Legislator Case Law & Legislation
420/2010 AI generated

420/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 420/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

420/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και την προϊσταμένη ... η οποία προΐστατο της Διεύθυνσης Διοικήσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου στην Αθήνα, που ήταν αρμόδια προς χορήγηση αδειών στο προσωπικό του Υπουργείου (αρθρ. 11 § 2 περ. ββ' ΠΔ 258/1993), ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα και συγκεκριμένα ότι η σύζυγός του, η οποία ήταν εγκατεστημένη στη ...

Keywords

AI generated
prolonged absence temporary loss of work expulsion despite health conditions onset of incapacity absence without leave parental or family leave
AI generated
2057/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
63/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2049/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3148/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/11/2009 αίτησή της.
400/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2429/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2014 αίτησή της.
647/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
459/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 420 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 420/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η πρόσθετη παρέμβαση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας - Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Φαρμάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου - υπερ'ού η πρόσθετη παρέμβαση: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κωνσταντινίδη. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "Ένωσις Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών" (Ε.Σ.Η.Ε.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Σαλαβράκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1243/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 12-2-2003 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1044/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1243/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 246/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας στη συνέχεια ζήτησαν οι διάδικοι με την από 24-5-2005 και 28-6-2005 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης και εκδόθηκαν οι 2055/2006 και 2057/2006 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Η 2057/2006 του Αρείου Πάγου έκανε δεκτή την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και αναίρεσε την 245/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1144/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-5-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος διάβασε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1144/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης. Καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81, 82, 556 παρ. 1, 558 εδ. α', 495 και 569 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετης παρεμβάσεως υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "'Ενωσις Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών" (ΕΣΗΕΑ) που εδρεύει στην Αθήνα, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, με το από 29-9-2009 ιδιαίτερο δικόγραφο, στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29-9-2009, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσίβλητου, ορίσθηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης παρέμβασης η ίδια δικάσιμος 29-9-2009) που είχε ήδη ορισθεί και για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Σύμφωνα με τα παραπάνω, παραδεκτώς, κατ' άρθρ. 669 ΚΠολΔ ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το παρεμβαίνον, κατά τα προβαλλόμενα με την παρέμβαση, αποτελεί αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο εργαζομένων και μέλος του είναι ο αναιρεσίβλητος, υπέρ του οπίου έγινε η πρόσθετη αυτή παρέμβαση. Επομένως, πρέπει η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 7 εδ. α' . 1483/1984, που, σύμφωνα με το άρθρο 1 του πδ 193/1988, τυγχάνει εφαρμογής και στους απασχολούμενους στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ, και στις ΟΤΑ, με οποιαδήποτε σχέση...,οι εργαζόμενοι της παραγράφου 1 του άρθρου 1, εφόσον έχουν πλήρη απασχόληση, δικαιούνται, ανεξάρτητα από δικαιώματα που παρέχονται από άλλες διατάξεις, να λαμβάνουν με αίτησή τους, άδεια χωρίς αποδοχές από τον εργοδότη τους, που δεν είναι μεγαλύτερη από έξι (6) εργάσιμες ημέρες κάθε ημερολογιακό έτος, σε περίπτωση ασθένειας εξαρτώμενων Παιδιών ή άλλων μελών της οικογένειας όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 2. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 51 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999), που άρχισε να ισχύει από 10-4-1999. Ορίζεται ότι : "Στους υπαλλήλους επιτρέπεται η χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών συνολικής διάρκειας έως δύο (2) ετών, ύστερα από αίτησή τους και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, για σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους". Περαιτέρω με την παρ. 5 του άρθρου 4 Ν. 2839/2000 (ΦΕΚΑ 196) ορίζεται ότι "Οι διατάξεις των άρθρων 48 έως 53 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ εφαρμόζονται ανάλογα και στο προσωπικό με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητη από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βουλήσεώς του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως (Ολ.

ΑΠ 32/1988). Τέλος, κατά το άρθρο 53 του πδ/τος 410/1988, που αφορά τους μισθωτούς του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο αποτελεί ιδίως α)........β)........

γ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για δεκαπέντε (15) τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες. Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της αναγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 14-4-1995 έγγραφη σύμβαση, προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας τριών ετών, ως δημοσιογράφος στο Υπουργείο Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Από 20-4-1995 έως 20-4-1997 υπηρέτησε στο Γραφείο Τύπου ... (...). Επέστρεψε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και στις 30-6-1997 αποσπάστηκε στο Γραφείο Τύπου ... για εννέα μήνες. Κατά το διάστημα της απόσπασης του αυτής υπηρέτησε με εντολή της Υπηρεσίας επί δύο μήνες στο Γραφείο Τύπου .... Με την υπ' αριθ. πρωτ. 5940/Ζ/1151 από 17-3-1998 απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου του αναιρεσιβλήτου μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και μετά τη λήξη της άνω απόσπασής του, τοποθετήθηκε από 14-4-1998 στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου στη Διεύθυνση Πληροφορήσεως, στο Τμήμα Επισκοπήσεως Εξωτερικού Τύπου.

Στο διάστημα από 26-8-1998 έως 18-9-1998 και από 13-11-1998 έως 31-12-1998, με εντολές της Υπηρεσίας μετέβη για υπηρεσιακούς λόγους, στη ..., όπου και παρέμεινε. Την 1-1-1999 όφειλε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του εδώ, στο Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ. Αυτός όμως δεν επέστρεψε, ενημέρωσε δε τηλεφωνικά τον άμεσο προϊστάμενο του ...

και την προϊσταμένη ... η οποία προΐστατο της Διεύθυνσης Διοικήσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου στην Αθήνα, που ήταν αρμόδια προς χορήγηση αδειών στο προσωπικό του Υπουργείου (αρθρ. 11 § 2 περ. ββ' ΠΔ 258/1993), ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα και συγκεκριμένα ότι η σύζυγός του, η οποία ήταν εγκατεστημένη στη ...

με τα δύο παιδιά τους, ηλικίας τότε 7 και 2 ετών, γέννησε στις 6-1-1999 (στη ...) άρρεν τέκνο, το οποίο παρουσίασε σοβαρότατο καρδιολογικό πρόβλημα που χρειαζόταν εντατική και συνεχή ιατρική παρακολούθηση και ζήτησε (τηλεφωνικά πάντοτε) να κάνει χρήση της κανονικής άδειας του. Οι άνω προϊστάμενοί του υπήρξαν θετικοί στο αίτημα του και τον παρότρυναν να συνεχίσει να βρίσκεται πλησίον της οικογενείας του, τον διαβεβαίωσαν δε ότι η απουσία του θα κρινόταν δικαιολογημένη από τη Διοίκηση.

Πράγματι η άνω Διεύθυνση του χορήγησε την κανονική του άδεια των ετών 1998 και 1999, δηλαδή 44 εργάσιμες ημέρες, η οποία έληγε στις 8-3-1999 και θεώρησε δικαιολογημένη την απουσία του από 1-1-1999 έως 8-3-1999. Μετά τη λήξη της άδειας αυτής ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να παραμένει στη ..., για τους ίδιους ως άνω οικογενειακούς λόγους, ενημερώνοντας προς τούτο με διαδοχικές τηλεφωνικές επικοινωνίες τόσο τον άνω άμεσο προϊστάμενο του όσο και την άνω αρμόδια για τη χορήγηση αδειών προϊσταμένη της Διεύθυνσης Διοικήσεως και Πρόεδρο του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου, καθώς επίσης και το μέλος του Συμβουλίου αυτού ....

Όλοι τους τον διαβεβαίωναν ότι η απουσία του θα κρινόταν δικαιολογημένη και ότι θα του χορηγηθεί κι άλλη άδεια. Δεδομένου δε ότι το πρόβλημα διαφαινόταν μακρόχρονο, σε τηλεφωνική συνεννόηση μεταξύ ... και ..., η τελευταία ανέθεσε στον πρώτο να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο ότι θα του χορηγηθεί άδεια χωρίς αποδοχές, καταθέτοντας εγγράφως το συγκεκριμένο αίτημα όταν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει τον ακριβή χρόνο επιστροφής του στην υπηρεσία.

Έτσι με την από 6-5-1999 επιστολή του, την οποία παρέλαβε η Διεύθυνση Διοικήσεως στις 12-5-1999, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την έγκριση της χορήγησης σ' αυτόν άδειας χωρίς αποδοχές έως 31-5-1999, λόγω του ότι η κατάσταση της υγείας του νεογέννητου τέκνου του ήταν ακόμη κρίσιμη και επιβαλλόταν να παραμείνει πλησίον της συζύγου του, που βρισκόταν λόγω ψυχολογικής επιβαρύνσεως υπό ιατρική παρακολούθηση, καθώς και των δύο ανηλίκων τέκνων του, στην φροντίδα των οποίων δεν μπορούσε να συνεισφέρει η εδώ εγκατεστημένη μητέρα της συζύγου του λόγω της εισαγωγής της τότε σε νοσοκομείο και η Διεύθυνση Διοικήσεως του Υπουργείου ικανοποίησε το αίτημα αυτό και του χορήγησε άδεια χωρίς αποδοχές από 9-3-1999 έως 31-5-1999.

Όταν έληξε η άδεια αυτή ο αναιρεσίβλητος και πάλι δεν εμφανίστηκε στην Υπηρεσία του γιατί εξακολουθούσε η κατάσταση της υγείας του νεογέννητου τέκνου του να είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη. Συγκεκριμένα, και σύμφωνα με την από 10-3-1999 ιατρική έκθεση του Ρηνανικού Πανεπιστημίου Friedrich Wilhelm (ιατρικά ιδρύματα - Κέντρο Παιδιατρικής - Τμήμα Παιδοκαρδιολογίας), το παιδί γεννήθηκε με συγγενή διαμαρτία της καρδιάς (έλλειψη του μυϊκού μεσοκοίλιακού (διαφράγματος) και καρδιακές αρρυθμίες (κολπικές εκτακτοσυστολές).

Για την ασθένεια αυτή διακομίστηκε μετά τη γέννηση του στη μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών, όπου και παρέμεινε επί εννέα ημέρες. Έκτοτε συνέχισε να βρίσκεται υπό στενή παιδοκαρδιολογίκή παρακολούθηση μέσω των εξωτερικών ιατρείων της Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Βόννης, όπου διεξάγονταν τακτικοί έλεγχοι με υπερηχοκαρδιογραφήματα και ηλεκτροκαρδιογραφήματα.

Λόγω της καρδιακής αυτής διαμαρτίας ήταν αναγκαία η υποβολή του και κατά την περαιτέρω εξέλιξη του σε τακτικούς παιδοκαρδιολογικούς ελέγχους από Ιατρικό Κέντρο ή παιδοκαρδιολόγο με κατάλληλη εξειδίκευση. Συγχρόνως, η σύζυγος του βρισκόταν τότε υπό φυσική και ψυχολογική επιβάρυνση εξαιτίας του προβλήματος της υγείας του παιδιού τους, αλλά και λόγω της επιπρόσθετης ευθύνης της για την ανατροφή των άλλων δύο ανηλίκων τέκνων τους.

Γι' αυτό και οι θεράποντες ιατροί είχαν υποδείξει την παραμονή του πλησίον της οικογένειάς του για την ευνοϊκή επίδραση στην όλη οικογενειακή κατάσταση και στην εξέλιξη του παιδιού για χρονικό διάστημα μέχρι και εννέα μήνες από τη γέννηση του. Για τα οικογενειακά αυτά προβλήματα, που εξακολουθούσαν να τον αναγκάζουν να παραμένει πλησίον της οικογενείας του στο τόπο κατοικίας της στην ..., ο αναιρεσίβλητος συνέχισε να ενημερώνει τον άνω άμεσο προϊστάμενο του ..., όπως και για το ότι δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την ακριβή διάρκεια της αναγκαίας απουσίας του. 0 τελευταίος δε μετά και από τηλεφωνική επικοινωνία με την άνω προϊσταμένη της Διεύθυνσης Διοικήσεως του Υπουργείου ...

τον διαβεβαίωνε πως θα δικαιολογείτο και η μετά την 1-6-1999 απουσία του από την Υπηρεσία, ακολουθώντας την προηγούμενη διαδικασία, δηλ. παραμένοντας στην οικογένεια του και αποστέλλοντας έγγραφο αίτημα για παράταση της άνευ αποδοχών άδειας, όταν θα ήταν σε θέση να αναφέρει και την ημέρα προσέλευσης του στα υπηρεσιακά καθήκοντα, η οποία (διαδικασία) ακολουθείται παγίως στην πράξη από την υπηρεσία.

Έτσι μόλις αποκαταστάθηκε η υγεία της μητέρας της συζύγου του και κατέστη δυνατή η μετάβαση της στη ... και η εγκατάσταση αυτής στην εκεί οικία του προς συμπαράσταση στην οικογένειά του, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την από 8-7-1999 αίτησή του παράταση της προηγούμενης αδείας του άνευ αποδοχών μέχρι και 31-7-1999.

Όμως, δύο ημέρες πριν την κατάθεση της αίτησης αυτής του αναιρεσίβλητου η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης υπέγραψε την υπ' αριθ. πρωτ. 14306/Ζ/2146/6-7-1999 απόφαση, σύμφωνα με την οποία "διαπιστώνεται ότι λύεται από 1-6-1999 η σχέση εργασίας του ενάγοντος δημοσιογράφου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άνω Υπουργείου, από υπαιτιότητα του μισθωτού, δεδομένου ότι από την ημερομηνία αυτή απουσιάζει αδικαιολόγητα από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και η απουσία του αυτή θεωρείται ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας του".

Η απόφαση αυτή παραδόθηκε στο Ταχυδρομείο Αθηνών για αποστολή στην κατοικία του αναιρεσιβλήτου στη ... στις 12-7-1999, ήτοι τέσσερις ημέρες μετά την κατάθεση της άνω αίτησης αδείας. Ο αναιρεσίβλητος αμέσως μετά την παραλαβή της απόφασης περί λύσεως της προκείμενης σύμβασης εργασίας, κοινοποίησε στις 21-7-1999 στο αναιρεσείον την με ίδια ημερομηνία εξώδικη επιστολή του, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την απροσδόκητη αυτή απόφαση μετά τις διαβεβαιώσεις όλων των υπηρεσιακών παραγόντων για πλήρη κατανόηση της επιτακτικής ανάγκης για την παραμονή του πλησίον της οικογενείας του και θεωρώντας ενεργό τη μεταξύ τους σύμβαση, δήλωσε ότι μετά την 31-7-1999 θα προσέλθει στην υπηρεσία του προς ανάληψη των καθηκόντων του.

Πράγματι, αναιρεσίβλητος την επομένη της 31-7-1999 εργάσιμη ημέρα εμφανίστηκε στο Υπουργείο, πλην όμως δεν έγιναν αποδεκτές οι υπηρεσίες του. Με βάση τις προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή του τελευταίου από την εργασία του, της αιτίας αυτής, αλλά και της επιβεβλημένης από τους ιατρούς χρονικής διάρκειάς της, προκύπτει ότι αυτή οφείλεται σε επιβεβλημένους και αναπόφευκτους λόγους.

Περαιτέρω ελλείπει υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου στη λύση της εργασιακής του σύμβασης, δοθέντος ότι είχε ενημερώσει για τα οικογενειακά του προβλήματα την αρμόδια προς τούτο Διεύθυνση Διοίκησης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Τύπου και MME, με τον ίδιο τρόπο όπως και τις δύο προηγούμενες φορές που του χορηγήθηκε άδεια, ήτοι με τηλεφωνική ενημέρωση της προϊσταμένης της Δ/νσης ...

και είχε τη διαβεβαίωση αυτής πως θα δικαιολογείτο και η μετά την 1-6-1999 απουσία του από την Υπηρεσία, ακολουθώντας την προηγούμενη διαδικασία, δηλ. παραμένοντας στην οικογένειά του και αποστέλλοντας έγγραφο αίτημα για παράταση της άνευ αποδοχών άδειας, όταν θα ήταν σε θέση να αναφέρει και την ημέρα προσέλευσης του στα υπηρεσιακά του καθήκοντα.

Υπέβαλε δε τη σχετική αίτηση εγγράφως αρμοδίως, όταν ήταν σε θέση να γνωρίζει την ημέρα προσέλευσης του στην υπηρεσία και η αίτηση του αυτή δεν απείχε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη, με την οποία του δόθηκε η άδεια αναδρομικά. Το γεγονός ότι δεν απευθύνθηκε αμέσως μετά τη λήξη της προηγούμενης άδειας εγγράφως στην άνω υπηρεσία και προς τη Γενική Διευθύντρια αυτής, οφείλεται ακριβώς στην πεποίθηση του με βάση τις άνω διαβεβαιώσεις και οδηγίες ιδίως της προϊσταμένης της Δ/νσης, ενόψει και του ότι ήδη δύο φορές τηρώντας την ίδια διαδικασία του χορηγήθηκε άδεια αναδρομικά, ότι τηρεί την προβλεπόμενη για τη χορήγηση της άδειας διαδικασία, η οποία (πεποίθηση αυτού) είναι εύλογη και δεν μπορεί να του αποδοθεί ως αμέλεια που δεν απευθύνθηκε (αρχικά) αρμοδίως ή πρόθεση παράκαμψης της ιεραρχίας.

Άλλωστε για το πρόβλημα του αναιρεσιβλήτου, ήταν ενήμερη όλη η υπηρεσιακή ιεραρχία καθώς και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Τύπου και MME. Εξάλλου, υπήρχε δυνατότητα από το νόμο χορηγήσεως στον τελευταίο περαιτέρω άδειας άνευ αποδοχών, σύμφωνα με το άρθρο 51 § 2 Υπαλ. Κωδ. κατά το οποίο "στους υπαλλήλους επιτρέπεται η χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών συνολικής διάρκειας έως δύο (2) ετών, ύστερα από αίτησή τους και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, για σοβαρούς λόγους" και γι' αυτό υπέβαλε την από 8.7.1999 αίτησή του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά (απουσία του αναιρεσίβλητου) δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τις από τα άρθρα 200 και 288 ΑΚ συναγόμενες αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ότι συνιστά σιωπηρή δήλωση βουλήσεως του αναιρεσιβλήτου για τη λύση της εργασιακής συμβάσεως και με ταύτα αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει εν όλω την αγωγή, δέχτηκε αυτήν, και αναγνώρισε ότι η ένδικη σύμβαση είναι σε ισχύ και δεν λύθηκε με την ως άνω καταγγελία του αναιρεσείοντος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του δικαιολογημένου της απουσίας του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις από τα άρθρα 200, 288 ΑΚ αρχές της καλής πίστης ότι συνιστά σιωπηρή δήλωση βουλήσεως αυτού για λύση της ένδικης σύμβασης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 200, 288 ΑΚ, 7 εδ.

α ν. 1483/1984, 51 ν. 2683/1999, 4 παρ. 5 ν. 2839/2000, 5 παρ. 5 ν. 2112/1920 και 53 πδ 410/1988. Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος ήταν μέχρι 31-5-1999 υπάλληλος, απασχολούμενος δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ως δημοσιογράφος στο Υπουργείο Τύπου -Τμήμα Επισκόπησης Εξωτερικού Τύπου, ότι αρμόδια υπηρεσία για την χορήγηση αδειών στο προσωπικό του Υπουργείου Τύπου ήταν, κατ' άρθρο 11 παρ. 2 περ.

ββ του ΠΔ/τος 258/1993 η Δ/νση Διοίκησης του Υπουργείου αυτού και ότι από 1-1-1999 έως 31-5-1999 έλαβε τις αναφερόμενες στην απόφαση άδειες απουσίας, αφού πληροφόρησε προς τούτο, εκτός από τον άμεσο Προϊστάμενό του, την αρμόδια για την χορήγηση αδειών Προϊσταμένη της Δ/νσης Διοίκησης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Τύπου και Πρόεδρο του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες :

α) για τους λόγους της μη τήρησης εγκαίρως της νόμιμης διαδικασίας, ήτοι της ενημέρωσης της ως άνω Προϊσταμένης της Δ/νσης Διοίκησης της Κεντρικής Υπηρεσίας, για την χορήγηση σ' εκείνον άδειας απουσίας χωρίς αποδοχές και μετά την 31-5-1999 καθώς και του σπουδαίου λόγου ο οποίος συνέτρεχε προς τούτο, β) για τον συνολικό χρόνο των αδειών απουσίας χωρίς αποδοχές που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, γ) αν η απουσία του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του για το χρονικό διάστημα από 1-6-1999 έως 6-7-1999 μπορούσε να δικαιολογηθεί με άδεια εκ του άρθρου 7 ν. 1483/1984, δ) για ποιό λόγο ο αναιρεσίβλητος, που συνδεόταν με το Δημόσιο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, διέπεται κατά το έτος 1999 από τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 2 ΥΚ δικαιούμενος άδεια άνευ αποδοχών 2 έτη.

Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Και κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου του Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "'Ενωσις Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ)".

Καταδικάζει το προσθέτως παρεμβαίνον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία προσδιορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Αναιρεί την 1144/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ