Supreme Court dismisses appeal for vague legal error and excessive court costs calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by DIMAND A.E. against the Athens Court of Appeal's decision regarding court costs. The appellant argued the costs were excessive and the lower court failed to consider specific evidence, but the court found the appeal vague regarding the specific legal error. Consequently, the court ruled that the costs were legally calculated based on the case value and dismissed the appeal entirely.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11, Art. 561 para. 1, Art. 559 no. 1 K.Pol.D.; An appeal alleging failure to consider evidence is inadmissible if it challenges the court's finding on evidence admissibility, and an appeal claiming excessive costs must specify the precise legal error in calculation to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 420 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 420/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "DIMAND Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης και εκμετάλλευσης ακινήτων και κατασκευών, υπηρεσιών και συμμετοχών" και διακριτικό τίτλο "DIMAND AE", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Ρούσσης.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία … και διακριτικό τίτλο … που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Νόταρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-10-2007 και 28-8-2008 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7923/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2730/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 11-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαιώσεως του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε είναι απαράδεκτος (ΑΠ Ολομ.30/2002). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της αποδίδει στο δικαστήριο την αιτίαση ότι, δικάζοντας επί της εφέσεώς της κατά της υπ' αριθ. 7923/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. .../16-12-2008 ένορκη βεβαίωση του Κ.
Ρ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Μουρατίδου - Ζαχαριάδου, με το αιτιολογικό ότι δεν προσκομίζεται η σχετική έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή. Προβάλλει δε με τον λόγο αυτό την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαίωση, παρά το ότι είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει την 3023/11-12-2008 έκθεση επιδόσεως, όπως τούτο προκύπτει από τις προτάσεις της τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται το όνομα του δικαστικού επιμελητή.
Δεδομένου όμως ότι το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η εν λόγω έκθεση επιδόσεως δεν είχε προσκομιστεί, ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, αφού ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι προσκόμισε το έγγραφο τούτο, στρεφόμενος κατά της μη υποκείμενης, ως αναφέρθηκε, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως άνω βεβαιώσεως του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Αποδεικτική δύναμη των διάφορων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της πεποιθήσεως του δικαστή και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος.
Έτσι, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει, ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ.2, 339, 409 παρ.1 και 2, 410 παρ.3 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή μέλος της διοικήσεώς του.
Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων ή άλλου προσώπου από τα μέλη της διοικήσεως νομικού προσώπου, αλλά η εξέταση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (ΟλΑΠ 1328/1977). Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο, "δεχόμενο ότι η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π.
Π. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, γιατί ο εξεταζόμενος είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας (αναιρεσείουσας)", παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, αν ήθελε θεωρηθεί ότι με τα ως άνω περιστατικά, κατ' εκτίμηση τούτων, επιχειρείται θεμελίωση λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, και πάλι ο λόγος αυτός τυγχάνει μη νόμιμος, εφόσον για τη θεμελίωσή του πρέπει, πλην των άλλων, το αποδεικτικό μέσο που δεν ελήφθη υπόψη να είναι παραδεκτό και νόμιμο, και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π.
Π. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε θεωρείται, ότι τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν.
Με τον τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκόμισε προς απόδειξη της αγωγής της, και συγκεκριμένα, ενώ στην ένορκη βεβαίωσή της η Σ. Θ. βεβαιώνει την αθέμιτη συμπεριφορά της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) σε βάρος της ενάγουσας με τη διάδοση δυσφημιστικών σχολίων κατά μήνα Μάιο 2007 και την παρότρυνση αθετήσεως της συνεργασίας της με την εταιρεία ALDI, και στη συνέχεια το νέο συμφωνητικό κατά μήνα Σεπτέμβριο 2007 μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας ALDI, με το οποίο η τελευταία της αφαιρούσε τον αποκλειστικό χαρακτήρα της μέχρι τότε συνεργασίας τους, γεγονός που επιβεβαίωσε στην ένορκη βεβαίωσή του και ο μάρτυρας Γ.
Τ., η προσβαλλόμενη απόφαση αγνόησε τις βεβαιώσεις αυτές και δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η διάδοση δυσφημιστικών πληροφοριών εκ μέρους της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) σε βάρος της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και απέρριψε κατόπιν τούτου την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διέδιδε προς την πελάτιδα εταιρεία "ALDI ΕΛΛΑΣ SUPERMARKET ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΠΕ & ΣΙΑ EE" δυσφημιστικές πληροφορίες σε βάρος της ενάγουσας περί ανεπάρκειας αυτής και ότι δεν θα καταφέρει να επιτύχει τους στόχους ανεύρεσης ακινήτων και ότι παρότρυνε την ίδια πελάτιδα εταιρεία να αθετήσει τη σύμβαση με την ενάγουσα και να συμβληθεί με την εναγομένη, όπως επικαλείται η ενάγουσα. ...
Με τη μεταγενέστερη από 5-7-2007 επιστολή προς την εναγομένη η ίδια εντολέας (ενν. την ALDI) αναφέρει ότι εξαιτίας προϋπαρχουσών συμβατικών υποχρεώσεων, -που δεν προσδιόρισε ειδικά-, δεν επιθυμεί τη συνεργασία με την εναγομένη τόσο για τις αποθήκες όσο και για τα οικόπεδα για καταστήματα της ALDI. Από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί πειστικά ότι προηγήθηκε αθέμιτη συμπεριφορά της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας, με διάδοση δυσφημιστικών σχολίων και παρότρυνση αθέτησης της συμβάσεως, όπως επικαλείται η τελευταία".
Κατ' ακολουθίαν τούτων οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεισείουσας τόσο κατά το πρώτο όσο και κατά το δεύτερο σκέλος τους εκτιμήθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και κατόπιν τούτου ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου, τα όσα περαιτέρω εκθέτει η αναιρεσείουσα προς υποστήριξη του λόγου αυτού αναιρέσεως, και συγκεκριμένα τμήματα της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα Π.
Π. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ένορκη αυτή κατάθεση ήταν παραδεκτό αποδεικτικό μέσο, πλην όμως, όπως εκτέθηκε παραπάνω κατά την ανάπτυξη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η κατάθεση αυτή, λόγω της ιδιότητας του μάρτυρα ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.
Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι παραβιάσθηκαν ορισμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των επικαλούμενων διατάξεων, δηλαδή να αναφέρεται με σαφήνεια σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση των διατάξεων αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφαση τις σχετικές με τον υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης διατάξεις των άρθρων 176 και 178 ΚΠολΔ, γιατί λόγω της ήττας της στο δεύτερο βαθμό καθόρισε τη δικαστική δαπάνη σε βάρος της στο ποσόν των 20.300 ευρώ, το οποίο και είναι υπέρογκο, πρωτοφανές και δυσανάλογο τόσο για τη φύση της υποθέσεως όσο και για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και οι οποίοι δεν ήσαν δυσχερείς, και ενώ η έφεσή της είχε γίνει τυπικά δεκτή και κατά συνέπεια η ήττα της δεν ήταν καθολική.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν εντοπίζεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης, δηλαδή αν ο καθορισμός του ως άνω ποσού οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε κάποια άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του μη ελεγχόμενου αναιρετικώς λογιστικού σφάλματος.
Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι και αβάσιμος, γιατί από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει ότι το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων, οσάκις το εφετείο δικάζει ως δικαστήριο πρώτου βαθμού, καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 107 με βάση το αντικείμενο της διαφοράς, και προκειμένου για τον πληρεξούσιο του εναγομένου αυτή καθορίζεται στο 2% της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, και στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το εφετείο, μετά την αποδοχή του πρώτου λόγου εφέσεως, δίκασε ως δικαστήριο πρώτου βαθμού την αγωγή της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και εφόσον το αίτημα της αγωγής συνίστατο στην καταβολή ποσού 1.000.000 ευρώ ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, νομίμως το ποσόν της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης για τη σύνταξη προτάσεων υπολογίσθηκε στο 2% επί της αξίας του αντικειμένου, δηλαδή (1.000.000 Χ 2%) 20.000 ευρώ και μαζί με τα έξοδα παραστάσεως στο ποσόν των 20.300 ευρώ.
Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ως ηττώμενης (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2011 αίτηση της DIMAND A.E. για αναίρεση της 2730/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ