Legislator Case Law & Legislation
420/2016 AI generated

420/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 420/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

420/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του Α.Κ., "ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα". Συνομολογημένη ιδιότητα είναι τα φυσικά γνωρίσματα ή πλεονεκτήματα του πράγματος, ακόμη δε και οποιαδήποτε σχέση, η οποία λόγω του είδους και της διαρκείας της επιδρά κατά τις συναλλαγές στην αξία ή τη χρησιμότητά του.

Keywords

AI generated
price of land purchase price reduction territorial scope of the Treaty building dimensions scope of expropriation building lease rent
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 420 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 420/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που ..., νομίμως εκπροσωπούμενης και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρδουλάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5034/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4452/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 5-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ’ και δ’ του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ.β’ του ιδίου Κώδικος, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο, ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος, δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεώς του κατ’ αυτήν (Α.Π.314/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 27-12-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4452/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι τη συζήτηση αυτής επισπεύδει η αναιρεσείουσα, δια του υπογράφοντος το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα (βλ. υπ’ αριθμ. .../29-7-2014 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Ζαχαροπούλου) πληρεξουσίου της δικηγόρου Β. Μ., με παραγγελία του οποίου η αρμοδία δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Τ. επέδωσε στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση να παραστεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9-3-2015. Κατά την δικάσιμο αυτή, η αναιρεσείουσα παρέστη δια του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και με αίτημά του ανεβλήθη η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (23-11-2015) και ενεγράφη στο πινάκιο. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο όμως η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του Α.Κ., "ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα". Συνομολογημένη ιδιότητα είναι τα φυσικά γνωρίσματα ή πλεονεκτήματα του πράγματος, ακόμη δε και οποιαδήποτε σχέση, η οποία λόγω του είδους και της διαρκείας της επιδρά κατά τις συναλλαγές στην αξία ή τη χρησιμότητά του.

Πότε ο πωλητής δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του ορίζεται στο άρθρο 535 του Α.Κ., όπου αναφέρεται ότι αυτό συμβαίνει αν το πράγμα που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, ενώ ακολούθως απαριθμούνται ενδεικτικά μόνον ορισμένα κριτήρια που συνιστούν προϋποθέσεις εννοιολογικού προσδιορισμού της ελαττωματικότητος του πράγματος.

Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή, χωρίς τις άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα, είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 Α.Κ., που παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους είτε για πώληση είδους, μεταξύ άλλων και το δικαίωμα να αξιώσει τη μείωση του τιμήματος, κατά το άρθρο 540 παρ.1 περ. 2 Α.Κ., διότι μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, ήτοι μετά την παράδοση σ’ αυτόν του πράγματος και τη διαπίστωση της ελαττωματικότητάς του, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 επ.

Α.Κ. και όχι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ. Η ευθύνη του πωλητού, στην περίπτωση αυτή είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από την γνώση ή την έστω ανυπαίτια άγνοια αυτού περί της υπάρξεώς του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 550 εδ. α’ Α. Κ. που ορίζει ότι αν ο πωλητής ακινήτου διαβεβαίωσε τον αγοραστή ότι το ακίνητο έχει ορισμένη έκταση, ευθύνεται όπως και για συμφωνημένη ιδιότητα, συνάγεται ότι είναι ζήτημα ερμηνείας της συμβάσεως πότε υπάρχει διαβεβαίωση του πωλητή προς τον αγοραστή περί ορισμένης εκτάσεως του πωληθέντος ακινήτου και ότι ο προσδιορισμός στη σύμβαση της εκτάσεως και η απλή δήλωση του πωλητού περί αυτής, δεν έχει πάντοτε την έννοια υποσχεθείσης ιδιότητος, αφού είναι δυνατόν ο προσδιορισμός να έγινε για τον καθορισμό της ταυτότητας του ακινήτου και να αποτελεί μέρος της περιγραφής αυτού.

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει ανελέγκτως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την αληθή βούληση των συμβληθέντων περί του αν η πραγματική έκταση του πωληθέντος ακινήτου αποτελεί ή όχι συνομολογηθείσα ιδιότητά του, καθίσταται αναγκαία η προσφυγή του στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ ( Α.Π.1420/2013, 658/2011, 989/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 Συντάγματος, προκύπτει ότι προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: " Με βάση το ...

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου... η πρώτη των εναγομένων..., δια του δευτέρου...ως νομίμου εκπροσώπου της και ομορρύθμου εταίρου της, πώλησε και παρέδωσε αυθημερόν στον ενάγοντα,...την υπό στοιχεία Β - 6 αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου της πολυώροφης οικοδομής, που είναι κτισμένη επί της οδού ...

της ... Αττικής, σε οικόπεδο επιφάνειας 2.324,07 τμ. το πιο πάνω, δε, διαμέρισμα συνορεύει... Το προρρηθέν διαμέρισμα ο ενάγων - εκκαλών το αγόρασε αντί συνολικού τιμήματος 66000,00 €. Το τελευταίο ο μνησθείς αγοραστής το εξόφλησε ολοσχερώς, μετά από δάνειο, που έλαβε από τραπεζική εταιρεία. Η πρώτη των εναγομένων - εφεσιβλήτων δήλωσε στο ειρημένο συμβόλαιο ότι το ως άνω διαμέρισμα έχει εμβαδόν 68 τμ.

Στα τέλη του έτους 2006 ο ενάγων - εκκαλών, έχοντας πρόθεση να πωλήσει το μνησθέν ακίνητο, κατάρτισε το από 1/2/2006 σχετικό ιδιωτικό προσύμφωνο με την αγοράστρια ..., η οποία παρέσχε στον πολιτικό μηχανικό... την εντολή να προχωρήσει σε εμβαδομέτρηση του εν λόγω διαμερίσματος. Από την μέτρηση αυτή όμως προέκυψε ότι το διαμέρισμα στην πραγματικότητα έχει εμβαδόν 57,35 τμ., δηλαδή είναι μικρότερο από το αναγραφόμενο στο παραπάνω συμβόλαιο κατά 10,65 τ.μ.

Κατόπιν τούτου ο ίδιος ο ενάγων, και ήδη εκκαλών, ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Σ. Β. την εντολή να προχωρήσει σε νέα μέτρηση, από την οποία προέκυψε και πάλι ότι το διαμέρισμα έχει εμβαδόν 57 τμ. ...

Ο ενάγων-εκκαλών, κατά την υπογραφή του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου δεν είχε τη δυνατότητα...να διαπιστώσει την πραγματική επιφάνεια του διαμερίσματος, και, μάλιστα, ότι αυτή υπολείπεται από την αναγραφομένη στο ίδιο συμβόλαιο κατά 10,65 τμ., ούτε είχε υποχρέωση από το νόμο να προχωρήσει σε έλεγχο των διαστάσεών του πριν την αγορά του.

Άλλωστε ουδεμία αμφιβολία μπορούσε να έχει για τις εν λόγω διαστάσεις και αμέσως μετά την υπογραφή του ειρημένου συμβολαίου, δεδομένου ότι ο μηχανικός της τράπεζας, που θα του χορηγούσε το σχετικό δάνειο, προς εξόφληση του τιμήματος, δεν προέβη σε αμφισβήτηση των πιο πάνω διαστάσεων (μάλιστα ο εν λόγω μηχανικός δεν θεώρησε σκόπιμο να προβεί σε επιμέτρηση του προεκτεθέντος ακινήτου)...

ο ενάγων... οπωσδήποτε απέβλεψε στην αναγραφομένη στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο επιφάνεια του διαμερίσματος, η οποία, ήταν ικανή να του καλύψει, αυτή και μόνο, τις στεγαστικές του ανάγκες. Και ναι μεν το τίμημα της ένδικης πώλησης ορίστηκε ενιαίο, όπως συνηθίζεται για τα πωλούμενα διαμερίσματα, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο ενάγων-εκκαλών δεν απέβλεψε στο να έχει επιφάνεια το αγορασθέν απ’ αυτόν ακίνητο 68 τμ., αλλά διάφορη τοιαύτη, και δη μικρότερη κατά 10,65 τμ.

Υπό τα προεκτεθέντα υφίσταται έλλειψη της συμφωνηθείσης ιδιότητας και συγκεκριμένα το πιο πάνω διαμέρισμα να έχει επιφάνεια 68 τμ. (με σκοπό, πάντοτε, την εξυπηρέτηση των στεγαστικών του αγοραστή αναγκών), η δ’ εν λόγω έλλειψη παρέχει στον ενάγοντα...το δικαίωμα να επιζητεί μείωση του σχετικού τιμήματος.

Η εν λόγω δε μείωση πρέπει να ανέλθει στο ποσό, που αντιστοιχεί στην αξία των 10,65 τμ., κατά τα οποία υπολείπεται το πιο πάνω διαμέρισμα, από εκείνα (των 68 τμ.), που ανεγράφησαν στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και μάλιστα, η ως άνω μείωση πρέπει να υπολογιστεί στην αγοραία αξία, που είχε το μνησθέν διαμέρισμα κατά το χρόνο της αγοράς του από τον ενάγοντα...και όχι στην τυχόν υπερτιμημένη ή υποτιμημένη τοιαύτη σε μεταγενέστερο χρόνο, διότι σε αντίθετη περίπτωση κάποιο από τα διάδικα μέρη ήθελε βρεθεί ωφελημένο από τη σχετική - τυχούσα υπερτίμηση ή υποτίμηση.

Η αμέσως, δηλαδή, προηγούμενη μείωση πρέπει να υπολογιστεί στο ποσό των 10336,79 € τούτο, δε, δεδομένου ότι το τίμημα για τα 68 τμ., που αγόρασε ο ενάγων...ανέρχεται στο ποσό των 66000,00 €, και κατά συνέπεια το συμφωνηθέν από τους διαδίκους τίμημα ανά τετραγωνικό μέτρο του πιο πάνω διαμερίσματος ανήλθε στο ποσό των 970,50 €, και, επομένως, τα 10,65 τμ., κατά τα οποία υπολείπεται η επιφάνεια του ενδίκου διαμερίσματος από την αναγραφομένη στο ...

συμβόλαιο έχουν αγοραία αξία ύψους 10336,79 € (10,65 τμ. επί 970,50 €)".

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του δέχθηκε την έφεση ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, ότι δηλαδή οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην ακριβή επιφάνεια του διαμερίσματος και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος μειώσεως του τιμήματος, απορρίπτοντας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αντίστοιχη αγωγική αξίωση. Ερευνώντας δ’ ακολούθως κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή έναντι των δύο πρώτων εναγομένων, τους οποίους και υποχρέωσε να καταβάλουν νομιμοτόκως στον ενάγοντα και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των δέκα χιλιάδων τριακοσίων τριάντα έξι ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών του ευρώ (10336,79 €).

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος απέβλεψε στην δηλωθείσα από την αναιρεσίβλητο και αναγραφομένη στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο επιφάνεια του διαμερίσματος, η οποία και μόνο ήταν ικανή να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες και συνεπώς η αναφορά της στο συμβόλαιο δεν συνιστά στοιχείο καθοριστικό της ταυτότητας και μέρος της περιγραφής του διαμερίσματος, αλλά συνομολογηθείσα ιδιότητα αυτού, της οποίας η έλλειψη, λόγω μικροτέρας επιφανείας του διαμερίσματος, παρέχει στον ενάγοντα δικαίωμα να ζητήσει μείωση του τιμήματος.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι δεν εκτίθεται στην απόφαση αν διεγνώσθη κενό ή αμφιβολία, που να καθιστά αναγκαία την ερμηνεία της συμβάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., και δεν διαλαμβάνονται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πραγματική επιφάνεια του πωληθέντος διαμερίσματος αποτελούσε, κατά την βούληση των συμβαλλομένων, συνομολογηθείσα ιδιότητα αυτού, τυγχάνει αβάσιμος, όπως και η αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, στο σύνολό της.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ’ αριθμ.4452/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Φεβρουαρίου 2016. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 13η Ιουνίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ