420/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated420/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 420 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 420/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ", και το διακριτικό τίτλο "... S.A.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Τερεζάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7228/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17/5/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στη προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθμό .../15 Σεπτεμβρίου 2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Σ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 17.5.2016 και με αριθ. κατάθ. ...18.5.2016 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον αναιρεσίβλητο και ειδικότερα με παράδοση αυτής στη σύνοικο σύζυγο του τελευταίου στην κατοικία του (άρθ. 128 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.2 εδ.
α και γ του ΚΠολΔ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθός, ως αντάλλαγμα για τη παροχή της εργασίας του μισθωτού και παράλληλα ως μέσο βιοπορισμού αυτού και της οικογενείας του, θεμελιώνεται στην ατομική σύμβαση εργασίας. Η συμφωνία για τη καταβολή μισθού μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο εργοδότης χορηγεί μία μισθολογική παροχή επί μακρό χρόνο και ο μισθωτός την εισπράττει (ΑΠ 2056/2006).
Σε περίπτωση που δεν έχει συμφωνηθεί η καταβολή μισθού, είτε ρητά, είτε σιωπηρά, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 649 του ΑΚ και οφείλεται ο κατά τη διάταξη του άρθρου 653 του ΑΚ συνηθισμένος μισθός, ήτοι εκείνος που συνήθως καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την ίδια εργασία σε εργαζόμενους με την ίδια ειδικότητα, τα ίδια προσόντα, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες εργασίας (ΑΠ 166/2013).
Ο συμβατικός μισθός, ήτοι εκείνος του οποίου το ύψος συμφωνείται στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διακρίνεται από το νόμιμο, ήτοι εκείνο που καθορίζεται από το νόμο ή άλλη κανονιστικού χαρακτήρα ρύθμιση, όπως συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση (ΑΠ 166/2013). Ο μισθός συνήθως είναι σύνθετη παροχή που αποτελείται από το βασικό μισθό και τα επιδόματα.
Τα επιδόματα καταβάλλονται και αυτά ως αντάλλαγμα της εργασίας, με τη χορήγησή τους όμως επιδιώκονται κάποιοι ειδικότεροι σκοποί στο πλαίσιο της εργασίας. Ο ειδικότερος αυτός σκοπός του αντίστοιχου επιδόματος αποτελεί το νόμιμο λόγο για την αρχική καταβολή του και για τη συνέχιση της καταβολής του στο μέλλον.
Συνεπώς εάν στο μέλλον λάβει χώρα προσωρινή ή οριστική διακοπή της αιτίας, για την οποία χορηγήθηκε το συγκεκριμένο επίδομα, διακόπτεται αντίστοιχα η καταβολή του (ΑΠ 997/2004), πλην τυχόν αντίθετης συμφωνίας των μερών για τη συνέχιση της καταβολής αυτού, παρά τη λήξη της ως άνω αιτίας. Τα ανωτέρω ισχύουν τόσο για τα νόμιμα, όσο και για τα συμβατικά επιδόματα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται αντιστοίχως από κανονιστικές ρυθμίσεις ή από τη σύμβαση.
Περαιτέρω η προαγωγή διακρίνεται σε μισθολογική και βαθμολογική. Η μισθολογική προαγωγή βελτιώνει μόνο τη μισθολογική θέση του εργαζομένου, χωρίς η βελτίωση αυτή να συνδέεται και με αλλαγή ιεραρχικής βαθμίδας. Αντίθετα η βαθμολογική προαγωγή συνιστά ουσιαστική προαγωγή, αφού αυτή επάγεται την ανάθεση ανώτερης εργασίας στο μισθωτό και με αυτή ο τελευταίος εξελίσσεται επαγγελματικά, καθώς καταλαμβάνει ανώτερη κατά σειρά θέση στην υπηρεσιακή ιεραρχία και αποκτά τα πλεονεκτήματα (μισθολογικά, υπηρεσιακά κλπ) που συνδέονται με τη θέση αυτή.
Εάν όμως δεν υφίσταται εσωτερικός κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου ή με συμβατική ισχύ στη συγκεκριμένη επιχείρηση, που να ρυθμίζει τα προσόντα προς προαγωγή των εργαζομένων, ούτε έχουν προσδιορισθεί οι όροι αυτοί από την εργασιακή σύμβαση, τότε η "προαγωγή" του μισθωτού από τον εργοδότη έχει την έννοια της ανάθεσης σε αυτόν ανωτέρων καθηκόντων, όπως λ.χ.
προϊσταμένου τμήματος ή επικεφαλής ομάδας απασχολουμένων μισθωτών, η οποία ανάγεται στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια, άρα και να αναθέτει σε κάποιο μισθωτό ανώτερα καθήκοντα ή να τον απομακρύνει από αυτά, αναθέτοντας τα σε άλλο μισθωτό, η δε ως άνω απόφασή του εργοδότη μπορεί να ελεγχθεί από τα δικαστήρια μόνο στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 1721/2012).
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 3.4 της από 19.7.2003 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας ετών 2003 & 2004" (Πρ. κατάθ. Υπ. Εργασίας 55/21.7.2003) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. .../9.12.2003 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 1901/22.12.2003) και υπό τον παράτιτλο "επίδομα αρχιφύλακα" ορίσθηκε ότι στους εργαζομένους που εκτελούν χρέη αρχιφύλακα, δίνεται επίδομα ποσοστού 10% επί του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκει ο κάθε εργαζόμενος.
Η σχετική ρύθμιση διατηρήθηκε σε ισχύ και με τις διατάξεις των μεταγενεστέρων συλλογικών ρυθμίσεων και ειδικότερα με εκείνες του άρθρου 3.6 της από 24.8.2004 ομοίας συλλογικής σύμβασης εργασίας (Πρ. κατάθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. 116/6.10.2004) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 10218/18.1.2005 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 76/24.1.2005), του άρθρου 5.5 της από 14.2.2007 ομοίας συλλογικής σύμβασης εργασίας (Πρ.
κατάθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. 16/28.2.2007) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθ. 11869/26.6.2007 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 1190/12.7.2007) και του άρθρου 2.4 του παραρτήματος Α’ της από 8.4.2009 ομοίας συλλογικής σύμβασης εργασίας (Πρ. κατάθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. 23/25.5.2009), που δεν έχει κηρυχθεί υποχρεωτική, οι οποίες αφορούν το ένδικο χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2006 έως τον Αύγουστο του έτους 2009.
Από την αδιάστικτη διατύπωση της ρύθμισης αυτής προκύπτει ότι το ανωτέρω επίδομα αρχιφύλακα δικαιούται το προσωπικό ασφαλείας που εργάζεται σε εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφάλειας, μόνο εφόσον στο πλαίσιο της εργασίας του ασκεί καθήκοντα αρχιφύλακα, με συνέπεια αν γι’ οιονδήποτε λόγο, όπως λχ μετάθεση σε άλλη θέση, παύσει η άσκηση των καθηκόντων του αρχιφύλακα, διακόπτεται η καταβολή του ως άνω επιδόματος.
Εξ άλλου στις ως άνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν έχουν περιληφθεί διατάξεις που να ρυθμίζουν την προαγωγή του εν λόγω προσωπικού από τη θέση του φύλακα σε εκείνη του αρχιφύλακα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος στη περίπτωση που η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, εκάστη των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες οι αιτιολογίες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, ο λόγος αναίρεσης που προσβάλλει τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτεται ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττομένη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία, και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 25/1994, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 437/2011, ΑΠ 1336/2010, ΑΠ 426/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος [ήδη αναιρεσίβλητος] προσελήφθη από την εναγομένη ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "... SA" [ήδη αναιρεσείουσα] που εδρεύει στην Αθήνα την 17.9.1994 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός οχήματος χρηματαποστολής και στη συνέχεια ως φύλακας.
Ύστερα από συνεχή υπηρεσία 12 ετών προήχθη σε αρχιφύλακα τον Ιούλιο του 2006 και από τότε έως την 23.4.2009 ασκούσε τα καθήκοντα του αρχιφύλακα (βλ ....). Την ημερομηνία αυτή, δηλαδή την 23.4.2009, ο εφεσίβλητος μετετέθη στα ... Ακίνητα στο ... Αττικής, όπου εκεί καθήκοντα αρχιφύλακα ασκούσε άλλη συνάδελφός του, η Ε. Ν., οπότε, όπως ο ίδιος συνομολογεί με την αγωγή του, τα καθήκοντά του ήταν πλέον απλού φύλακα.
Περαιτέρω προκύπτει ότι με την εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας" προβλέπεται η καταβολή επιδόματος αρχιφύλακα στους εργαζομένους που ασκούν χρέη αρχιφύλακα εκ ποσοστού 10% επί του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκει ο κάθε εργαζόμενος (άρθ. 3 περ. 3-4 της ΕΣΣΕ αυτής).
Έτσι, όπως είναι διατυπωμένο το πιο πάνω άρθρο της ΕΣΣΕ, συνδέει το επίδομα αυτό με την άσκηση των σχετικών καθηκόντων θέσεως, που δικαιολογεί την καταβολή σ’ αυτούς του οικείου επιδόματος. Οπότε εάν ο εργαζόμενος μετακινηθεί νομίμως από την κατεχομένη θέση, η οποία δικαιολογεί την καταβολή σε αυτόν του οικείου επιδόματος (με μετάθεση ή με άλλο τρόπο) παύει πλέον να δικαιούται το επίδομα αυτό, το οποίο σύμφωνα με τα ανωτέρω αποτελεί ουσιαστικώς πραγματοπαγές επίδομα (βλ....).
Όμως στη προκειμένη περίπτωση και ανεξάρτητα της διατύπωσης του άρθρου της πιο πάνω ΕΣΣΕ που επικαλείται η εκκαλούσα εταιρεία, προκύπτει ότι η τελευταία από τον Ιούλιο του 2006 και μετά από 12ετή υπηρεσία προήγαγε τον εφεσίβλητο στο βαθμό του αρχιφύλακα και η ειδικότητα αυτή του αρχιφύλακα άρχισε πλέον να αναγράφεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις εκάστου μηνός και στις καταστάσεις προσωπικού.
Επομένως, λόγω της επί μακρό χρονικό διάστημα αναγραφής της ειδικότητας αυτής, όσον αφορά τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, και της πραγματικής άσκησης από μέρους του των καθηκόντων του αρχιφύλακα, το συγκεκριμένο θεωρείται ότι συνδέεται απολύτως με το βαθμό στον οποίο προήχθη από τον Ιούλιο του 2006 και έτσι μετεβλήθη σε συμβατικό και αποτελεί πλέον τμήμα των συνήθων αποδοχών του, στις οποίες περιλαμβάνονται οι βασικές αποδοχές, καθώς και τα συμβατικά ή νόμιμα επιδόματα.
Ο ισχυρισμός - λόγος έφεσης της εκκαλούσας εργοδότριας εταιρείας ότι το επίδομα αυτό κατεβάλλετο ευκαιριακώς ως έκτακτη αποδοχή συνδεομένη με τη παροχή της εργασίας και ότι η αναγραφή της ειδικότητας του αρχιφύλακα δίπλα στο όνομα του εφεσίβλητου οφείλεται στο μηχανογραφικό σύστημα της εταιρείας που αναγράφει αυτομάτως ως αρχιφύλακα τον εργαζόμενο από τη στιγμή που θα πάρει για πρώτη φορά το επίδομα αρχιφύλακα, δεν μπορεί να γίνει δεκτός σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ιδιαίτερα έτσι όπως προβάλλεται ως παράλειψη διορθώσεως του μηχανογραφικού συστήματος από τους υπευθύνους για την εργασία αυτή υπαλλήλους της εκκαλούσας.
Άλλωστε η εκκαλούσα ως οργανωμένη εταιρεία που απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων, οφείλει να έχει οργανωμένο λογιστήριο και να σημειώνει κάθε μήνα τις υπηρεσιακές και μισθολογικές μεταβολές των εργαζομένων της με αναφορά στη σωστή ειδικότητα που κατέχει κάθε εργαζόμενός της. Σε κάθε δε περίπτωση μετά την ευδόκιμη δωδεκαετή υπηρεσία που της παρείχε ο συγκεκριμένος εργαζόμενος, εύλογο ήτο να προαχθεί στο βαθμό του αρχιφύλακα και να εισπράττει το αντίστοιχο για το βαθμό αυτό επίδομα.
Η παραδοχή αυτή αντικειμενικά εκτιμώμενη συνάδει περισσότερο με τη πραγματικότητα και το συνήθως συμβαίνον στις επιχειρήσεις και αντικρούει πλήρως τον αντίθετο λόγο έφεσης". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, με μερικά διαφορετική αιτιολογία (εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε ασκήσει καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα χρέη αρχιφύλακα) είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 4.220, 53 ευρώ, για οφειλές της από τη μη καταβολή του επιδόματος αρχιφύλακα της χρονικής περιόδου από τον Οκτώβριο του έτους 2006 έως και τον Αύγουστο του έτους 2009, με εξαίρεση τους μήνες Νοέμβριο του 2006, Ιανουάριο του 2007 και Φεβρουάριο του 2007, οπότε κατά την αγωγή το εν λόγω επίδομα είχε καταβληθεί.
Με τους πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι, ανεξαρτήτως των ορισμών του άρθρου 3.4 της από 19.7.2003 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας ετών 2003 & 2004", το προβλεπόμενο σε αυτήν (νόμιμο) επίδομα αρχιφύλακα μεταβλήθηκε σε συμβατικό και αποτελεί πλέον τμήμα των συνήθων αποδοχών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, λόγω της επί μακρό χρονικό διάστημα αναγραφής της ειδικότητας του αρχιφύλακα στις μισθοδοτικές καταστάσεις κάθε μήνα και στις καταστάσεις προσωπικού, μετά την προαγωγή αυτού στο βαθμό του αρχιφύλακα από τον Ιούλιο του έτους 2006 μετά από ευδόκιμη υπηρεσία 12 ετών και της πραγματικής άσκησης εκ μέρους του των καθηκόντων του αρχιφύλακα, το μεν παραβίασε ευθέως τη ρύθμιση του άρθρου 3.4 της πιο πάνω συλλογικής σύμβασης εργασίας που επιτάσσει την εκτέλεση χρεών αρχιφύλακα για τη καταβολή του εν λόγω επιδόματος, ενώ άλλωστε δεν προβλέπει προαγωγή σε βαθμό αρχιφύλακα, το δε διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, εφόσον δεν διαλαμβάνει τους λόγους μετατροπής του ως άνω επιδόματος από νόμιμο σε συμβατικό, μη αρκούσης της αναγραφής της ειδικότητας του αρχιφύλακα στις μισθοδοτικές καταστάσεις και στις καταστάσεις προσωπικού για μεγάλο χρονικό διάστημα, ούτε αιτιολογεί από πού προκύπτει η ύπαρξη βαθμού αρχιφύλακα στον οποίο δήθεν προήχθη ο αναιρεσίβλητος, ούτε για ποίο λόγο δέχεται ότι αυτός δικαιούται του εν λόγω επιδόματος, αν και, κατά τις παραδοχές αυτής, από τη μετάθεσή του αναιρεσίβλητου στις 23.4.2009 στα ...
Ακίνητα στο ... Αττικής, όπου χρέη αρχιφύλακα εκτελούσε άλλη συνάδελφός του, αυτός έπαυσε να εκτελεί χρέη αρχιφύλακα και εκτελούσε καθήκοντα απλού φύλακα. Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος που αφορούν το ένδικο χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2006 μέχρι τις 23 Απριλίου του έτους 2009 (με εξαίρεση τους τρεις μήνες για τους οποίους δεν ζητήθηκε με την αγωγή η επιδίκαση του επιδόματος αρχιφύλακα, λόγω της καταβολής του), είναι αλυσιτελείς και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι η προσβαλλομένη απόφαση κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της (βλ. 2ο φύλλο αυτής) δέχθηκε ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκτελούσε τα καθήκοντα του αρχιφύλακα.
Η ως άνω παραδοχή, η οποία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης, ως αυτοτελής αιτιολογία στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον η εκτέλεση χρεών αρχιφύλακα από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα επάγεται τη γένεση της αξίωσης αυτού για την καταβολή του επιδόματος αρχιφύλακα εκ ποσοστού 10% επί του μισθολογικού του κλιμακίου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 3.4 της πιο πάνω συλλογικής σύμβασης εργασίας και τις προαναφερθείσες διατάξεις των επομένων ομοίων συλλογικών συμβάσεων εργασίας που ίσχυσαν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
Κατά συνέπεια το επικαλούμενο σφάλμα, που κατά τους λόγους αναίρεσης αναφέρεται στην επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης για τη μετατροπή του ως άνω (νόμιμου) επιδόματος σε συμβατικού χαρακτήρα παροχή, είναι αδιάφορο. Κατά το μέρος όμως που οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης αφορούν το χρονικό διάστημα από 23 Απριλίου 2009 έως τα τέλη Αυγούστου 2009, οπότε κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με τη μετάθεση του στα ...
Ακίνητα στο ... Αττικής έπαυσε να εκτελεί χρέη αρχιφύλακα και άρχισε να εκτελεί χρέη απλού φύλακα, αφού εκεί ασκούσε χρέη αρχιφύλακα άλλη συνάδελφός του, οι λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Και τούτο διότι αφενός μεν δεν συνέτρεχαν πλέον οι κατά νόμο προϋποθέσεις για τη συνέχιση της καταβολής του εν λόγω επιδόματος αρχιφύλακα στον αναιρεσίβλητο κατά το άρθρο 3.4 της πιο πάνω συλλογικής σύμβασης εργασίας και το άρθρο 2.4 του παραρτήματος Α’ της από 1.1.2009 ισχύσασας από 8.4.2009 ομοίας συλλογικής σύμβασης εργασίας, αφετέρου δε δεν διαλαμβάνονται στη προσβαλλομένη απόφαση παραδοχές από τις οποίες να προκύπτει ο λόγος για τον οποίο το νόμιμο αυτό επίδομα κατέστη συμβατική παροχή, αφού μόνη η επί μακρόν χρόνο αναγραφή της ιδιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως αρχιφύλακα στις οικείες μισθοδοτικές καταστάσεις και στις καταστάσεις προσωπικού, χωρίς την παράλληλη εκτέλεση χρεών αρχιφύλακα από αυτόν, δεν επάγεται την εν λόγω μετατροπή, ούτε επίσης διαλαμβάνονται παραδοχές σχετικές με πρόβλεψη βαθμού αρχιφύλακα σε τυχόν κανονισμό προσωπικού της αναιρεσείουσας ή με βάση τη σύμβαση εργασίας με παράλληλη πρόβλεψη την καταβολή του εν λόγω επιδόματος από την προαγωγή, στον οποίο βαθμό "προήχθη" τον Ιούλιο του έτους 2006 κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο αναιρεσίβλητος.
Κατ’ ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση του επιδόματος αρχιφύλακα της περιόδου από 23.4.2009 έως τέλη Αυγούστου 2009, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Η διάταξη όμως αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο της αρχικής διαφοράς ήταν η διάγνωση κάποιας έννομης σχέσης με αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 928/2013, ΑΠ 1257/2010). Επομένως η αίτηση της αναιρεσείουσας που υποβάλλεται με το αναιρετήριο, με την οποία ζητείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και ειδικότερα να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 5.388, 44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της καταβολής, άλλως από την επομένη της δημοσίευσης της παρούσας, άλλως από την επομένη της επίδοσης αυτής, που η τελευταία του κατέβαλε στις 27.12.2013 σε εκούσια συμμόρφωση με το διατακτικό της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί, διότι με την υπ’ αριθ. 83/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ενσωματώθηκε στη προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μετά την απόρριψη της κατά της πρώτης έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, μόνο αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει για την ανωτέρω αιτία στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 4.220,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο στο καθένα από τα απαρτίζοντα το εν λόγω κονδύλιο ποσά από το τέλος κάθε δεδουλευμένου μήνα της επίδικης χρονικής περιόδου.
Μετά την κατά ένα μέρος παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας του (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 7228/10.12.2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας από τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ