41/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3963/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2020 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated41/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, και όταν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η προθεσμία της ανακοπής είναι τριάντα ημέρες, κατ' άρθρ. 10 του Ν.Δ/τος 26-6/10-7-1944 (Κώδικας Νόμων περί Δικών του Δημοσίου).
Full text
Απόφαση 41 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Β., 2) Τ. Δ. του Ε., συζ. Α. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Τσερπάνη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3963/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η από 29.10.2020 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η 3963/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι η κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του ήδη αναιρεσείοντος, αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης εσφαλμένης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, επί της οποίας εκδόθηκε η 53/2015 οριστική απόφασή του, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν λόγω της παράλειψης καταβολής από τους ενάγοντες, του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου (πλασματική ερημοδικία). Κατά αυτής της απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την από 14.10.2015 έφεσή τους, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με μοναδικό λόγο αυτής, την άρση της παραπάνω παράλειψης με την καταβολή, εκ των υστέρων, από αυτούς, του δικαστικού ενσήμου. Κατά την συζήτηση της έφεσης, το εφεσίβλητο- αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 3963/2018 απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου , η οποία δίκασε ερήμην το εφεσίβλητο- αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω μη νομότυπης παράστασης με δήλωση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και στη συνέχεια δέχθηκε κατ'ουσίαν την αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996).
Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, και όταν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η προθεσμία της ανακοπής είναι τριάντα ημέρες, κατ' άρθρ. 10 του Ν.Δ/τος 26-6/10-7-1944 (Κώδικας Νόμων περί Δικών του Δημοσίου).
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού. Τούτο, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ.
2.α.- Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 περί κώδικα νόμων δικών του Δημοσίου, όπως το εδ. α αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 3514/2006, ορίζεται ότι: "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων. Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών".
Εξάλλου με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το Ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 Ν. 4938/2022, ορίζεται ότι: "οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Τέλος, με το άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 4938/2022 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών ορίζεται ότι: "τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Από το συνδυασμό ων ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και της αίτησης αναίρεσης, για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 1065/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 564/2017, ΑΠ 415/2016). Ειδικά, για το δικαστικό έτος 2019 - 2020 οι δικαστικές διακοπές περιορίσθηκαν στο χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 2020 έως και την 31η Αυγούστου 2020, δυνάμει του άρθρου 18 του Ν. 4684/2020 (ΑΠ 1121/2015), με αντίστοιχη αναστολή των προθεσμιών των ενδίκων μέσων και για το Ελληνικό Δημόσιο.
2.β.- Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την 16.07.2020 δηλαδή κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών , όπως προκύπτει από την ....2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ. Λ.
Σύμφωνα, με την προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγω της εκ του νόμου αναστολής των προθεσμιών των ενδίκων μέσων, η προθεσμία που τρέχει σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, αρχίζει την 01.09.2020 και λήγει την 30.09.2020, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε στην γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου την 30.10.2020, δηλαδή την τελευταία ημέρα ενός της τριανταήμερης προθεσμίας από την λήξη της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, είναι παραδεκτή (495 παρ. 1 και 3, 552, 553 παρ.1 β, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1,3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, και είναι παραδεκτή (577 παρ.1), επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
3.- Επειδή, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, την σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να αμυνθεί και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του κατά νόμο βάσιμου αυτής. Ειδικότερα, επί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της τα γενεσιουργά της κυριότητος του ενάγοντος επί των διεκδικουμένων πραγμάτων περιστατικά, αλλά και ακριβής αυτών περιγραφή σε βαθμό που επαρκώς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και να μην υφίσταται αμφιβολία περί αυτής.
Εξάλλου, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή αρ. 14 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως γιατί το Εφετείο εσφαλμένως εδέχθη την αγωγή ως νόμιμη, ενώ ήταν μη νόμιμη ή γιατί εσφαλμένως δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο έγγραφο της αναιρέσεως τα περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική της βάση (ΑΠ 822/2013, ΑΠ 105/2000).
Η δε αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί διά της παραπομπής σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 32/1996). Επιπροσθέτως, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως λόγω νομικής ή ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ο σχετικός περί της αοριστίας ισχυρισμός σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ` εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορούν την δημοσία τάξη.
Επομένως, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται είχε νομίμως προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2002, ΑΠ 822/2013).
3.1.- Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων v. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), v. 9 παρ.1 Πανδ (50.14), v.2 παρ. 20 Πανδ. (41-4), v. 6 Πρ. Πανδ, (44.3), v. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και v. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τις οποίες το Εφετείο εφάρμοσε κατά την εκτίμηση της νομικής επάρκειας της αγωγής, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ως προς την κτήση κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, με έκτακτη χρησικτησία υπό την ισχύ των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, λόγω έλλειψης αναφοράς στο δικόγραφο αυτής και της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστης των τελευταίων κατά την άσκηση της νομής χρησικτησίας, που απαιτείται αναγκαίως από τις παραπάνω διατάξεις, για την κτήση του σχετικού δικαιώματος και με βάση την εσφαλμένη αυτή εκτίμηση δέχθηκε ως νόμω βάσιμη την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που κρίθηκε από το Εφετείο ως νόμιμη.
4.- Προσέτι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός, ο από τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμη ή αβάσιμο της αγωγής, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες, παραδοχές, συντελέστηκε η παραβίαση. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1419/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής του στοιχείου της ακλής πίστης στο πρόσωπο των απωτάτων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, κατά την άσκηση της νομής χρησικτησίας στο επίδικο ακίνητο, που οδήγησε στην παραδοχή της κτήσης από τους ίδιους της κυριότητας αυτού, με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο, δεν εκτίθενται καθόλου οι παραδοχές, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κτήση κυριότητας των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
5.- Περαιτέρω με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, της από 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" καθώς και των από 21.01/03.02.1830, 4/16.06.1830 και 196/01.07.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου. Ειδικότερα ότι με βάση την πλημμέλεια αυτή, απέρριψε κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με βάση τα παραπάνω (Πρωτόκολλα και Συνθήκη). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα και δη ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου.
6.- Η ερήμην πρωτόδικη απόφαση λόγω πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος που δεν κατέβαλε δικαστικό ένσημο προσβάλλεται με έφεση, της οποίας μοναδικός λόγος μπορεί να είναι και μόνο αυτός (ΑΠ 538/2019) και η οποία, αν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνοδεύεται από την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, οδηγεί στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία ο ενάγων δικαιούται να προτείνει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους μπορούσε να προτείνει και πρωτοδίκως, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1337/2011).
Περαιτέρω κατ' άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι μεταξύ άλλων τα έγγραφα,...οι μάρτυρες....Ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015, (1). Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. (2) Εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί...Επίσης κατ' άρθρο 410 ΚΠολΔ, οι καταθέσεις των μαρτύρων καταχωρίζονται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν δημόσια έγγραφα και έχουν την αποδεικτική αξία των άρθρ. 438 και 440 ΚΠολΔ, δηλαδή αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την συζήτηση και το περιεχόμενό της (άρθρ. 259 ΚΠολΔ), ως εκ τούτου μπορούν μόνο να προσβληθούν ως πλαστά.
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.11α του άρθρ.559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως αγρού και την κτήση της κυριότητας τούτου με έκτακτη χρησικτησία από τον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη του και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα τούτων που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιλαμβάνεται στα πρακτικά συνεδρίασης της δίκης εκείνης, η οποία δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, διότι μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης από το Εφετείο, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά στοιχεία κατ'άρθρ. 528 και 529 ΚΠολΔ, η δε παραπάνω κατάθεση θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη και έτσι συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος διότι το αναιρεσείον ενώ επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσον που ο νόμος δεν επιτρέπει, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, την διάταξη νόμου βάσει της οποίας η μαρτυρική αυτή κατάθεση είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω είναι και αβάσιμος, διότι από καμία δικονομική διάταξη ορίζεται ότι με την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής λόγω πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος από την μη καταβολή δικαστικού ενσήμου, καθίστανται ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, οι περιλαμβανόμενες στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση, πρακτικά της συζήτησης στο ακροατήριο, καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατ' αυτή. Ούτε βεβαίως το αντίθετο συνάγεται από την επιπλέον δικονομική δυνατότητα που δίνει ο νόμος (άρθρ. 528 ΚΠολΔ), στον ερημοδικασθέντα διάδικο να προσκομίσει νέα αποδεικτικά μέσα ενώπιον του Εφετείου και χωρίς τις εξαιρέσεις του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα. Σε καμία δε περίπτωση οι καταθέσεις αυτές που περιλαμβάνονται στα πρακτικά της πρωτόδικης συζήτησης, τα οποία ως δημόσιο έγγραφο, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, αποτελούν πλήρη απόδειξη έναντι πάντων, ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την συζήτηση αυτή, αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Εξάλλου, το Εφετείο δεχόμενο κατ' ουσίαν την έφεση του ερημοδικασθέντος διαδίκου, εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση και όχι την πρωτόδικη συζήτηση, η δε πρωτόδικη απόφαση και ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά, υποχρεωτικά προσκομίζονται από τους διαδίκους, στα πλαίσια της λειτουργίας της έφεσης, στο Εφετείο, στο οποίο επαναπροσάγουν και επικαλούνται τα κατ' άρθρ. 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα που προσήγαγαν στον πρώτο βαθμό, για την επανεκτίμηση της υπόθεσης (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), προκειμένου να αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για την υποστήριξη αυτής. Το δε δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, (άρθρ. 340 ΚΠολΔ), τα οποία εκτιμά ελεύθερα μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για να καταλήξει σε αυτό.
Και εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του και την νομίμως, μετ' επικλήσεως, προσκομισθείσα μαρτυρική κατάθεση. Κατόπιν τούτου, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που οι τελευταίοι, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλαν στο ακροατήριο κατά την συζήτηση της υπόθεσης (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.10.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 3963/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ