41/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 41 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2018
Legislator headnote
AI generated41/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 41 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2018
Full text
Απόφαση 41 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 41/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικού Στόλου (ΤΕΣ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Γ. Ι. Α., ο οποίος, όπως ανέφερε η λαβούσα το λόγο από τον Πρόεδρο δικηγόρος Ι. Α., απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις εξ αδιαθέτου κληρονόμους του: α) Μ. χα Γ. Α., σύζυγο του αποβιώσαντος, κάτοικο ..., β) Ι. Α. του Γ., δικηγόρο, γ) Ε. Α. του Γ. και δ) Α. Α. του Γ., θυγατέρες του αποβιώσαντος, κατοίκους …, οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και η μεν δεύτερη παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, οι δε λοιπές εκπροσωπήθηκαν από την ιδία ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο. 2. Μ. συζύγου Γ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ι. Γ. Α. 3. Γ. Π. Β., 4.Ν. Π. Β., 5. των κληρονόμων του αποβιώσαντος Θ. Β., ήτοι α)Ε. χας Θ. Β., β)Π. Θ. Β., γ)Μ. Θ. Β., συζ. Α. Τ., 6.Α. Δ. Π., το γένος Π. Β., 7. των κληρονόμων του αποβιώσαντος Σ. Β. ήτοι α)Τ. χας Σ. Π. Β., β) Π. Σ. Β., και γ)Δ. Σ. Β., κατοίκων ..., 8.Α. συζ. Α. Κ., το γένος Π. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-1987 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι προδικαστικές αποφάσεις:3466/1987, 3337/1998 και 5429/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κ.α. η 3698/2002 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, οι 2622/2003 προδικαστική και 3264/2006, προδικαστικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι 2390/2007 και 5500/2008 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου με τις οποίες διέταξε επανάληψη της συζήτησης και ακολούθως εκδόθηκε η οριστική απόφαση 4054/2010 του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-1-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 10-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των παρόντων αναιρεσίβλητων, ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ,, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ' αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Σε διαφορετική περίπτωση, απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Ι. Α. απεβίωσε στις 22-7-2015, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 31-1-2011, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Μ. Α. (δεύτερη αναιρεσίβλητη) και τις τρεις θυγατέρες του Ι. Α., Ε. Α. και Α. Α. (βλ. τη με αριθμ. πρωτ. …/23-7-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου … και το …/24-9-2015 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου …). Ακολούθως, το αναιρεσείον, θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, επέσπευσε την επανάληψη αυτής, καλώντας αφενός τους προαναφερόμενους κληρονόμους του πρώτου αναιρεσίβλητου καθώς και τους λοιπούς αναιρεσίβλητους για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 25-5-2016, που αρχικώς ορίσθηκε η συζήτηση αυτής, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 1ης Φεβρουαρίου 2017, κατόπιν για τη δικάσιμο της 17ης Μαΐου 2017 και τέλος για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο εμφανίσθηκαν οι κληρονόμοι του θανόντος πρώτου αναιρεσίβλητου Γ. Α.. Επομένως, η δια της γνωστοποιήσεως του θανάτου του πρώτου αναιρεσίβλητου διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται επ' ονόματι των προειρημένων κληρονόμων του, μετά τη σχετική περί εκούσιας επαναλήψεώς της δήλωση αυτών. Περαιτέρω, από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι υπ' αριθμ. 3 έως και 8 αναιρεσίβλητοι τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 25-5-2016, όσο και κατά την προκείμενη νέα (μετ' αναβολή από τις δικάσιμες της 1-2-2017 και 17-5-2017) δικάσιμο της 15-11-2017, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχε επισπεύσει το αναιρεσείον και ότι οι απολιπόμενοι, ως άνω, αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο (25-5-2016) νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από την υπ' αριθμ. …/1-9-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π. Ψ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 26-1-2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4054/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 25-5-2016 και κλήση προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των απολιπόμενων αναιρεσίβλητων Μιχαήλ Νικολόπουλο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1-3 ΚΠολΔ). Επομένως, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 περ. α' και β' ΚΠολΔ. και 1094 Α.Κ., κατά την οποία ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Αν η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση της κυριότητας του επιδίκου, αρκεί για την πληρότητά της η αναφορά των περιστατικών που απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος. Ο καθορισμός του τρόπου με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος απέκτησε την κυριότητα δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητος. Αν, όμως, ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμφισβητήσει ειδικώς την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο τελευταίος υποχρεούται, με τις προτάσεις της ίδιας συζήτησης ή με την προσθήκη των προτάσεών του, εφόσον δεν το έχει πράξει καθ' υποφορά με την αγωγή του, συμπληρώνοντας παραδεκτά αυτήν (άρθρο 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει, με σαφή έκθεση των γεγονότων, τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και αν είναι ανάγκη, σε περίπτωση δηλαδή διαδοχικών μεταβιβάσεων, να καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας, δυναμένου να αντιταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον ή τους δικαιοπαρόχους του, η αγωγή καθίσταται αόριστη (Α.Π.485/2010). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14 ), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ.( 23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση της κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, συνάγεται ότι ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (Α.Π.898/2015). Ως καλή πίστη νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 πανδ. (41.3), 11 πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16), η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού (Α.Π.102/2010). Ως νομή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, όπως είναι η επίβλεψη του ακινήτου, η περίφραξή του, η συντήρησή του, η εκμίσθωσή του, η καλλιέργεια αυτού, εφόσον αυτό είναι αγροτικό κλπ.(Α.Π.205/2015). Επίσης, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των νόμων 12 πανδ. (28.7), 14 παρ.8 πανδ.(11.7) και 69 πανδ. (29.2), οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ.92 ΕισΝΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι καθώς και οι κατιόντες του κληρονομουμένου, εφόσον δεν είναι υπεξούσιοι αυτού, για να αποκτήσουν την επαχθείσα σ` αυτούς κληρονομία και συνεπώς και να γίνουν κύριοι των ακινήτων των οποίων ήταν κύριος ο κληρονομούμενος, δεν αρκεί η επαγωγή της κληρονομίας, αλλά απαιτείται και υπεισέλευση σ' αυτήν, ήτοι ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της, ενώ από τις ίδιες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου δεν προβλέπονταν μεταγραφή για τις αιτία θανάτου πράξεις, η οποία προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τα άρθρα 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ. (Α.Π. 1713/2006). Στο ίδιο, ως άνω, βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, η κληρονομική διαδοχή δεν αποτελούσε τίτλο βάσει του οποίου ο πραγματικός κληρονόμος μπορούσε να αρχίσει νέα νομή τακτικής χρησικτησίας, εκτός εάν αυτός επιλαμβάνονταν της νομής πράγματος, πιστεύοντας καλόπιστα ότι ήταν κληρονομιαίο, ενώ δεν ήταν (Α.Π.915/1980). Τέλος, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Κατά την τελευταία διάταξη, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (Α.Π. 1631/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των κατωτέρω αναφερόμενων διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, προς θεμελίωση της από 15-5-1987 ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του, το ήδη αναιρεσείον ισχυρίσθηκε ότι η κατά το έτος 1915 αποβιώσασα Κ. χήρα Δ. Π., με την υπ' αριθμ. …/20-12-1914 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου … Α. Μ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμο της, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, τη μοναδική θυγατέρα της Ε. χήρα Γ. Κ. και όρισε, περαιτέρω, ότι μετά το θάνατο της εν λόγω κληρονόμου της, η περιουσία της να περιέλθει στον τότε διάδοχο της Ελλάδος Γ. και στον πρίγκιπα Α. και, σε περίπτωση κατά την οποία οι εν λόγω υποκατάστατοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να γίνουν κληρονόμοι της, να περιέλθει στο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ''Ταμείο Εθνικού Στόλου'' (ήδη αναιρεσείον), ότι ο ως άνω πρίγκιπας Α. πέθανε προ της επαγωγής σ' αυτόν της κληρονομίας, ενώ ο διάδοχος Γ. δεν υπεισήλθε στην εν λόγω κληρονομία, αλλά παραιτήθηκε, ότι η κληρονόμος της διαθέτιδος πέθανε στις 18-7-1932, ότι έκτοτε αυτό (ενάγον) υπεισήλθε στην κληρονομία της, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιγράφεται σ' αυτήν (αγωγή) κατά θέση, όρια και έκταση, ότι έτσι απέκτησε την κυριότητα αυτού παραγώγως, ήτοι με κληρονομική διαδοχή, άλλως πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δική του και των δικαιοπαρόχων του, οι οποίες το νέμονταν με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ακόμη και πριν από το έτος 1876 και ότι οι εναγόμενοι (ήδη δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι) το έτος 1974 το κατέλαβαν αυθαίρετα και έκτοτε το κατέχουν. Παρόλο, όμως, ότι οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την κυριότητα του ενάγοντος και των φερόμενων ως δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου και συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν ότι αρνούνται την επικαλούμενη κυριότητά του καθώς και των φερόμενων ως δικαιοπαρόχων του, οι οποίες ούτε τίτλο είχαν για το επίδικο, ούτε άσκησαν ποτέ πράξεις νομής επ' αυτού, το ενάγον δεν καθόρισε, με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τον τρόπο με τον οποίο απέκτησαν οι ως άνω δικαιοπάροχοί του, οι οποίες απεβίωσαν πριν την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), την κυριότητα επί του επιδίκου, καθορίζοντας τις μερικότερες εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις σ' αυτό, που ασκήθηκαν επί τριάντα συνεχή έτη, μέχρι να φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητάς τους με έκτακτη χρησικτησία, αφού η κληρονομία δεν αποτελούσε τίτλο για τακτική χρησικτησία, εκτός από την εξαίρεση, που προαναφέρθηκε, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, από τις οποίες, αν αποδεικνύονταν, θα μπορούσε να συναχθεί η βούλησή του ότι υπεισήλθε, ως κληρονόμος, στις κληρονομίες των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του, αλλά περιορίσθηκε να προβάλει μόνο πράξεις νομής δικές του, μετά το έτος 1932. Η δε επικαλούμενη καθ' υποφορά με την ένδικη αγωγή πράξη νομής της κληρονόμου της διαθέτιδος (υπεισέλευση στην κληρονομία) αλλά και η επικαλούμενη, επίσης, καθ' υποφορά μ' αυτήν (αγωγή) σύνταξη της εν λόγω δημόσιας διαθήκης το έτος 1914, δεν αρκούν για να καταστήσουν την αγωγή ορισμένη, διότι από το έτος 1914 έως το έτος 1932 δεν συμπληρώνεται τριακονταετής νομή στα πρόσωπά τους.
Συνεπώς, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα λόγω επιγενόμενης αοριστίας. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως αόριστη, για το λόγο ότι το ενάγον δεν προέβη στη συμπλήρωσή της, όπως ανωτέρω, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ήτοι της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα, που το αναιρεσείον ισχυρίζεται με τον πρώτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ.Α.Π.11/1996). Επομένως, πράγματα, με την έννοια αυτήν αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν δεν ερευνήθηκε ορισμένη βάση της αγωγής. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π.25/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται εν προκειμένω κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, άρα και κάθε μια από τις περισσότερες αιτήσεις που σωρεύονται επικουρικώς στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔ. Μένει δε "αδίκαστη" μια αίτηση, όταν το δικαστήριο, αν και υποχρεούτο, παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής, ήτοι να τη δεχθεί ή να την απορρίψει. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ., άλλως από τον αρ. 9 περ. γ' του ίδιου άρθρου, επικουρικώς για την περίπτωση απόρριψης του πρώτου λόγου αυτής, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ότι η ένδικη αγωγή περιείχε και επικουρικές βάσεις κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά τις δύο αιτιάσεις του, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι οι επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής απορρίφθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, γιατί δεν εκτίθενται συγκεκριμένες πράξεις νομής και ότι κατά της διάταξης αυτής δεν ασκήθηκε έφεση από το ενάγον Ταμείο Εθνικού Στόλου. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε στάδιο έρευνας από το Εφετείο των βάσεων αυτών. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και το αναιρεσείον να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), μειουμένης όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν. ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, εφαρμοζόμενη κατά την παρ. 3 αυτού και επί του αναιρεσείοντος, του οποίου η νομική υπηρεσία, κατ' άρθρο 6 παρ. 6 του από 24-10/2-11-1931 π. δ/τος ''περί Κωδ. των νόμων περί Ταμείου Εθνικού Στόλου'', διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-1-2011 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ''Ταμείο Εθνικού Στόλου'' για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4054/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τρακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ