277/1995 απόφασή του (πρακτικό 2/16-01-1997) είχε εγκρίνει νέο κανονισμό χορήγησης αδειών ορισμένων καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος στον οποίο προβλέπονταν νέες προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας καταστημάτων της χρήσης για την οποία μίσθωσε ο ενάγων το ως άνω κατάστημα, αυστηρότερες των προηγουμένων.
Συγκεκριμένα οι προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται στα καταστήματα της εν λόγω χρήσης ήταν: (α) ελάχιστη επιφάνεια 300 τ.μ., (β) ύψος 4 μέτρα και (γ) δύο τουλάχιστον εισόδους πλάτους 2,20 μ. η κάθε μία. Τις προϋποθέσεις αυτές δεν τις πληρούσε το επίδικο μίσθιο, το οποίο είχε επιφάνεια 123,90 τ.μ., ύψος 3,20 μέτρα και μία είσοδο.
Για τις ήδη χορηγηθείσες άδειες το άνω δημοτικό συμβούλιο όρισε ότι αυτές ανανεώνονται ως έχουν μόνο στις περιπτώσεις ειδικής ή καθολικής διαδοχής καθώς και στις περιπτώσεις που υποχρεωτικά όριζε τούτο ο νόμος. Στη συνέχεια, το άνω δημοτικό συμβούλιο, προκειμένου να περιορίσει την επέκταση των καταστημάτων αυτών, με την υπ' αρ. 2 απόφασή του, που λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση της 11/01/1996, ανέστειλε εξ ολοκλήρου τη διαδικασία χορήγησης αδειών ίδρυσης και λειτουργίας τέτοιων καταστημάτων για διάστημα (12) μηνών, ενώ με την υπ' αρ. 10/1997 απόφασή του παρατάθηκε η ισχύς της ως άνω απόφασης για ένα έτος ακόμη μέχρι 31/01/1998.
Σημειωτέον, ότι το επίδικο μίσθιο λειτουργούσε νόμιμα ως καφετέρια - μπαρ μετά μουσικής από το έτος 1984 στο όνομα του Α. Χ. μέχρι το τέλος του μηνός Αυγούστου 1996. Από 08/9/1996 το μίσθιο εκμισθώθηκε στον Ν. Μ., ο οποίος με το τελευταίο καθεστώς χορήγησης αδειών λειτουργίας σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος δεν μπόρεσε να εφοδιασθεί με άδεια λειτουργίας στο όνομά του.
Τούτο το γνωστοποίησε στην εναγομένη εκμισθώτρια και αυτή δέχθηκε να λυθεί στις 31/3/1997 η σύμβαση μίσθωσης. Ακολούθησε την 01/4/1997 η υπογραφή νέου μισθωτηρίου με μισθωτή, για φορολογικούς λόγους, τον υιό του ενάγοντος Δ. Σ. και μετά την πάροδο ενός μηνός, ήτοι την 01/5/1997, όταν ο τελευταίος ζήτησε να μην έχει ούτε τυπική σχέση με το μίσθιο κατάστημα, η εναγομένη εκμίσθωσε τούτο στον ενάγοντα Α.
Σ., πολιτικό μηχανικό στο επάγγελμα. Κατά το χρόνο που ο τελευταίος ήταν ήδη μισθωτής του μισθίου, ήτοι τον Ιούλιο του 1997 ο Δήμαρχος …. με την υπ' αρ. 8119/03-7-1997 απόφασή του σφράγισε το μίσθιο στις 07/7/l997, διότι το μίσθιο κατάστημα λειτουργούσε χωρίς την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια. Για το λόγο αυτό ο ενάγων μισθωτής δεν έκανε τη συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου το χρονικό διάστημα από Μάιο έως και τον Σεπτέμβριο και είχε δικαίωμα μη καταβολής των μισθωμάτων για τους μήνες αυτούς.
Σ' αυτό το διάστημα ο ενάγων έκανε προσπάθειες να λάβει άδεια λειτουργίας στο όνομά του για την προαναφερθείσα εκμετάλλευση του μισθίου. Στην απόφαση σφράγισης από το Δήμο …, προφανώς από άγνοια της μεταβολής που επήλθε, αναφέρεται ως μισθωτής ο Ν. Μ.. Για τον τυπικό αυτό λόγο η εναγομένη εκμισθώτρια ζήτησε την αποσφράγιση του μισθίου και δεν επικαλέστηκε ότι συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας λειτουργίας στο όνομα του ενάγοντος μισθωτή.
Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του 1997 ο ενάγων κατέβαλε με συνέπεια το μίσθωμα, καίτοι δεν έκανε καθόλου χρήση του μισθίου λόγω του ότι εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση αυτού από το άνω πραγματικό ελάττωμα. Μετά τη σφράγιση του μισθίου ο ενάγων μισθωτής πληροφορήθηκε για τη μη δυνατότητα έκδοσης άδειας λειτουργίας στο όνομά του.
Γι' αυτό και κατά την καταβολή του μισθώματος του μηνός Σεπτεμβρίου 1997 διατύπωσε εγγράφως την επιφύλαξή του στην από 02/9/1997 απόδειξη 234.140 δραχμών, όπου ανέφερε προς την εκμισθώτρια εναγομένη ότι ο Δήμος … αρνείται να εκδώσει άδεια λειτουργίας επ' ονόματί του για την άσκηση της προαναφερθείσας δραστηριότητας στο επίδικο μίσθιο, γιατί τούτο δεν πληρούσε τις άνω προϋποθέσεις.
Για να εκδιδόταν άδεια στο όνομα του ενάγοντος έπρεπε πλην των άλλων να προσκομίσει στο Δήμο ... (α) το ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης της επιχείρησης μεταξύ των Χ. και του ενάγοντος, θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ …, β) βεβαίωση περί μη οφειλής από το τμήμα Εσόδων τόσο για τον Χ. όσο και για τον ενάγοντα ατομικά και γ) φορολογική ενημερότητα και των δύο, έγγραφα, όμως, που δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει ο ενάγων, αφού ούτε συμφωνητικό μεταβίβασης της επιχείρησης είχε υπογραφεί δεδομένου ότι θα ήταν επαχθής η αντιμετώπιση της μεταβίβασης από άποψη φορολογίας, αλλά και φορολογικές εκκρεμότητες υφίσταντο κυρίως για τον Χ..
Μετά το μήνα Σεπτέμβριο του 1997 ο ενάγων επικαλούμενος το άνω πραγματικό ελάττωμα που αναιρούσε ολικώς τη συμφωνηθείσα χρήση και εκμετάλλευση του μισθίου δεν κατέβαλε μισθώματα. Αν ο ενάγων μισθωτής γνώριζε για το ελάττωμα του μισθίου και την απαγόρευση έκδοσης άδειας λειτουργίας από το Δήμο …, δεν θα υπέγραφε το μισθωτήριο για να μη βρεθεί εν γνώσει του σε αδιέξοδο, διαφορετικά, εάν το γνώριζε, θα περιελάμβανε κάποιο σχετικό όρο.
Επιπρόσθετα με την από 12/12/1997 εξώδικη δήλωσή του προς την εκμισθώτρια την οποία κοινοποίησε σ' αυτήν στις 16/12/1997 την κάλεσε να ενεργήσει για την αποσφράγιση του καταστήματος και τη λήψη άδειας λειτουργίας επ' ονόματί του ως ιδιοκτήτρια και εκμισθώτρια. Το πραγματικό αυτό ελάττωμα η τελευταία το γνώριζε ήδη πριν από τη συνομολόγηση της ένδικης σύμβασης μίσθωσης με τον ενάγοντα μισθωτή, από τον προηγούμενο μισθωτή του μισθίου Ν.
Μ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, αν και το είχε εκμισθώσει από 08/9/1996 δεν πέτυχε την έκδοση αδείας λειτουργίας στο όνομά του εξ αιτίας του άνω πραγματικού ελαττώματος και αυτό το κατέστησε γνωστό στην εκμισθώτρια, η οποία και δέχθηκε να λυθεί στις 31/3/1997 η σύμβαση μίσθωσης. Η εναγομένη ωστόσο, χωρίς να ενημερώσει τον ενάγοντα για το άνω πραγματικό ελάττωμα κατά τη σύναψη της μίσθωσης, ζήτησε και πέτυχε: (I) Την έκδοση της υπ' αρ. 77/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε ο ενάγων να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στην εναγομένη γιατί καθυστερούσε από δυστροπία να πληρώσει τα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 1997, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 1998, συνολικού ύψους με το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου 2.147.980 δραχμών....
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση της εναγομένης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη γνώριζε το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου της οπωσδήποτε από την 31/3/1997, οπότε δέχθηκε τη λύση της μίσθωσης με το μισθωτή Ν.
Μ., λόγω αδυναμίας έκδοσης αδείας στο όνομα του ως άνω μισθωτή και ενισχύθηκε περαιτέρω την 02/9/1997, οπότε ο ενάγων στην απόδειξη είσπραξης του μισθώματος του μηνός Σεπτεμβρίου 1997 γραπτώς επισήμανε ότι το μίσθιο ήταν σφραγισμένο γιατί δεν μπορούσε να εκδοθεί άδεια λειτουργίας (βλ. προσκομιζόμενη απόδειξη είσπραξης).
Επομένως το ποσό των 21.806,90 € αυτή οφείλει να το καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα κατ' άρθρο 911 ΑΚ ως ακολούθως: 1) το ποσό των 1.396.560 δραχμών ή 4.098.48 € που αντιστοιχεί στο ποσό της δοθείσας εγγύησης (460.000 δραχμές) και των καταβληθέντων μισθωμάτων Μαΐου έως Αυγούστου 1997 (230.000 δραχμές χ 4 μήνες χ 1,8% αναλογούν χαρτόσημο) η εναγομένη οφείλει να το καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως από 02/9/1997, αφού από τότε η εναγομένη έλαβε γνώση των περιστατικών που καθιστούσαν αδικαιολόγητη την αχρεώστητη λήψη του ποσού αυτού (το μίσθιο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον ενάγοντα και δεν χρησιμοποιήθηκε υπ' αυτού λόγω του ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί άδεια λειτουργίας στο όνομα του ενάγοντος) και 2) το ποσό των 17.708,42 από την 20/7/1999 που ο ενάγων το κατέβαλε στην εφεσίβλητη για να ματαιώσει τον πλειστηριασμό του ακινήτου του, που επέσπευδε η εναγομένη για είσπραξη μισθωμάτων, που ωστόσο ο ενάγων δεν όφειλε λόγω του εν λόγω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει το ποσό των 21.806,90 € νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, καίτοι κάνει μνεία του άρθρου 911 ΑΚ, εσφαλμένως το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά το βάσιμο μοναδικό λόγο έφεσης του ενάγοντος. Μετά ταύτα πρέπει: (α) ν' απορριφθεί κατ' ουσία η έφεση της εναγομένης, (β) να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου - ενάγοντος αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας, (γ) να γίνει δεκτή η έφεση του ενάγοντος ως βάσιμη κατ' ουσία, (δ) να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη τοκοδοσίας του επιδικασθέντος ποσού...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες, ως άνω, ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ (και όχι 516 ΑΚ, που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη, προφανώς λόγω αριθμητικού λάθους), καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η αναιρεσείουσα εκμισθώτρια ήδη από του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης μίσθωσης την 1.5.1997 γνώριζε το πραγματικό ελάττωμα του εκμισθωθέντος στον μισθωτή αναιρεσίβλητο ισογείου καταστήματος, το οποίο συνίστατο στην αδυναμία εκδόσεως αδείας λειτουργίας του από την αρμόδια Αρχή - Δήμο ….
για την συμφωνηθείσα χρήση ως Καταστήματος Υγειονομικού ενδιαφέροντος - Καφετέριας - μετά μουσικής ("μπαρ"), διότι ο προηγούμενος μισθωτής του επίδικου μισθίου Ν. Μ., που το είχε μισθώσει από 8.9.1996 δεν πέτυχε την έκδοση αδείας λειτουργίας στο όνομά του, λόγω του συγκεκριμένου ελαττώματος, που το κατέστησε γνωστό στην αναιρεσείουσα εκμισθώτρια, η οποία δέχθηκε να λυθεί η μίσθωση στις 31.3.1997, δηλαδή μία ημέρα πριν την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της γνώσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας εκμισθώτριας της ύπαρξης του πιο πάνω πραγματικού ελαττώματος του επίδικου μισθίου και της άγνοιας εκ μέρους του μισθωτή, αντιστοίχως, που δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο τμήμα του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης ως προς το τμήμα αυτό.
Από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή. Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφ' ενός το πραγματικό ελάττωμα, που συνίσταται στην αδυναμία λήψεως από τον αναιρεσίβλητο μισθωτή από την αρμόδια Αρχή - Δήμο …. της άδειας λειτουργίας του επίδικου ως καταστήματος Υγειονομικού ενδιαφέροντος - Καφετέρια - "μπαρ", μετά μουσικής και αφ' ετέρου η γνώση της ύπαρξης του ένδικου πραγματικού ελαττώματος από την αναιρεσείουσα εκμισθώτρια και η άγνοια αυτού από τον αναιρεσείοντα μισθωτή. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο τμήμα αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί και κατά το τμήμα του αυτό.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το τρίτο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων: α) του από 1.9.1996 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης της λειτουργούσας στο επίδικο μίσθιο επιχείρησης του Α. Χ. προς τον Ν. Μ., β) του από 8.9.1996 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης του επίδικου μισθίου στον μισθωτή Ν. Μ., γ) του από 1.4.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης του υιού του αναιρεσιβλήτου μετά του Ν. Μ., δ) του από 1.5.1997 ένδικου μισθωτηρίου, ε) του από 6.12.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμίσθωσης του επίδικου μισθίου και στ) του από 14.5.1998 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. και του Α. Χ.. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ως προς το ανωτέρω τμήμα του, αλλά και ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό, που η αναιρεσείουσα θεωρεί σωστό.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια επίσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 250 αρ. 15 ΑΚ, 253 ΑΚ και 261 εδ. α' ΑΚ, αναφορικά με την παραγραφή των τόκων της επίδικης αξίωσης, σύμφωνα με τις οποίες η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής, ότι με την καινούργια ρύθμιση του άρθρου 261 εδ.
β' ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/ 20.3.2013 η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, ότι κατ' αποτέλεσμα η παραγραφή συμπληρώνεται όταν παρέλθει ίσος χρόνος με την παραγραφή προσαυξανόμενος κατά 6 μήνες και ότι επειδή το θέμα της παραγραφής είναι θεσμός δημοσίας τάξεως και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, πλην, όμως η προσβαλλόμενη κατά παράβαση του νόμου, δεν εξήτασε και επιδίκασε τόκους παραγεγραμμένους εν επιδικία.
Ο λόγος αυτός εκτός του ότι είναι εντελώς αόριστος και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, εφόσον δεν υπάρχει καμία αναφορά στον χρόνο επίδοσης της ένδικης αγωγής στις νέες διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τις συνεπαγόμενες κατ' άρθρο 261 ΑΚ διακοπή της παραγραφής και τον διαδραμόντα χρόνο μεταξύ των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων, καθώς και στην τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, δεν είναι και νόμιμος, καθόσον η παραγραφή ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός στοιχειοθετεί τη βάση της ένστασης ως μέσου επίθεσης και άμυνας, η οποία (ένσταση παραγραφής) δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού κατά νόμο απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου προφορικά, κατά τη συζήτηση με καταχώρησή της στα πρακτικά, όπου δεν είναι αναγκαία η κατάθεση προτάσεως, με τις προτάσεις δε που κατατίθενται νομίμως κατά τα άρθρα 237 και 270 ΚΠολΔ.
Ενόψει αυτών ο δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη παρά το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο επιδίκασε εκ νέου το επιδικασθέν διά της 861/2009 εκκληθείσας αποφάσεως, ενώ ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος με την με αριθμό 6169/2010 έφεσή του ζήτησε περιοριστικά την μεταρρύθμιση της εκκληθείσας αποφάσεως μόνον ως προς το κεφάλαιο της τοκοδοσίας του επιδικασθέντος ποσού, ώστε η τοκοδοσία αυτού ν' αρχίσει ως προς το ποσό των 4.098,48 ευρώ από 2.9.1997, άλλως από 16.12.1997 και ως προς το ποσό των 17.708,42 ευρώ από 20.7.1999, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής το Εφετείο χωρίς να ζητηθεί από τον εκκαλούντα αναιρεσίβλητο προέβη στην εκ νέου εκδίκαση της αγωγής και ως προς το κεφάλαιο.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο μετά την παραδοχή τυπικά και κατ' ουσία της από 22.6.2010 (και με αριθμό κατάθ. 6169/2010) εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την 861/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνο κατά το μέρος, που αφορά την τοκοδοσία του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 21.806,90 ευρώ, το οποίο είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως και στη συνέχεια, εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 911 ΑΚ, διέταξε την απόδοση του ληφθέντος ποσού των 4.098,48 ευρώ, που αφορούσε εγγύηση και μισθώματα Μαΐου έως Αυγούστου 1999, νομιμοτόκως στις 2.9.1997, οπότε έλαβε γνώση των περιστατικών που καθιστούσαν αδικαιολόγητη την αχρεώστητη λήψη του ποσού αυτού, αφού στη σχετική από 2.9.1997 απόδειξη καταβολής μισθώματος ο ενάγων γραπτώς επισήμανε, ότι το μίσθιο ήταν σφραγισμένο, γιατί δεν ήταν δυνατή η έκδοση άδειας λειτουργίας του και του υπολοίπου ποσού των 17.708,42 ευρώ νομιμοτόκως από 20.7.1999, οπότε ο ενάγων κατέβαλε το ποσόν αυτό στην εναγόμενη για ματαίωση του πλειστηριασμού που αυτή επέσπευσε για την είσπραξη των μισθωμάτων, τα οποία όμως αυτός δεν όφειλε λόγω του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου.
Επομένως και ο τέταρτος από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα, αναφέρεται στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚπολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.11.2017 αίτηση αναίρεσης της 54/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ