41/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (πλην της υπό στοιχείο 3 αναιρεσιβλήτου), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5482/2013, 8782/2017 μη οριστικές, 2075/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-3-2020 αίτηση και τους από 2-3-2021 προσθέτους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated41/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Full text
Απόφαση 41 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 41/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Ε. του Μ. και Μ., συζύγου Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αναγνωστάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π.-Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Χ. Χ. του Δ., κατοίκου ... 3) Χ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ως καθολικής και μόνης διαδόχου, της αποβιωσάσης τρίτης αρχικής ενάγουσας Ε. χήρας Χ. Χ., το γένος Κ. Κ., 4) Ό. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 5) Ν. Ρ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δ. Σ., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Ι. Ρ. του Α., 7) Α. Ρ. του Α., 8) Α. Ρ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (πλην της υπό στοιχείο 3 αναιρεσιβλήτου), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5482/2013, 8782/2017 μη οριστικές, 2075/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-3-2020 αίτηση και τους από 2-3-2021 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού από 11-3-2020 αίτηση αναίρεσης και οι από 2-3-2021 πρόσθετοι λόγοι της, κατά της υπ' αριθμ. 190/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 18/7/2019 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2075/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ' αυτής από 11-10-2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Κ.
Κ., κατά το σκέλος της προς αναγνώριση της ακυρότητος της υπ' αριθμ. ... ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Α. Τ. δημόσιας διαθήκης του, λόγω ανικανότητος προς σύνταξη της, εξαιτίας ψυχικής διαταραχής. Η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), και των προσθέτων, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), σαν να ήταν παρόντες, κατ' άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, και οι έκτη, έβδομη και όγδοος των αναιρεσιβλήτων, που δεν εμφανίσθηκαν, μολονότι ομού μετά των άλλων επέσπευσαν την συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7/4/2021, κατά την οποία όμως η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊου COVID-19, οπότε ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 19.4.21 πράξη της προέδρου του Γ τμήματος ως νέα ημέρα συζήτησης της υπόθεσης η 26/1/2022, κατά την οποία και πάλι η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω κήρυξης κατάστασης ειδικής κινητοποίησης πολιτικής προστασίας εξαιτίας καιρικών φαινομένων, οπότε ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 25.2.22 πράξη του προέδρου του Γ τμήματος ως νέα ημέρα συζήτησης της υπόθεσης η προκείμενη, της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων σε αμφότερες τις περιπτώσεις.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει, εκτός των άλλων, αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, 873/2018). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π 32/1996). Προσέτι με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Στην προκείμενη περίπτωση με τους υπό στοιχ. Ι. και
ΙΙ. Δ λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση του άρθρου 1719 του ΑΚ. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, κυρίως διότι δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και φέρεται να συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις του κανόνος ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι επίσης ως απαράδεκτοι και κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την εκ των αποδείξεων, εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης.
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός και ο από τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση. Διαφορετικά ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014). Με τους υπό στοιχ. ΙΙ. Α, Β, Γ, Δ,
ΙΙΙ. Α, Ββ, Γ, ΙΙ.Β,
ΙΙΙ και IV πρόσθετο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω εκ πλαγίου παραβίασης της ίδιας ως άνω διάταξης του άρθρου 1719 του ΑΚ. Ωστόσο και αυτοί οι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι πρωτίστως ως αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και φέρεται να συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες εκ πλαγίου παραβιάσεις του κανόνος ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου, αλλά και κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι και πάλι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την εκ των αποδείξεων εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τους υπό στοιχ. Α, Βα, Ββ και Γ από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της "πράγματα" που είχαν προταθεί, και ειδικότερα τους ισχυρισμούς που προέβαλε προς θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 προβληθείσας ένστασης της (λόγος Α) καθώς και αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς αναφορικά με την βούληση του διαθέτη (λόγοι Βα, Ββ και Γ), που επανέφερε ως λόγους έφεσης.
Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και όπως αναφέρεται και στην αίτηση (με παράθεση μάλιστα και της σχετικής αιτιολογίας) το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους αντίστοιχους λόγους έφεσης και ρητά τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβασίμους, σημειούμενου εξάλλου ότι κατά τα προεκτεθέντα οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύουν τον προκείμενο λόγο.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.
Με τους υπό στοιχ. IV., I. πρόσθετο και II.Α, Β πρόσθετους λόγους, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη και συγκεκριμένα: α) τα ακόλουθα έγγραφα: το από 27/5/1997 δελτίο αξιολόγησης του διαθέτη ως υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 17 φωτογραφίες που απεικονίζουν τον διαθέτη στη καθημερινή του ζωή, το υπ' αριθμ. ...
πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης του διαθέτη, δήλωση του ν.2308/1995 για το εθνικό κτηματολόγιο και δήλωση φορολογίας εισοδήματος του διαθέτη οικ. έτους 2011, τις από 26/2/2010, 29/9/2010, 14/12/2010 εξώδικες δηλώσεις του διαθέτη, και τέλος 11 αποδείξεις είσπραξης ενοικίου, και β) τις υπ' αριθμ. 5741/9-10-2012, 7888-9/11-12-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, πέραν των άλλων, ελήφθησαν υπ' όψη και οι ρητά αναφερόμενες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από την ήδη αναιρεσείουσα εκκαλούσα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στους αναιρετικούς αυτούς λόγους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.
Εξάλλου, από τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνον δια της προσβολής τους ως πλαστών, όχι ως προς όλα όσα περιέχονται σε αυτά αλλά μόνον ως προς όσα ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ενώπιόν του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχ.
ΙΙΙ.Γ λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ικανότητος του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων στη προσκομισθείσα από την αναιρεσείουσα επίδικη δημόσια διαθήκη.
Όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς το ως άνω κρίσιμο θέμα χωρούσε ανταπόδειξη, και το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκτιμώντας, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί νόμιμα με επίκληση και αποδίδοντας μεγαλύτερη βαρύτητα ιδιαίτερα σ' εκείνα των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων, που αναφέρονται ρητά, δέχτηκε ανταποδεικτικώς την ανικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη της εν λόγω διαθήκης λόγω ψυχικής διαταραχής.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1348/2017, 1022/2017, 964/2013).Στην προκείμενη περίπτωση, με τους υπό στοιχ. ΙΙ.Β, ΙΙΙ.Βα, Γ, πρόσθετο
ΙΙ. Α,Β λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων: του από 4/1/2019 αντιγράφου Βιβλίου Συμβάντων του Α/Τ Συντάγματος, του από 10/9/2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της αναιρεσείουσας και του διαθέτη, της ένδικης δημόσιας διαθήκης του διαθέτη, των από 26/2/2010, 29/9/2010 14/12/ 2010 εξωδίκων δηλώσεων του διαθέτη προς την Ο.
Ρ. και την Δ. Σ., και 11 αποδείξεων είσπραξης ενοικίου. Οι λόγοι όμως αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται σφάλματα διαγνωστικά (ανάγνωσης), αλλά εκτιμητικά, που ανάγονται στην εκτίμηση του εννοιολογικού περιεχόμενου των εν λόγω εγγράφων, αναφορικά με την ικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης και την αληθή βούληση αυτού.
Τέλος από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976/2014).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο ερεύνης της νομικής βασιμότητας της αγωγής ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο ερεύνης της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ.
ΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010 ΑΠ 2402/2007 ΑΠ 1928/2008). Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (Ολ.
ΑΠ 25/2008).
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718, 1719 και 180 ΑΚ συνάγεται ότι διαθήκη που συντάχθηκε από διαθέτη, ο οποίος κατά χρόνο σύνταξης τη βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησης του, και ως εκ τούτου ήταν ανίκανος να συντάξει διαθήκη, είναι άκυρη.
Την ακυρότητα αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη στους οποίους λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέχεται ολόκληρη η κληρονομία του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1813 ΑΚ, ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου.
Ο πλησιέστερος από αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας. Στη θέση του κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή, υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες). Τα τέκνα κληρονομούν κατ' ισομοιρία. Κατ' άρθρο 1814 ΑΚ, στη δεύτερη τάξη καλούνται μαζί οι γονείς του κληρονομουμένου, οι αδελφοί, καθώς και τέκνα και έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από αυτόν.
Οι γονείς και αδελφοί κληρονομούν κατ' ισομοιρία και τα τέκνα ή οι έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από τον κληρονομούμενο κατά ρίζες. Τα τέκνα αδελφού του κληρονομουμένου που έχει πεθάνει πριν από αυτόν, αποκλείουν τους εγγόνους της ίδιας ρίζας. Κατά το άρθρο 1816 ΑΚ, στην τρίτη τάξη καλούνται οι παππούδες και οι γιαγιάδες και από τους κατιόντες τους, τα τέκνα και οι έγγονοι.
Αν κατά την επαγωγή ζουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες και των δύο γραμμών κληρονομούν μόνον αυτούς κατ' ισομοιρία. Αν κατά την επαγωγή, δεν ζει ο παππούς ή η γιαγιά από την πατρική ή μητρική γραμμή, στη θέση εκείνου που έχει πεθάνει υπεισέρχονται τα τέκνα και οι έγγονοι του. Αν δεν υπάρχουν τέκνα και έγγονοι, η μερίδα αυτού που έχει, πεθάνει, περιέρχεται στον παππού ή της γιαγιάς της ίδιας γραμμής και, εάν δεν υπάρχει, στα τέκνα και τους εγγόνους του.
Αν κατά την επαγωγή δεν ζουν ο παππούς και η γιαγιά, είτε από την πατρική είτε από τη μητρική γραμμή και δεν υπάρχουν τέκνα και έγγονοι αυτών που έχουν πεθάνει, κληρονομούν μόνον ο παππούς ή η γιαγιά ή τα τέκνα και οι έγγονοί τους από την άλλη γραμμή. Τα τέκνα κληρονομούν κατ' ισομοιρία και αποκλείουν τους εγγόνους της ίδιας ρίζας.
Οι έγγονοι κληρονομούν κατά ρίζες. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1819 ΑΚ, δεν καλείται στην κληρονομία συγγενής, εφόσον υπάρχει άλλος συγγενής προηγούμενης τάξης που καλείται ως κληρονόμος. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καλούνται ως κληρονόμοι, οι κατιόντες του κληρονομουμένου.
Στη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καλούνται ως κληρονόμοι, αφενός μεν οι γονείς του κληρονομουμένου, αφετέρου δε οι αδελφοί του, τα τέκνα των αδελφών του (ανίψια του κληρονομουμένου) καθώς και τα εγγόνια των αδελφών του (μικρανίψια) του κληρονομουμένου. Στην τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καλούνται ως κληρονόμοι, οι παππούδες και γιαγιάδες του κληρονομουμένου και από τους κατιόντες τους μόνο τα τέκνα τους (θείοι του κληρονομουμένου) και τα εγγόνια τους (πρώτα ξαδέλφια).
Περαιτέρω κατιόντες των παππούδων και γιαγιάδων (λ.χ. τέκνα των πρώτων εξαδέλφων) δεν καλούνται ως κληρονόμοι σε καμμία τάξη. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως καλούμενους εκ της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του κληρονομούμενου και τους 6η, 7η και 8ο των εναγόντων, εγγονούς της αδελφής του πατέρα του από τον προαποβιώσαντα υιό της (ήτοι τέκνα πρώτων εξαδέλφων), οι οποίοι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν καλούνται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και εντεύθεν δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον προς άσκηση της ένδικης αγωγής.
Συνακόλουθα ο σχετικός υπό στοιχ. VI πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος και η απόφαση να αναιρεθεί, ως προς τους εν λόγω ήδη αναιρεσίβλητους ενάγοντες, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης, στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Στη συνέχεια και επειδή δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), θα πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και μετ'αποδοχή της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 2075/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους εν λόγω εφεσίβλητους ενάγοντες και να απορριφθεί η αγωγή ως προς τους ενάγοντες αυτούς, καθώς και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα, και να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος τους τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των εν λόγω διαδίκων, κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στο διατακτικό, λόγω της, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης (άρθρ. 179 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν 4842/2021).
Καθόσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, που υπέβαλλαν και προτάσεις, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και, κατ' αποδοχή του σχετικού αιτήματος τους, τα δικαστικά τους έξοδα να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 11-03-2020 αίτηση αναίρεσης μετά των από 02-03-2021 προσθέτων λόγων της, κατά της υπ' αριθμ. 190/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την αίτηση μετά των προσθέτων λόγων της ως προς τους πέντε πρώτους των αναιρεσιβλήτων.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Δέχεται την αίτηση ως προς τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 190/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την έκτη (Ι. Ρ.), έβδομη (Α. Ρ.) και όγδοο (Α. Ρ.) των αναιρεσιβλήτων.
Διατάζει την απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς αυτούς.
Δέχεται την έφεση ως προς αυτούς.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 2075/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους εφεσίβλητους αυτούς. Διατάζει την απόδοση του παραβόλου της έφεσης, στην εκκαλούσα.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους εν λόγω ενάγοντες.
Συμψηφίζει κατά ένα μέρος τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των εν λόγω διαδίκων και επιβάλλει εις βάρος των ως άνω εναγόντων- εφεσιβλήτων μέρος των εξόδων της εναγόμενης εκκαλούσας, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ