Supreme Court dismisses appeal on abuse of process and usucaption suspension grounds, ruling arguments inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision rejecting the appeal. The appellant argued that the appellee's conduct constituted an abuse of process and that the statute of limitations for usucaption was improperly suspended. The court ruled that the alleged facts did not legally constitute an abuse of process and that the suspension of usucaption applies only to the specific claim of usucaption, not to unrelated restitution claims based on unjust enrichment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; The grounds for cassation must demonstrate a violation of substantive law, which requires the appellant to prove that the lower court misapplied legal rules or facts essential to the judgment's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 41 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Α., ως μοναδικού καθολικού διαδόχου της αρχικής ενάγουσας Μ., χήρας Α. Τ., που απεβίωσε στις 08-12-2014, κατοίκου … . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Α., συζύγου Γ. Λ., κατοίκου … . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σερέφα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2014 αγωγή της αρχικής διαδίκου Μ. Κ.-Τ. του Φ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2624/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1867/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-09-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Με την κρινόμενη από 18-09-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1867/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2624/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή της αρχικής ενάγουσας Μ. Κ.-Τ., μετά το θάνατο της οποίας συνεχίζει τη δίκη ο αναιρεσείων, ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[Β] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή το διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν (ΑΠ 347/2019, ΑΠ 130/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος με βαρύ παράπτωμα φάνηκε αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του, ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για την ανάκληση της δωρεάς απαιτείται παράπτωμα του δωρεοδόχου, το οποίο είναι βαρύ και συνιστά αχαριστία αυτού, ήτοι αντικοινωνική συμπεριφορά, ενέχουσα παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των περί ηθικής ή ευπρέπειας κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητά του και είναι δυνατόν να του καταλογισθεί. Προς τούτο, λαμβάνεται υπόψη η στενότητα του δεσμού, ο οποίος συνδέει το δωρητή με το δωρεοδόχο, τα ελατήρια της δωρεάς, η αξία του αντικειμένου αυτής, η συμπεριφορά του δωρεοδόχου, η υπαιτιότητα και ο βαθμός υπαιτιότητας αυτού, καθώς και το συντρέχον πταίσμα του δωρητή, του συζύγου ή του στενού συγγενούς αυτού (ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 1714/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 509 εδάφ. 1 του αυτού ως άνω Κώδικα, η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη σχετική δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, ακόμη και όταν το αντικείμενο της δωρεάς είναι ακίνητο και κατά συνέπεια και με αγωγή, η δε δήλωση αυτή, που συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του δωρητή, επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο, εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση (ΑΠ 1025/1998).
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο του αυτού ως άνω άρθρου 509 ΑΚ, αφού γίνει η ανάκληση αποσβήνεται η υποχρέωση του δωρητή για παροχή και αναζητείται η παροχή που εκπληρώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 του ΑΚ, η ανάκληση της δωρεάς αποκλείεται αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης.
Περαιτέρω, η δια χρησικτησίας κτήση της κυριότητας πράγματος επέρχεται εκ του νόμου με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (άρθρ. 1041-1045 του ΑΚ), οι οποίες αποτελούν τη νόμιμη αιτία της ως άνω κτήσης. Επομένως, κατά του αποκτήσαντος την κυριότητα πράγματος με χρησικτησία δεν χωρεί αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού ελλείπει ως προς αυτόν η προϋπόθεση της χωρίς νόμιμη αιτία κτήσης του πλουτισμού.
Κατ' ακολουθία αυτών, αν ανακληθεί δωρεά ακινήτου και ο δωρεοδόχος κατά το χρόνο της ανάκλησης είχε ήδη καταστεί κύριος του δωρηθέντος ακινήτου με χρησικτησία, ήτοι από νόμιμη αιτία, δεν μπορεί να αναζητηθεί το δωρηθέν ακίνητο από τον δωρεοδόχο κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού οι περί χρησικτησίας διατάξεις δεν προβλέπουν μόνο τυπικά τη μετάθεση της κυριότητας στο χρησιδεσπόζοντα, αλλά και τη δικαιολογούν ουσιαστικά (κατά την οικονομική αξία του πράγματος), παρέχοντας στο χρησιδεσπόζοντα αιτία διατήρησης του πλουτισμού (ΑΠ 515/2020, ΑΠ 1361/2007).
Ειδικότερα, σε περίπτωση δωρεάς ακινήτου κατά τις ως άνω διατάξεις, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας κατ' άρθρο 1045 ΑΚ αρχίζει να τρέχει σε βάρος του δωρητή άμεσα από την εκτέλεση της δωρεάς και όχι μόνο αφ' ότου αυτός ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα της ανάκλησης. Τούτο συνάγεται από το σύνολο των διατάξεων του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΑΚ περί δωρεάς (άρθρ. 496-512), στις οποίες ο νομοθέτης, εκτός από την πιο πάνω καθιέρωση της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς (ΑΚ 510 παρ. 1), ουδεμία ρύθμιση περιέλαβε με την οποία να διαφοροποιείται, σε περίπτωση ανάκλησης της δωρεάς, ο χρόνος έναρξης της έκτακτης χρησικτησίας.
Πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ περί χρησικτησίας έχουν ως σκοπό, εκτός των άλλων, την προαγωγή της ασφάλειας του δικαίου, την εκκαθάριση των σχέσεων του προσώπου με το πράγμα και την άρση της αβεβαιότητας για την τύχη των πραγμάτων και ως εκ τούτου αποβλέπουν στην ικανοποίηση του γενικού (δημοσίου) συμφέροντος (ΑΠ 515/2020, ΑΠ 812/2018).
[Γ] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα:
«Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../13-2-1984 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελευθερίας Γκουταζαμάνη-Υφαντίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς, στον τόμο …, με αριθμό …, η αρχικώς ενάγουσα Μ. χήρα Α. Τ. μεταβίβασε στα τέκνα της Σ., Ε.-Κ., Π. και εναγομένη, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στο καθένα, έναν αγρό εμβαδού 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", στην τότε κτηματική περιφέρεια ...
Ν. Χαλκιδικής. Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω καταρτισθείσες συμβάσεις γονικής παροχής είναι εικονικές και άκυρες ως γονικές παροχές, διότι οι δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά για φορολογικούς λόγους και κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων καλύπτουν δωρεές και είναι έγκυρες ως τέτοιες.
Συγκεκριμένα, οι μεταβιβάσεις δεν έγιναν για να αποκτήσουν τα τέκνα της αρχικώς ενάγουσας την οικογενειακή και οικονομική τους αυτοτέλεια, διότι αυτά ήταν σε μεγάλη ηλικία, δεδομένου ότι ο Σ. ήταν 38 ετών, η Ε.-Κ. 37 ετών, ο Π. 33 ετών και η εναγομένη 27 ετών. Με το εν λόγω συμβόλαιο υποκρύπτονται δωρεές, οι οποίες είναι έγκυρες, αφού αυτές θέλησαν τα συμβληθέντα μέρη και συντρέχουν όλοι οι όροι που απαιτούνται για την έγκυρη σύστασή τους, αφού τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος, δεδομένου ότι αυτές αφορούν δικαιώματα κυριότητας επί ακινήτου και η μεταγραφή.
Ο ανωτέρω αγρός βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από τη θάλασσα και οι συγκύριοι ήθελαν να τον χρησιμοποιήσουν για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Άλλωστε, αυτός ήταν και ο λόγος που δύο μήνες μετά την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου καταρτίστηκε μεταξύ των συγκυρίων το από 17-04-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο όρισαν τα τμήματα του αγρού που θα χρησιμοποιούσε ο καθένας.
Βασιζόμενοι σε αυτήν την άτυπη διανομή, εκμεταλλεύονταν ο καθένας το χώρο που του ανήκε, είτε με την τοποθέτηση σκηνών είτε με εγκατάσταση τροχόσπιτων.
Αναφορικά δε με την εναγομένη, ασκούσε στο αναλογούν σε αυτή ποσοστό κυριότητας 1/4 εξ αδιαιρέτου, αδιάλειπτα από το έτος 1984 μέχρι το χρόνο συζήτησης της αγωγής (02-12-2015), δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών, πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου και ειδικότερα επιτηρώντας το ακίνητο και κατοικώντας κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στα καταλύματα που τοποθετούσε σε αυτό, αρχικά σκηνές και μετέπειτα τροχόσπιτα.
Ενώ επικρατούσαν αυτές οι συνθήκες ως προς τον ανωτέρω αγρό, η αρχικώς ενάγουσα με την από 12-06-2014 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 13-06-2014, ανακάλεσε ως προς αυτήν την ανωτέρω δωρεά για τους αναφερόμενους στη δήλωση λόγους αχαριστίας. Όμως, η εναγομένη κατά τον ανωτέρω χρόνο ήδη είχε καταστεί κυρία του επιδίκου αγρού κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), σύμφωνα με τα άρθρα 1045 και 1051 του ΑΚ.
Οι παραπάνω διατάξεις και αυτές των άρθρων 904 επ. ΑΚ δεν προσβλέπουν μόνο τυπικά στη μετάθεση της κυριότητας σε αυτόν που χρησιδεσπόζει, αλλά δικαιολογούν αυτήν (μετάθεση κυριότητας) ουσιαστικά κατά την ισχύουσα στο εμπράγματο δίκαιο αρχή της οικονομικής αξίας του πράγματος και παρέχουν σε κάθε περίπτωση στον χρησιδεσπόζοντα νέα αυθύπαρκτη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, ανεξάρτητη από το αν κάποιος νέμεται το πράγμα με βάση άκυρη ή έγκυρη σύμβαση μεταβίβασης.
Κατά συνέπεια, υφίσταται νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, ήτοι κατά το ανωτέρω δωρηθέν ακίνητο για την εφεσίβλητη, που κατέστη κυρία του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία και δεν έχει υποχρέωση να αποδώσει τον πλουτισμό, δηλαδή να μεταβιβάσει στον εκκαλούντα το δωρηθέν ακίνητο. Επομένως, η ανάκληση της δωρεάς που έγινε στις 13-06-2014, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού η εφεσίβλητη είχε ήδη (κατά το χρόνο της ανάκλησης) καταστεί κυρία του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συνιστά πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας και αυθύπαρκτη αιτία διατήρησης του πλουτισμού και όχι "αιτία" δωρεάς, η οποία συνιστά παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ως αιτία εξέλιπε συνεπεία της ανάκλησης».
Με τις σκέψεις αυτές το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε το λόγο έφεσης του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή τη σχετική ένσταση της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης περί κτήσης της κυριότητας σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του δωρηθέντος ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο σχετικά με την έναρξη του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας στο επίδικο ακίνητο εκ μέρους της αναιρεσίβλητης από την εκτέλεση της δωρεάς (1984) και για το λόγο αυτό συμπλήρωσης του απαιτούμενου χρόνου για την απόκτηση της κυριότητας κατά το χρόνο ανάκλησης της δωρεάς από τη δωρήτρια (2014), δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505, 509 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε, καθώς οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης.
Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρ. 1045 ΑΚ), που επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση νόμιμης αιτίας κτήσης της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και για το λόγο αυτό ύπαρξης στο πρόσωπό της νόμιμης αιτίας διατήρησης του πλουτισμού, ορθά υπολογίστηκε άμεσα από την εκτέλεση της δωρεάς (1984) και επομένως ο χρόνος αυτός είχε συμπληρωθεί κατά την ανάκληση της δωρεάς (2014).
Κατά συνέπεια, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο λόγο και το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι ο χρόνος της χρησικτησίας δεν μπορεί να αρχίσει πριν την ανάκληση της δωρεάς κατ' άρθρο 251 ΑΚ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 109/2019).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου για σφάλμα του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναφορικά με την απόρριψη ως μη νόμιμης της αντένστασής του, που στηριζόταν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι τόσο πρωτόδικα με την προσθήκη των προτάσεών του, όσο και στη συνέχεια με λόγο έφεσης, προς αντίκρουση της ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για κτήση της κυριότητας του δωρηθέντος ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης, πρότεινε την αντένσταση ότι αυτή ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της, προβάλλοντας δικαίωμα κτηθέν με έκτακτη χρησικτησία. Συγκεκριμένα, πρόβαλε επί λέξει τα ακόλουθα:
«Είναι αδιανόητο να προβάλλει η εναγομένη όλως καταχρηστικά τις ενστάσεις που προβάλλει και αυτό διότι δεν μπορεί να επικαλείται προς όφελός της, ιδίως την υπομονή, τις ευκαιρίες και τη μητρική καρτερία που της έδειχνε η αρχική ενάγουσα μητέρα μας, ούτε μπορεί να επικαλείται, παρότι έδειξε τέτοια πρωτοφανή αχάριστη συμπεριφορά απέναντι στη δωρήτρια και στα αδέλφια της, ένα δικαίωμα, το οποίο κατ' αρχήν (φέρεται ότι) απέκτησε χάρη στην ίδια τη δωρήτρια και με τον όρο (τον οποίο παραβίασε) να ζει με τα αδέλφια της αγαπημένα και χωρίς έριδες».
Πλην, όμως, τα υπό του αναιρεσείοντος επικαλούμενα ως άνω περιστατικά, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν επανάληψη των όσων διαλαμβάνονται στην αγωγή της αρχικής ενάγουσας και δωρήτριας μητέρας των διαδίκων, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης. Πιο συγκεκριμένα, τα περιστατικά αυτά αποτελούν μέρος της αναγκαίας ιστορικής βάσης αγωγής για απόδοση δωρηθέντος πράγματος λόγω ανάκλησης της δωρεάς από το δωρητή, δεν είναι, όμως, ικανά να στηρίξουν από μόνα τους την ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως αυτή προτάθηκε κατά τα ανωτέρω. Επομένως, ορθά το Εφετείο απέρριψε την αντένσταση αυτή ως μη νόμιμη και για το λόγο αυτό ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 248 ΑΚ, αξίωση από οικογενειακή έννομη σχέση δεν παραγράφεται εφόσον επιδιώκεται να αποκατασταθεί για το μέλλον η κατάσταση που αρμόζει στη σχέση αυτή. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται το απαράγραπτο των οικογενειακών αξιώσεων, δηλαδή των αξιώσεων που απορρέουν από οικογενειακό δικαίωμα, προϋπόθεση δε για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι να υπάρχει αξίωση που πηγάζει από οικογενειακή έννομη σχέση, όπως π.χ. η αμοιβαία αξίωση των συζύγων για έγγαμη συμβίωση, η αξίωση αυτή να επιδιώκει την αποκατάσταση της κατάστασης που προσήκει στη σχέση αυτή και η αποκατάσταση να αφορά στο μέλλον. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 ιδίου πιο πάνω Κώδικα, η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αποσβεστική παραγραφή, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή (άρθρ. 279 ΑΚ), διακόπτεται κατά το άρθρο 260 ΑΚ με την με οποιονδήποτε τρόπο αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο, τούτο όμως δεν συμβαίνει και επί της κτητικής παραγραφής, η διακοπή της οποίας επέρχεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 1048 και 1049 ΑΚ, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται και η αναγνώριση της αξίωσης (ΑΠ 302/198 302/1982 ΝοΒ 1982 σελ. 1450).
Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται -με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης- η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραβιάστηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 248 και 260 ΑΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και κατ' ορθή εκτίμηση του σχετικού ισχυρισμού του, ότι παρά το νόμο απορρίφθηκαν οι αντενστάσεις του, σύμφωνα με τις οποίες, εφόσον στη χρησικτησία, ως κτητική παραγραφή, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγραφής, α) η έναρξη της χρησικτησίας που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη με τη σχετική της ένσταση δεν άρχισε ποτέ, αφού επρόκειτο για οικογενειακή αξίωση, λόγω της σχέσης δωρήτριας και δωρεοδόχου ως μητέρας με θυγατέρα και β) η αναιρεσίβλητη πάντοτε αναγνώριζε ως νόμιμη αιτία κτήσης τη δωρεά, ενώ με την ένστασή της δήλωσε ως τίτλο κτήσης το γεγονός ότι χρησιδεσπόζει το δωρηθέν ακίνητο και ότι επομένως δεν συμπληρώθηκε ποτέ ο χρόνος της χρησικτησίας, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη.
Πλην, όμως, η από το άρθρο 248 αντένσταση, που προβλήθηκε τόσο στον πρώτο βαθμό όσο και στο Εφετείο, είναι μη νόμιμη, καθώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για αξίωση που πηγάζει από οικογενειακή έννομη σχέση ώστε να τύχει εφαρμογής η εν λόγω διάταξη.
Όσον αφορά δε τη δεύτερη ως άνω αντένσταση, που επίσης προβλήθηκε τόσο στον πρώτο βαθμό, όσο και στο Εφετείο, αυτή είναι επίσης μη νόμιμη, αφού, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η διακοπή της παραγραφής στη χρησικτησία επέρχεται μόνο για τους αναφερόμενους στα άρθρα 1048 και 1049 ΑΚ λόγους και όχι με την αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο με το να απορρίψει σιωπηρά τις ανωτέρω αντενστάσεις του αναιρεσείοντος, ορθά τις πιο πάνω διατάξεις ερμήνευσε, παραλείποντας την εφαρμογή τους, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το σχετικό λόγο της αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
O λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί τους που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 989/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του τετάρτου λόγου αναίρεσης, επικαλούμενος σφάλμα εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, αν και για τη θεμελίωση της αντένστασής του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της τελευταίας, το Εφετείο απέρριψε την αντένστασή του ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι δεν επικαλέστηκε τέτοια περιστατικά που δικαιολογούν την καταχρηστικότητα.
Ωστόσο, η εν λόγω αντένσταση του αναιρεσείοντος, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αναίρεσης, είναι μη νόμιμη. Το δε Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αντένσταση αυτή, με την αιτιολογία ότι: «Με το ως άνω περιεχόμενο ο ισχυρισμός του εναγομένου και αληθής υποτιθέμενος, δεν δύναται να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, καθόσον δεν επικαλείται περιστατικά που συγκροτούν την νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκουμένου δικαιώματος».
Είναι, δηλαδή, σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε την αντένσταση ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι τα επικαλούμενα περιστατικά εκ μέρους του αναιρεσείοντος, έστω και αν θεωρηθεί ότι είναι αληθή, δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά το νόμο καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1047 ΑΚ, η χρησικτησία δεν αρχίζει και, αν έχει αρχίσει, δεν συνεχίζεται κατά το διάστημα που αναστέλλεται η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής, ή εμποδίζεται σύμφωνα με το νόμο η συμπλήρωση της παραγραφής αυτής. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε στα άρθρα 255-259 ΑΚ, άρα και στους λόγους αναστολής συμπληρώσεως της παραγραφής του άρθρου 255 ΑΚ. Βασική όμως προϋπόθεση εφαρμογής των ως άνω διατάξεων είναι ότι ο λόγος αναστολής εμποδίζει την έγερση όχι οποιασδήποτε αγωγής του δικαιούχου αλλά αποκλειστικά της διεκδικητικής αγωγής. Επομένως, αν ο λόγος αναστολής αναφέρεται στην άσκηση άλλης αγωγής, λ.χ. ενοχικής από αδικαιολόγητο πλουτισμό για απόδοση δωρηθέντος ακινήτου λόγω ανακλήσεως της δωρεάς, η συμπλήρωση της χρησικτησίας από τον δωρεοδόχο συνεχίζεται και συμπληρώνεται.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του τετάρτου λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτά προβληθείσα απ' αυτόν (κατά την ενστάσεως χρησικτησίας της αναιρεσίβλητης) αντένσταση ότι η τελευταία με δόλο απέτρεψε την δωρήτρια (αρχική ενάγουσα και δικαιοπάροχό του) από το να ανακαλέσει τη δωρεά και να ασκήσει εμπρόθεσμα, πριν συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας, αγωγή για την απόδοση του δωρηθέντος ακινήτου, με αποτέλεσμα μέχρι την άρση του λόγου αναστολής να μη είναι δυνατή η συμπλήρωση της χρησικτησίας. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αντένσταση αυτή δεν ήταν νόμιμη, αφού ο επικαλούμενος λόγος αναστολής εμπόδιζε, όχι την έγερση διεκδικητικής αγωγής της δωρήτριας (την οποία άλλωστε δεν νομιμοποιούνταν να εγείρει αφού μετά την μεταβίβαση λόγω δωρεάς της κυριότητας του ακινήτου δεν ήταν πλέον κυρία αυτού), αλλά την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ενοχική αγωγή για απόδοση δωρηθέντος ακινήτου λόγω ανακλήσεως της δωρεάς. Εφόσον δε ο προβληθείς και μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται μετά ταύτα λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο προβαλλόμενος εν προκειμένω λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της δευτέρου βαθμού εξ αίματος συγγένειάς τους, ως αδελφών (άρθρ. 179 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-09-2018 αίτηση του Π. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1867/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ