Legislator Case Law & Legislation
41/2019 AI generated

41/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 41/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

41/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Keywords

AI generated
allocation of family home legacy of property of another access to property action for recovery of inheritance property ownership law of succession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 41 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 41/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Δ. Τ. το γένος Ν. Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ραπτάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. α) Ε. χήρας Α. Ν., β) Μ. Ν. του Α., γ) Ν. Ν. του Α. και δ) Μ. Ν. του Α., κατοίκων ..., 2.α) Μ. χήρας Ρ. Ν.,β) Δ. Ν. του Ρ., γ) Ε. Ν. του Ρ., κατοίκων ..., 3 α) Π. χήρας Ν. Ν., το γένος Ρ. Μ., β) Μ. Ν. του Ν. και γ) Ε. Ν. του Ν., κατοίκων ..., 4.Φ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 5.Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 6. Ν. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 7. Φ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 8. Δ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 9.Π. Γ. του Κ. κατοίκου ...,10.Μ. χήρας Κ. Γ., κατοίκου .... Οι 1α,1β,1γ,1δ δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι 2α,2β, 2γ, 3α,3β, 3γ, 4ος και 5ος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κατρά, ο οποίος δήλωσε ότι ο 6ος απεβίωσε στις 22-4-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α.Α. χήρα Ν. Δ., το γένος Λ. Λ., κάτοικος ..., β.Ν. Δ. του Ν., κάτοικος ..., γ.Μ. Δ. του Ν., κάτοικος ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια οι α και γ και μετά ο β με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Οι 7ος 8ος 9ος 10η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και των :Μ. συζ. Κ. Γ., το γένος Δ. Ζ., Ι. Δ. Ζ. και Ν. Δ. Ζ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 204/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (Ολ.Α.Π. 27/1987), οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 31/2009).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπέρ του οποίου η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπέρ του οποίου η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομίας (Α.Π. 47/2018). Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.

α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι o προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (Α.Π.234/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, εκπροσωπήθηκαν η μεν αναιρεσείουσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ραπτάκη, οι δε με στοιχ. 2α, 2β, 2γ, 3α, 3β, 3γ, 4ος και 5ος των αναιρεσίβλητων, με τον ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά, ο οποίος δήλωσε επίσης ότι ο 6ος από τους αναιρεσίβλητους Ν.

Δ. του Ν. απεβίωσε στις 22-4-2014, δηλαδή μετά τη συζήτηση στο Εφετείο της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. χήρα Ν. Δ., Ν. Δ. του Ν. και Μ. Δ. του Ν., τους οποίους και εκπροσωπεί νομίμως. Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσίβλητου και η ιδιότητα των τελευταίων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού και τα οικεία πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί πλησιέστερων συγγενών και αποδοχής κληρονομίας, περιστατικά, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσείουσα (άρθρ.261 ΚΠολΔ).

Δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι η τελευταία γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο του προαναφερόμενου αντίδικου της, οι δε κληρονόμοι αυτού (άρθρ. 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ) νομίμως παρίστανται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζήτησης αυτής.

Εξάλλου, από τις υπ' αριθμ. ...3 Γ', ...2 Γ', ...4 Γ' και ...7 Γ'/24-5-2018, ...8 Γ'/12-6-2018 και ...7 Γ'/5-6-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Σ. Τ. και τα φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων των Αθηνών …8/14-6-2018 ''...'' και …2/14-6-2018 '' …'', που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 4-10-2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 204/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την κάτω από αυτές πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους υπό στοιχ. 1α, 1β, 1γ, 1δ, όγδοο και ένατο εκ των αναιρεσίβλητων για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τελευταίους (άρθρ.126 παρ.1 εδ.α', 127 παρ. 1, 128 παρ.1 και 135 ΚΠολΔ).

Όμως, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των κλητευθέντων ως άνω αναιρεσίβλητων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ΚΠολΔ.). Τέλος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο έβδομος και η δέκατη των αναιρεσίβλητων, Φ. Δ. του Ν. και Μ. χήρα Κ. Γ., δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα με τις προτάσεις ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι απεβίωσαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και κληρονομήθηκαν ο μεν έβδομος (Φ. Δ. του Ν.) από τα τέκνα του Κ. Δ., Ε. Δ. και Ν. Δ., η δε δέκατη (Μ. χήρα Κ. Γ.) από τον υιό της Π. Κ. Γ. και ότι έχει καλέσει προς συζήτηση της υποθέσεως με την επίδοση σχετικής κλήσεως που αναγράφονταν κάτω από το επίσης επιδοθέν δικόγραφο της αναίρεσης τους φερόμενους ως κληρονόμους των εν λόγω αναιρεσίβλητων.

Μάλιστα η αναιρεσείουσα προσκομίζει μετ' επικλήσεως και τις υπ' αριθμ….76/15-6-2018, …84/15-6-2018 και …80/15-6-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Ε. Λ.-Ρ. όσον αφορά τους κληρονόμους του έβδομου αναιρεσίβλητου και την υπ' αριθμ…..80 Γ'/5-6-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε.

Τ. όσον αφορά τον κληρονόμο της δέκατης αναιρεσίβλητης. Πλην όμως η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει, αλλά ούτε και υπάρχουν στη δικογραφία, τις οικείες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, ώστε να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης και τα σχετικά δημόσια έγγραφα (πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών των θανόντων, πιστοποιητικά του γραμματέα περί υπάρξεως ή μη διαθήκης αυτών και μη αποποίησης της κληρονομίας τους) από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα των ως άνω κληθέντων ως κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων.

Επομένως, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις και δεδομένου ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 παρ.1 ΚΠολΔ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε διεκδικητική αγωγή, να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτούς (έβδομο και δέκατη των αναιρεσίβλητων), να προχωρήσει αυτή (συζήτηση) ως προς τους λοιπούς νομίμως παριστάμενους διαδίκους.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ.Α.Π.11/1996). Επομένως, πράγματα, με την έννοια αυτήν αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής.

Ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν δεν ερευνήθηκε ορισμένη βάση της αγωγής. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π.12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π.11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π.25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ότι η ένδικη αγωγή περιείχε και επικουρική βάση κτήσεως της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με τακτική χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτόν, το Εφετείο δέχθηκε ότι ''ουδόλως αποδείχθηκε ότι η μεταβιβάσασα Ε. Φ. (άμεση δικαιοπάροχος της δεύτερης ενάγουσας - ήδη αναιρεσείουσας) ήταν κυρία ολοκλήρων των μεταβιβασθέντων ακινήτων, αλλά είχε καταστεί κυρία αυτών μόνο κατά το 1/7 εξ αδιαιρέτου ποσοστό από την κληρονομία του πατέρα της,...ότι αυτή ουδέποτε γνωστοποίησε μέχρι το έτος 1987 στους λοιπούς συγκυρίους της ότι νέμεται την επίδικη οικία αποκλειστικά για λογαριασμό της, ούτε οι τελευταίοι αποξενώθηκαν από τη νομή αυτής...και ότι ουδόλως εκδήλωσε ρητά ή έστω σιωπηρά αλλά πάντως με έκδηλο τρόπο την πρόθεσή της να νέμεται το σύνολο των κληρονομιαίων ως αποκλειστική κυρία και νομέας αυτών'' και ακολούθως απέρριψε στην ουσία το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων των πιο πάνω γεγονότων, αντίθετων από εκείνα που η αναιρεσείουσα επικαλείται για τη συγκρότησή του.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ.

γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται εν προκειμένω κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, άρα και κάθε μια από τις περισσότερες αιτήσεις που σωρεύονται επικουρικώς στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔ.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η αίτηση εξετάστηκε και απορρίφθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει την πιο πάνω επικουρική βάση της ένδικης αγωγής περί απόκτησης των επίδικων ακινήτων και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε την εν λόγω αίτηση και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με τις προεκτεθείσες παραδοχές, κρίνοντας ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι δεν αποδείχθηκε ότι η άμεση δικαιοπάροχος της δεύτερης ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) υπήρξε ποτέ αποκλειστική κυρία μέχρι το χρόνο της επικαλούμενης μεταβίβασης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με το υπ' αριθμ. ...51/28-6-1990 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Β.

Χ. και περαιτέρω ότι η τελευταία δεν απέκτησε την κυριότητα με τακτική χρησικτησία.- Σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 12 πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ.92 ΕισΝΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους ανήκαν η σύζυγος καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της. Περαιτέρω, κατά την αρχή που συνάγεται τόσο από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου (ν.3 κωδ. 734 ν.42 Παν.412, ν.7 παρ.5 Πανδ.10.3 και ν.28 Πανδ. 10.3) όσο και από τις διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 785, 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994, 1113, 1884), που ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στα κληρονομιαία ακίνητα, ο συγκληρονόμος, ως συγκοινωνός, εάν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και για λογαριασμό των λοιπών κληρονόμων, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό περιέρχεται η συννομή του, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του δι' ίδιο σκοπό και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία.

Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο προκείμενος λόγος σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

Α.Π. 9/2016, 15/2006, 1/1999, 12/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Φ.

Φ., απώτατος δικαιοπάροχος των διαδίκων, απεβίωσε στις 4-1-1942, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τέκνα του : 1) Ν. Φ., 2) Ε. Φ., 3) Τ. συζ. Δ. Ζ., 4) Ε. συζ. Ν. Δ., 5) Δ. χα Ε. Ν., 6) Μ. Φ. και 7) Γ. Γ. του Κ.. Στην κληρονομία του άνω αποβιώσαντος εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή και έτσι κληρονομήθηκε αυτός από τα τέκνα του, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτή δ' αναμείξεως κατά τους κανόνες του ισχύοντος τότε δικαίου.

Στην κληρονομιαία περιουσία του Φ. Φ. περιλαμβάνοντο τα παρακάτω ακίνητα : 1) ένα αγροτεμάχιο, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια της νήσου …., επί τριών δημοτικών δρόμων, το οποίο εμφανίζεται στο από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Θ. Π. με τα στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Α, εμβαδού 2018 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική οδό και νότια με ρέμα και ιδιοκτησία I.

Π., 2) ένα οικόπεδο, στον Δήμο …., επιφάνειας 300.10 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Κ. (πρώην ...) και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Μ. (πρώην ..), δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική πάροδο και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Μ. (πρώην …) και εν μέρει με δημοτική οδό, 3) ένα οικόπεδο στο Δήμο …., εμβαδού 184,20 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με εκκλησία …., βόρεια με ιδιοκτησία Κ.

Θ. (πρώην …) και νότια με δημοτική οδό, 4) ένα οικόπεδο στο Δήμο Αστυπάλαιας εμβαδού 557 τ.μ. συνορευόμενο ανατολικά εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με εκκλησία ….., δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική οδό και νότια εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με εκκλησία …., 5) ένα οικόπεδο στο Δήμο …., εμβαδού 654,20 τ.μ.

συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με οικία Μ. Κ. (πρώην ….), βόρεια με δημοτική πάροδο και νότια με ιδιοκτησία Δήμου, 6) ένα οικόπεδο στο Δήμο …., εμβαδού 1024 τ.μ. συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με ιδιοκτησίες του Δήμου, Α. Δ., I. Ν. και Π., βόρεια με δημοτική οδό και νότια με ρέμα, 7) μία διώροφη οικία, αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 26 τ.μ., ισόγειο επιφάνειας 38,25 τ.μ.

και πρώτο όροφο επιφάνειας 55 τ.μ. στο Δήμο …., επί οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 179,50 τ.μ. συνορευόμενο ανατολικά με ιδιοκτησίες Ι. Π. και Μ. Β., με ιδιοκτησία Ν. Π., με ιδιοκτησία Ε. Π.-Χ. και με έτερη ιδιοκτησία Ε. Π.-Χ., δυτικά με δημοτική οδό πέρα αιγιαλού, βόρεια με κλιμακωτή δημοτική οδό και νότια εν μέρει με δημοτική οδό πέρα αιγιαλού επί πλευράς ΕΖ 1,20 τ.μ.

και ΗΘ μήκους 1,20 μ. με δημοτική οδό πέρα αιγιαλού, όπως τα ακίνητα αυτά εμφανίζονται στο από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Θ. Π.. Με την υπεισέλευσή τους στην άνω κληρονομία οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι κατέστησαν συγκύριοι των προπεριγραφομένων ακινήτων κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Στις 22-4-1957 απεβίωσε η Μ. Φ. καταλείποντας ως κληρονόμους της τους 1) Ν. Φ., 2) Ε. Φ., 3) Τ. συζ. Δ. Ζ., 4) Ε. συζ. Ν. Δ., 5) Δ. χα Ε. Ν., 6) Γ. Γ. του Κ., σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου. Στις 10-4-1971 απεβίωσε η Ε. συζ. Ν. Δ. καταλείποντας ως κληρονόμους της τους 1) Μ. Ν. Δ., 2) Ν. Ν. Δ., 3) Φ. Ν. Δ., 4) Π. Κ. Γ., 6) Μ. χήρα Κ. Γ. κατά ποσοστό 1/5 ή 4/20 εξ αδιαιρέτου στους τέσσερις πρώτους εξ αυτών, 3/20 ο 5ος και 1/20 η 6η.

Στις 20-3-1990 απεβίωσε η Δ. συζ. Ε. Ν., καταλείποντας ως κληρονόμους της τους 1) Α. Ν. του Ε., 2) Ι. Ν. του Ε., 3) Ρ. Ν. του Ε., 4) Ν. Ν. του Ε., 6) Γ. Ν. του Ε. και 7) Ι. Π. του Μ. σε ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα. Σχετικά δε εκδόθηκαν τα με αριθμ. …/29-2-1996, ….3/8-12-1998 και ….1/16-6-1998 κληρονομητήρια, τα οποία μεταγράφηκαν, στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αστυπάλαιας, στον τ.

…1 και αριθμό ….02 το πρώτο, στον τ. ..3 με αριθμό …42 το δεύτερο και στον τ. ..3 με αύξ. αριθμό …41 το τρίτο και έτσι οι εναγόμενοι κατέστησαν συγκύριοι των ακινήτων αυτών κατά ποσοστό 40/1.440 έκαστος ο πρώτος έως και έκτος αυτών, κατά ποσοστό 48/1.440 έκαστος ο έβδομος, όγδοος και ένατος, κατά ποσοστό 45/1.440 ο δέκατος κατά ποσοστό 3/1.440 η ενδέκατη αυτών.

Με το ….85/1974 συμβόλαιο, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Χ. Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα, η άνω Ε. Φ., επικαλούμενη ότι κατέστη αποκλειστική κυρία των προπεριγραφομένων ακινήτων από κληρονομία της από τριακονταπενταετίας αποβιωσάσης μητέρας της και του πατέρα της, τα οποία αυτοί, προ του θανάτου τους, της είχαν παραδώσει δια ατύπων νεμήσεων, δώρισε στους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, τα κατωτέρω ακίνητα, κείμενα στην …. :

Στην πρώτη, το εκτάσεως 250 μ. περίπου, νοτιοανατολικό τριγωνικού σχήματος τμήμα του εκ συνολικής έκτασης 9 στρεμμάτων, βοσκότοπου στη θέση …., συνορευόμενο ανατολικά με οικία Γ. Σ. και την μεταξύ της οικίας αυτής και της τοιαύτης της Μ. Π. οδό, από την οποία είχε προσπέλαση, Νοτιοδυτικά με οικία Π. Β., Ι. Κ. και Γ.

Μ., Βόρεια με υπόλοιπη έκταση αυτού, στη δεύτερη, την πεπαλαιωμένη οικία, κτισμένη επί οικοπέδου έκτασης 221 τ.μ., πλησίον των ανεμόμυλων, συνορευόμενη με σιδηρουργείο Ε. Ν., οικία Ι. Μ., Δημόσιο Δρόμο στους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, το 1/2 εξ αδιαιρέτου, της υπόλοιπης έκτασης του προαναφερόμενου 9 στρεμμάτων βοσκότοπου στη θέση …..

Επίσης στον 4° των εναγόντων δώρισε το εκτάσεως 110,50 τ.μ. οικόπεδο, με την ερειπωμένη και κατεδαφιστέα εντός αυτού καλύβα, συνορευόμενο με σιδηρουργείο Ε. Ν., δημόσιο δρόμο. Τα ακίνητα αυτά, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο αυτό, είχαν περιέλθει στη δωρήτρια από κληρονομία της από τριακονταπενταετίας αποβιωσάσης μητέρας της και του πατέρα της, τα οποία αυτοί, προ του θανάτου τους, της είχαν παραδώσει δια ατύπων νεμήσεων.

Όμως ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η άνω μεταβιβάσασα Ε. Φ. ήταν κυρία ολοκλήρων των μεταβιβασθέντων ακινήτων, αλλά είχε καταστεί κυρία αυτών μόνο κατά το άνω εξ 1/7 εξ αδιαιρέτου ποσοστό από την κληρονομία του πατέρα της. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η δικαιοπάροχός τους Ε. Φ. είχε αποκτήσει τα επίδικα ακίνητα από τον αρχικό κοινό, απώτερο δικαιοπάροχο, των διαδίκων δια ατύπου δωρεάς, ασκώντας επ' αυτών, πράξεις νομής που αρμόζουν σε κύριο, καθιστάμενη με τον τρόπο αυτό αποκλειστική κυρία αυτών, διά εκτάκτου χρησικτησίας.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος, καθώς δεν αναφέρεται, ο χρόνος παραδόσεως της νομής των ακινήτων σ' αυτήν από τον επικαλούμενο δικαιοπάροχο πατέρα της, προκειμένου να κριθεί εάν τα επίδικα κατέστησαν ή όχι κληρονομιαία. Είναι βέβαια αληθές ότι από το χρόνο θανάτου του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, Φ.

Φ., το έτος 1942, στην, μεταξύ άλλων, επίδικη οικία κατοικούσαν οι τρεις κόρες του, Ε., Μ. και Τ., μετά δε το θάνατο της Μ., το έτος 1957, οι έτερες δύο. Η δε Ε. είχε παραμείνει ανύπαντρη, ενώ η Τ., κατοικούσε στην οικία μετά του συζύγου της, Δ. Ζ. και των τεσσάρων τέκνων τους και ότι ακόμη περί τα έτη 1972-1977 η δικαιοπάροχος των εναγόντων επενέβη στην άνω οικία και προχώρησε στην ανακατασκευή αυτού, στην οποία βοήθησε και ο έκτος των εναγομένων Γ.

Ν., ουδέποτε όμως γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκυρίους της, ότι νέμεται το ακίνητο αυτό αποκλειστικά για λογαριασμό της ούτε οι τελευταίοι αποξενώθηκαν από την νομή αυτού. Οι ενέργειες αυτές της δικαιοπαρόχου των εναγόντων έγιναν στα πλαίσια της μεταξύ τους κοινωνίας και οι σχετικές δαπάνες αναλήφθηκαν από την τελευταία γιατί αυτή ζούσε εγγύτερα προς τα κληρονομιαία και συγκατοικούσε με την αδελφή της Τ.

και την οικογένειά της. Η μητέρα των εναγομένων έβλεπε τις επεμβάσεις και ως συγκληρονόμος τις ενέκρινε, αφήνοντας κατά βάση στην αδελφή της την εκμετάλλευση της κληρονομιαίας περιουσίας για την οικονομική της ενίσχυση. Ενεργώντας λοιπόν η δικαιοπάροχος των εναγόντων τα ανωτέρω, ουδόλως εκδήλωσε ρητά ή έστω σιωπηρά αλλά πάντως με έκδηλο τρόπο την πρόθεσή της να νέμεται το σύνολο των κληρονομιαίων ως αποκλειστική κυρία και νομέας αυτών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Δ. Φ., δικαιοπάροχος των έξι πρώτων εναγομένων, η οποία κατοικούσε και αυτή στην … μετά το θάνατο της Μ., το έτος 1957, ενοχλούσε την Ε., σχετικά με τη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Όμως, οι σχέσεις των δύο αδελφών ψυχράνθηκαν το 1987, όταν η δικαιοπάροχος των εναγομένων Δ.

Φ. έλαβε γνώση της ανωτέρω γενομένης από την Ε. Φ. δωρεάς στους ενάγοντες και η αντίδρασή της υπήρξε άμεση με την από 26-10-1987 αγωγή της, στρεφόμενη κατά της Ε. Φ. και των ήδη, στην παρούσα αγωγή, εναγόντων, με την οποία ζητούσε, την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος επί των ήδη επίδικων ακινήτων. Από την αγωγή δε αυτή παραιτήθηκε.

Κατόπιν, η Ε. Φ., επικαλούμενη ότι κατέστη αποκλειστική κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας των επιδίκων ακινήτων δια ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός της Φ. Φ. και εν ζωή αυτού με το με αριθμό ...51/1990 συμβόλαιο του Συμβ/φου Β. Χ., αφ' ενός σύστησε διηρημένη ιδιοκτησία επί της διωρόφου οικίας, που αναφέρεται στην αγωγή, αφ' ετέρου πώλησε στους ενάγοντες τα επίδικα ακίνητα, και ειδικότερα, στην πρώτη των εναγόντων το δεύτερο αυτών, προς τη δεύτερη την πρώτη από τις συσταθείσες κάθετες ιδιοκτησίες, συνολικού εμβαδού 179,50 τ.μ., στον τέταρτο αυτών τη δεύτερη συσταθείσα, επί της επίδικης οικίας, κάθετη ιδιοκτησία, καθώς και εξ αδιαιρέτου με τον τρίτο των εναγομένων το πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο από τα επίδικα ακίνητα.

Από το προαναφερθέν όμως αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε άτυπη εκ μέρους του κληρονομουμένου Φ. Φ. μεταβίβαση των κληρονομιαίων στη δικαιοπάροχο των εναγόντων, πριν από το θάνατο αυτού [κληρονομουμένου]. Ο μάρτυρας απόδειξης Ε. Α., εξάδερφος, ουδέν περιστατικό κατέθεσε σχετικό ότι τα επίδικα δεν έγιναν κληρονομιαία, ούτε ότι ο κληρονομούμενος Φ.

Φ. με άτυπη σύμβαση μεταβίβασε εν ζωή τα επίδικα στη δικαιοπάροχο των εναγόντων Ε. Φ.. Ισχυρίστηκε ο εν λόγω μάρτυρας ότι όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Φ. Φ. συμφώνησαν, μετά τον θάνατο αυτού, τα ακίνητα αυτά να δοθούν στην Ε., δικαιοπάροχο των εναγόντων. Όμως, από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ούτε η επικαλούμενη άτυπη μεταβίβαση των μεριδίων στην κληρονομία από τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων στη δικαιοπάροχο των εναγόντων ούτε η άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των εναγόντων αποκλειστικά για λογαριασμό της.

Οι ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι έλαβε χώρα ποτέ παραχώρηση της νομής των ιδανικών μεριδίων των εναγομένων επί των επιδίκων, ούτε ο μάρτυρας απόδειξης Ε. Α. ανέφερε ότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων κατέστησε στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων γνωστό την πρόθεσή της να κατέχει και να νέμεται και τα ιδανικά μερίδια των εναγομένων επί των επιδίκων αποκλειστικά στο όνομά της και για λογαριασμό της.

Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι ενάγοντες ότι η αξίωση των εναγομένων, η οποία αφορά η κρινόμενη αγωγή, έχει υποπέσει σε παραγραφή, λόγω της παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλυτέρου της εικοσαετίας από το χρόνο γνωστοποίησης προς αυτούς. Ωστόσο, και ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από το 1987, που έλαβε χώρα η ανωτέρω γνωστοποίηση της προθέσεως της αδελφής της δικαιοπαρόχου να νέμεται στο εξής τα ανωτέρω κληρονομιαία ακίνητα για αποκλειστικά δικό της λογαριασμό, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (κατάθεση αγωγής: 30-8-2004, επίδοση αγωγής: 8.11.2004) δεν συμπληρώνεται ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, ούτε ο χρόνος παραγραφής των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους.

Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά, η δικαιοπάροχος των εναγόντων ουδέποτε κατέλυσε με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα της συγκληρονόμου αδελφής της και κατ' επέκταση ούτε των εναγομένων ως ειδικών διαδόχων αυτής επί των ανωτέρω κληρονομιαίων πραγμάτων. Επίσης, ουδέποτε παραγράφησαν τα εμπράγματα δικαιώματα αυτών.

Έτσι, οι εναγόμενοι, αφού πραγματοποίησαν την ανωτέρω αποδοχή και την αντίστοιχη μεταγραφή, απόκτησαν, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων και κατά ποσοστό 40/1.440 έκαστος ο πρώτος έως και έκτος αυτών, κατά ποσοστό 48/1.440 έκαστος ο έβδομος, όγδοος και ένατος, κατά ποσοστό 45/1.440 ο δέκατος, κατά ποσοστό 3/1.440 η ενδέκατη αυτών.

Συνεπώς οι ενάγοντες με την μεταγραφή του άνω συμβολαίου δεν κατέστησαν συγκύριοι ολοκλήρων των επιδίκων ακινήτων, όπως ισχυρίζονται, αλλά μόνο του 1/7 εξ αδιαιρέτου αυτού, κατά το οποίο ήταν κυρία η δικαιοπάροχος αυτών Ε. Φ. και ως εκ τούτου, η αγωγή των εναγόντων είναι ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσία την έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε αυτήν (εκκαλούμενη απόφαση), κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία, και απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή της αναιρεσείουσας - δεύτερης ενάγουσας και των ομοδίκων της ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι αυτοί δεν απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με τους επικαλούμενους στην αγωγή τρόπους.

Με βάση αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου καθώς και εκείνες των άρθρων 249, 789, 980, 981, 982, 994, 1045, 1113, 1871, 1879 και 1884 ΑΚ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και συγκεκριμένα ως προς το ουσιώδες ζήτημα των αναγκαίων περιστατικών για τη μη μεταβίβαση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων στους ενάγοντες εξαιτίας του ότι η άμεση δικαιοπάροχος αυτών Ε.

Φ. ουδέποτε γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκυρίους ότι νέμεται τα επίδικα ακίνητα αποκλειστικά για λογαριασμό της, ώστε να συντρέξουν οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας και ουδέποτε οι λοιποί συγκύριοι αποξενώθηκαν από τη νομή αυτών, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, να μη καταστούν συγκύριοι ολόκληρων των επιδίκων, αλλά μόνο του πιο πάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού αυτών, αφού η ως άνω μεταβιβάσασα κατά το χρόνο της συστάσεως της δωρεάς ήταν κυρία των επιδίκων μόνο κατά το εν λόγω ποσοστό.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιοι λόγοι κατά το υπόλοιπο μέρος αυτών, στο οποίο διαλαμβάνονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Εξάλλου, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης, ο οποίος πρέπει να έχει το απαιτούμενο για την άσκησή της έννομο συμφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8 περ. β', άλλως 14 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα και τους ομοδίκους της (πρώτη και τέταρτο των εναγόντων-εφεσίβλητων), με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, σχετικά με τη νομιμοποίηση προς συνέχιση της έκκλητης δίκης των κληρονόμων του αρχικώς εκ των διαδίκων Ι.

Ζ. του Δ. (τρίτου ενάγοντος-εφεσίβλητου), που απεβίωσε στις 26-6-2012, ήτοι μετά την άσκηση της από 3-10-2007 (αρ. εκθ. κατ. 40/4-10-2007) εφέσεως των εναγόμενων - αναιρεσίβλητων, ο οποίος (ισχυρισμός) αφορά τη νομιμοποίηση των εφεσίβλητων-εναγόντων και σε κάθε περίπτωση δεν κήρυξε παρά το νόμο τη βίαιη διακοπή της δίκης στο πρόσωπο του τρίτου εφεσίβλητου (ομόδικου της αναιρεσείουσας) και τη συνέχισή της στο πρόσωπο των κληρονόμων του.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι, ως προς το πρώτο μέρος του, προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται για τη θεμελίωσή του δεν αφορά "πράγμα", με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό. Παρεκτός του ότι ο ίδιος λόγος, καθώς και όσα εκτίθενται στο δεύτερο μέρος αυτού προς θεμελίωση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ., υπό την επίκληση των ίδιων περιστατικών, είναι απαράδεκτος για έλλειψη έννομου συμφέροντος στην αναιρεσείουσα στην άσκηση του λόγου τούτου αναίρεσης, εφόσον η απόφαση λόγω της επικαλούμενης πλημμέλειας δεν περιέλαβε διάταξη που τη βλάπτει, η δε ύπαρξη αυτού ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ.577 παρ.2 ΚΠολΔ). - Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.

γ' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέστηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρων 524 παρ. 1 και 270 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., όπως το άρθρο 270 ίσχυε από 1.1.2002 μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 με άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και πριν την κατάργησή του με άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη που διεξάγεται, όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται κατά το άρθρο 270 παρ. 2α ΚΠολΔ υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ., δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.

Περαιτέρω, οι υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων, κατά το άρθρο 8 του ν. 1599/1986, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, δεν αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, αν συντάχθηκαν, προκειμένου, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να χρησιμοποιηθούν σε συγκεκριμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (Ολ.Α.Π. 8/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου τις νομίμως προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα και τους ομοδίκους της, ως εφεσίβλητους, στο Δικαστήριο (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο) με επίκληση με τις προτάσεις τους, οκτώ υπεύθυνες δηλώσεις των αναφερόμενων προσώπων, που αποτελούν μαρτυρία αυτών, του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, (αντίστοιχα του άρθρου 1 του ν. 105/1969), προς απόδειξη της αγωγής τους και ειδικότερα του ασκούντος έννομη επιρροή ουσιώδους ισχυρισμού τους στην έκβαση της δίκης, περί της γνώσης των συγκληρονόμων - εναγομένων και της δικαιοπαρόχου αυτών για την κατοχή και νέμηση των επίδικων ακινήτων από την άμεση δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας τουλάχιστον από το έτος 1942, αφού η παραδοχή του κατατείνει στη βασιμότητα της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής περί ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας επ' αυτών με έκτακτη χρησικτησία, με την αιτιολογία ότι αυτές αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι για τη μη λήψη υπόψη των ως άνω υπεύθυνων δηλώσεων του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 το Εφετείο δεν όφειλε να διαλάβει στο σκεπτικό του ότι αυτές μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες τρίτων, εφόσον δεν συντάχθηκαν επίτηδες με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη, καθότι οι υπεύθυνες αυτές δηλώσεις, ως μαρτυρία τρίτων, δεν αποτελούν επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο (Ολ.Α.Π.8/1987).

Μόνο στην περίπτωση που το Εφετείο δεχόταν ότι αυτές δεν συντάχθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη πολιτική δίκη και, κατά συνέπεια, ελάμβανε αυτές υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, έπρεπε να διαλάβει τούτο στο σκεπτικό του.-

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν και τα εξής : α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος και δ) που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π.570/2016, Α.Π.491/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.

Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (Α.Π. 898/2015, Α.Π.373/2011). Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ., αιτίαση της παραβίασης του ορισμού του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία της δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων Δ.

Φ. - Ν., που περιέχεται 1) στην αγωγή αυτής, στρεφόμενη και προς την Ε. Φ. (δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας), στην οποία αναφέρει τα εξής : "επειδή τα ως παραπάνω ακίνητα κτήματα, καταλαβούσα και ιδιοποιηθείσα προ δέκα τριών (13) περίπου ετών, ως εξολοκλήρου ... αντιποιηθείσα ...ολοκληρωτικά τα κληρονομικά δικαιώματα ημών ως μόνη νομέας των κληρονομιών των ακινήτων τούτων...", 2) στην ΕΞΩΔΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ, στην οποία ρητά τους ανακοινώνει τα εξής : "από της καταλήψεως των κληρονομικών μεριδίων μας δια των οικείων παρανόμων πράξεων που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή μας (10-5-1974)...και το της αποδόσεως σε εμάς των κληρονομικών μεριδίων μας που σφετεριστήκατε σαν με τα δικά σας, όλα μαζί ιδικά σας, σε όλα τα στην αγωγή μας ακίνητα" και 3) στην από 24-3-1988 δεύτερη-συμπληρωματική εξώδικη δήλωσή της με συναφές περιεχόμενο, από τα οποία προέκυπτε ότι αυτή είχε γνώση για τη νέμηση και κατοχή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας επί των ακινήτων ήδη από το 1974 τουλάχιστον και ομολογείται απ' αυτήν το βάσιμο του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί γνωστοποιήσεως εκ μέρους της δικαιοπαρόχου της προς τους συγκληρονόμους της ότι νέμεται τα επίδικα ακίνητα από το ως άνω έτος, γεγονός κρίσιμο για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας έως του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής.

Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη αναγκαία κατά νόμο για την πληρότητά του στοιχεία, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση των ορισμών του νόμου σε σχέση με την εκτίμηση των διαλαμβανομένων στην ως άνω αγωγή και τις επικαλούμενες εξώδικες δηλώσεις, κρίνοντας ότι τα έγγραφα αυτά δεν περιέχουν στοιχεία που οδηγούν σε αντίθετο πόρισμα από αυτό το οποίο προέκυψε από την εκτίμηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης (άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως εντελώς αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποιους ακριβώς ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης εφάρμοσε εσφαλμένα η απόφαση του Εφετείου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους απολιπόμενους έβδομο και δέκατη των αναιρεσίβλητων Φ. Δ. του Ν. και Μ. χήρα Κ. Γ..-

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.-

Απορρίπτει την από 4-10-2017 αίτηση της Μ. συζ. Δ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 204/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ