Legislator Case Law & Legislation
420/2012 AI generated

420/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 420/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2006 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4710/2007 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 909/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

420/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): για τις εκτός σχεδίου εκτάσεις και των 800 ευρώ ανά τ.μ. για τις εντός σχεδίου εκτάσεις, χωρίς να λάβει υπόψη κυρίως την αντικειμενική αξία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το αναιρεσείον, υπό το πρόσχημα της απλής επικλήσεως αναιρετικών πλημμελειών, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 420 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 420/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου του Παρέδρου του ν. Σ.Κ. Ευάγγελο Μαρίνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Λ. Β. του Π., κατοίκου ..., 2. Ε. χας Γ. Β., το γένος Β. Σ., 3. Ε. θυγ. Γ. Β. και 4. Π. Β. του Γ., κατοίκου ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2006 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4710/2007 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 909/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομικών όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που πλήττουν την ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το υπό στοιχείο α και β σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δέχθηκε ότι η μακροχρόνια διαδικασία καθορισμού οριστικών τιμών μονάδας οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του δημοσίου και απέρριψε την σχετική ένσταση του δημοσίου περί συνυπαιτιότητας των αντιδίκου του σε ποσοστό 95%.

Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της άνω πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 § 1 του ν. 3193/2003 ορίζεται: "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το δικαστήριο για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου που εμπίπτει στο σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές, και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά δε την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης (13 ΚΑΑΑ) τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως.

Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1782/2008, ΑΠ 877/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο (2) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 διότι καθόρισε τις οριστικές τιμές μονάδας στο ύψος των 200 ευρώ ανά τ.μ.

για τις εκτός σχεδίου εκτάσεις και των 800 ευρώ ανά τ.μ. για τις εντός σχεδίου εκτάσεις, χωρίς να λάβει υπόψη κυρίως την αντικειμενική αξία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το αναιρεσείον, υπό το πρόσχημα της απλής επικλήσεως αναιρετικών πλημμελειών, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2892/2001 (ΚΑΑΑ) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του ν. 3693/1957. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδος, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 20.

Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράσταση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως ή παρεμβάσεως και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως, ανταιτήσεως ή παρεμβάσεως.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συν/τος, 9 παρ. 1, 1α, 5 και 6 του ν. 1093/1980, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, 189 ΚΠολΔ και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στον δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (Ολ.ΑΠ 17/2000).

Ενόψει των ανωτέρω το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του επιδίκασε υπέρ των αναιρεσιβλήτων ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και γι' αυτή του προσωρινού προσδιορισμού της συμπληρωματικής αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, συνολικά ποσοστό 4% για τη σύνταξη της αιτήσεως και των αντιστοίχως προτάσεων σ' όλο το στάδιο της συζητήσεως επί του ποσού που βαρύνει το αναιρεσείον συμπληρωματικής αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους αντί του προβλεπομένου τοιούτου ποσοστού 3%, παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18, 20 ν. 2882/2001, 100, 103, 107, 111, 114 Κώδικα περί δικηγόρων και 17 του ισχύοντος Συντάγματος.

Επομένως ο υπό στοιχείο 3 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθία πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση μόνο κατά το μέρος που καταδίκασε το ελληνικό δημόσιο στην αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων για την σύνταξη αιτήσεως και των αντιστοίχως προτάσεων σ' λα τα στάδια συζητήσεως σε ποσοστό 4% και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 909/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ